Παρασκευή
19 Απριλίου 2024
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 4961RSS FEED
ΣΤΗΝ ΕΛΣΣυγκίνησε και μάγεψε το κοινό η Γενούφα
16/10/2018

Με ενθουσιώδη χειροκροτήματα και πολλά μπράβο ολοκληρώθηκε η πρεμιέρα της Γενούφας, την Κυριακή 14 Οκτωβρίου, στην κατάμεστη Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος της ΕΛΣ στο ΚΠΙΣΝ. Το έργο που καθιέρωσε παγκοσμίως τον Λέος Γιάνατσεκ παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, ανοίγοντας την καλλιτεχνική περίοδο 2018/19 της ΕΛΣ.

Βασισμένη στο λογοτεχνικό έργο της Γκαμπριέλας Πρεΐσσοβα Η ψυχοκόρη της, η Γενούφα "συνομιλεί" με τη Φόνισσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, καθώς κεντρικό της θέμα είναι η βρεφοκτονία, ως συνέπεια των σκληρών συνθηκών που χαρακτήριζαν τις μικρές κλειστές κοινωνίες της υπαίθρου. Το εμβληματικό έργο του 20ου αιώνα -το οποίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η τσέχικη απάντηση στο ιταλικό κίνημα του βερισμού-, ξεπέρασε τις δυσκολίες που συχνά θέτει στο κοινό το σύγχρονο ρεπερτόριο και επιβλήθηκε στα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου, χάρη στον λυρισμό, τη συναισθηματική του ειλικρίνεια, τη μεγαλειώδη μουσική και την υπόθεσή του, δραματική και βαθιά ανθρώπινη.

Η νέα παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής ευτύχησε στην σκηνική της απόδοση, αλλά και στην μουσική της ερμηνεία, εντυπωσιάζοντας το κοινό, η πλειοψηφία του οποίου το είδε για πρώτη φορά. Η διακεκριμένη Γερμανίδα σκηνοθέτρια Νίκολα Ράαμπ παρουσίασε τον ωμό ρεαλισμό του έργου μέσα από μια ποιητική ανάγνωση, ενώ καθοδήγησε τους πρωταγωνιστές σε ερμηνείες με έντονη θεατρικότητα. Αφήνοντας τα δραματικά στοιχεία του έργου να τονίζονται από τη μουσική, η Ράαμπ παρουσίασε τις δραματικές σκηνές του έργου με μέτρο και αλήθεια. Ο σπουδαίος σκηνογράφος Γιώργος Σουγλίδης δημιούργησε ένα εξαιρετικό σκηνικό -ένα σπίτι σε ένα σκοτεινό δάσος, το οποίο καθώς εξελίσσεται η ιστορία αποσυντίθεται-, ενώ τα κοστούμια άλλοτε μαύρα και άλλοτε πολύχρωμα, λειτούργησαν σαν μια υπόμνηση στην μοραβική ύπαιθρο. Ο Φώτης Νικολάου επιμελήθηκε την όμορφη κίνηση πρωταγωνιστών και Χορωδίας, ενώ ο Νταβίντ Ντεμπριναί συμπλήρωσε με τους υπέροχους φωτισμούς του, την ατμόσφαιρα του έργου.

Η Σάρα-Τζέιν Μπράντον έπλασε μια ευαίσθητη Γενούφα εντυπωσιάζοντας με την λυρική φωνή και την τρυφερότητα της ερμηνείας της. Η Ζαμπίνε Χογκρέφε στον ρόλο της νεωκόρισσας καθήλωσε με τις μοναδικές φωνητικές και σκηνικές της αρετές και απέσπασε το μεγαλύτερο χειροκρότημα του κοινού. Ο Φρανκ βαν Άκεν και ο Δημήτρης Πακσόγλου -οι δύο άντρες που καθορίζουν τις τύχες των γυναικών- εντυπωσίασαν και ενθουσίασαν το κοινό. Πολύ θετικές εντυπώσεις άφησαν οι Ινές Ζήκου, Γιάννης Γιαννίσης, Δημήτρης Κασιούμης, Μαργαρίτα Συγγενιώτου, Άρτεμις Μπόγρη, Μπαρούνκα Πράιζινγκερ, Βαρβάρα Μπιζά, Μιράντα Μακρυνιώτη.

Ο Λουκάς Καρυτινός διεύθυνε την Ορχήστρα και τη Χορωδία της ΕΛΣ με ένταση αναδεικνύοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο της μουσικής του Γιάνατσεκ που υπογραμμίζει το δράμα και καθοδηγεί την δράση.

Επόμενες παραστάσεις 19, 21, 24, 27 Οκτωβρίου και 2 Νοεμβρίου 2018.

Ακολουθεί το αναλυτικό δελτίο τύπου της παραγωγής.

 

 

Κύκλος Γιάνατσεκ / Κύκλος 20ός αιώνας

Γενούφα

Η αριστουργηματική όπερα του Λέος Γιάνατσεκ

σε πρώτη πανελλήνια παρουσίαση

14, 19, 21, 24, 27 Οκτωβρίου & 2 Νοεμβρίου 2018

Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος Εθνικής Λυρικής Σκηνής

Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος

Μουσική διεύθυνση Λουκάς Καρυτινός / Σκηνοθεσία Νίκολα Ράαμπ

 

Με τη Γενούφα του Λέος Γιάνατσεκ, ένα από τα σημαντικότερα αριστουργήματα του 20ού αιώνα -για πρώτη φορά στην Ελλάδα-, ανοίγει η καλλιτεχνική περίοδος 2018/19 για την Εθνική Λυρική Σκηνή, στις 14 Οκτωβρίου, σε μουσική διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού και σκηνοθεσία της Νίκολα Ράαμπ. Η Γενούφα, η "τέλεια όπερα", όπως την χαρακτήρισε πρόσφατα ο Guardian, ξεπέρασε τα όρια του σύγχρονου ρεπερτορίου και επιβλήθηκε στα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου, χάρη στον λυρισμό, τη συναισθηματική της ειλικρίνεια, τη μεγαλειώδη μουσική που της χάρισε ο σπουδαίος Τσέχος συνθέτης Λέος Γιάνατσεκ και την υπόθεσή της, έντονα δραματική και ταυτόχρονα βαθιά ανθρώπινη.

 

Η τρίπρακτη όπερα Γενούφα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η τσέχικη απάντηση στο ιταλικό κίνημα του βερισμού. Βασισμένη στο συγκλονιστικό λογοτεχνικό έργο της Γκαμπριέλας Πρεΐσσοβα Η ψυχοκόρη της, η Γενούφα "συνομιλεί" με τη Φόνισσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, καθώς μιλάει για τη βρεφοκτονία που έρχεται ως συνέπεια στις σκληρές συνθήκες των μικρών κλειστών κοινωνιών της υπαίθρου. Από τη Σκιάθο έως τη μοραβική επαρχία, οι γυναίκες βιώνουν με τον ίδιο σκληρό τρόπο την καταπίεση της πατριαρχικής κοινωνίας. Το θεατρικό της Πρεΐσσοβα στο οποίο βασίστηκε η Γενούφα γράφτηκε 13 χρόνια πριν από το "κοινωνικόν μυθιστόρημα" Η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη και παρά τις μικρές διαφορές στις κοινωνικές συνθήκες, οι αιτίες, τα συναισθήματα, οι τύχες των γυναικών μοιάζουν θέματα πανανθρώπινα και διαχρονικά. Η Γενούφα, έργο που θεωρείται κλασικό στον αγγλοσαξονικό κόσμο και τη Γερμανία, είναι μια από τις πρώτες όπερες που χρησιμοποιούν αυτούσια την πρόζα ενός λογοτεχνικού κειμένου. Σύμφωνα με την υπόθεση, η όμορφη Γενούφα περιμένει παιδί από τον μυλωνά Στέβα και αποθαρρύνει τον νεότερο ετεροθαλή αδερφό του Λάτσα, ο οποίος είναι ερωτευμένος μαζί της. Αυτός, για να την εκδικηθεί, της χαράζει το πρόσωπο με ένα μαχαίρι. Καθώς είναι πλέον στερημένη από την ομορφιά της, ο Στέβα δεν την επιθυμεί και αρραβωνιάζεται την κόρη του δημάρχου. Τότε, η μητριά της Γενούφας, η αυστηρών αρχών Νεωκόρισσα του χωριού, στρέφεται στον ακόμα ερωτευμένο Λάτσα. Όταν εκείνος αρνείται να νομιμοποιήσει το παιδί του αδερφού του, η Νεωκόρισσα θανατώνει το νεογέννητο, λέγοντας ψέματα στη Γενούφα ότι το παιδί πέθανε στη γέννα. Λίγους μήνες αργότερα, την ημέρα των γάμων του Λάτσα με τη Γενούφα, το νεκρό σώμα του παιδιού ανακαλύπτεται. Η Νεωκόρισσα ομολογεί το έγκλημά της και καταδικάζεται απ’ όλους εκτός από τη Γενούφα, που τη συγχωρεί. Παρά τις εξελίξεις, ο Λάτσα μένει κοντά στην αγαπημένη του.

Ο Γιάνατσεκ εμπνέεται από την ιδιαίτερη μουσικότητα της τσεχικής γλώσσας και αξιοποιεί τους ξεχωριστούς τονισμούς της, συνθέτοντας την πρώτη του όπερα στην οποία αρθρώνει με σαφήνεια το προσωπικό του ιδίωμα. Όσο εργαζόταν πάνω στο έργο ο συνθέτης, κατέγραφε τη μελωδία της γλώσσας. Μεταξύ άλλων, σημείωνε: "Άκουγα κρυφά τους περαστικούς, διάβαζα τις εκφράσεις του προσώπου τους, ήθελα να συλλάβω κάθε δόνηση της φωνής […] μια αντανάκλαση της οποίας αναγνώριζα στη μελωδία των λέξεων που κατέγραφα. Πόσες διαφορετικές μελωδικές παραλλαγές της ίδιας λέξης που έβρισκα! […] Στη μελωδία του λόγου αισθάνθηκα τον τρόπο με τον οποίο ξεδιπλωνόταν μια εσωτερική, κρυμμένη διαδικασία. Σε αυτές τις διαδικασίες βρήκα τη θλίψη και στιγμές χαράς, αποφασιστικότητα και δισταγμό". Μέσα από αυτή τη διαδικασία ο Γιάνατσεκ ανακάλυψε κάτι πρωτότυπο και αυθεντικό, το οποίο θα επηρέαζε θεμελιωδώς τον τρόπο με τον οποίο συνέθετε και θα του επέτρεπε να διαμορφώσει εφεξής τη δική του ολότελα προσωπική μουσική γλώσσα. Ξεκαθάριζε πως δεν επρόκειτο για μια νατουραλιστική καταγραφή της μελωδίας του πεζού λόγου, την οποία ο ίδιος αναδείκνυε σε δομική αρχή, αλλά ότι μέσα από αυτή την άσκηση μπορούσε να αποκτήσει τη σιγουριά της διαχείρισης όλων των εκφραστικών εργαλείων.

 

«Μελετώντας τη σχέση ανάμεσα στον τονισμό και στο συναίσθημα, ο Γιάνατσεκ πέτυχε μοναδική ψυχολογική σαφήνεια», αναφέρει για τη Γενούφα ο συγγραφέας Μίλαν Κούντερα, ο οποίος μελέτησε σε βάθος το έργο του συνθέτη.

 

Στη Γενούφα, ο Γιάνατσεκ ακολουθεί το παράδειγμα του συμπατριώτη του Ντβόρζακ, μιας πιο κοσμοπολίτικης μουσικής γλώσσας, που παραμένει, ωστόσο, χαρακτηριστική του προσωπικού του ύφους. Tα λαϊκά-παραδοσιακά στοιχεία είναι εμφανή στην πλοκή της υπόθεσης και στους χαρακτήρες, ενώ μέσα από την γραφή του Γιάνατσεκ τα στοιχεία αυτά υπάρχουν με έναν ιδιαίτερο τρόπο και στη μουσική του έργου. Η ορχηστρική γραφή αρθρώνει την υπόθεση και υπογραμμίζει τις καταστάσεις μέσα από τα ρυθμικά σχήματα, αλλά και μέσα από τον πλούτο της ενορχήστρωσης.

Η όπερα πρωτοπαρουσιάστηκε με τον τίτλο Η ψυχοκόρη της στο Εθνικό Θέατρο του Μπρνο στις 21 Ιανουαρίου 1904.  Στις 26 Μαΐου 1916 ακολούθησε παρουσίαση στην Πράγα σε μουσικό κείμενο τροποποιημένο από τον Κάρελ Κοβαρζόβιτς. Στην «εκδοχή της Πράγας» το έργο ανέβηκε στις 16 Φεβρουαρίου 1918 στην Αυλική Όπερα της Βιέννης μεταφρασμένη στη γερμανική γλώσσα. Για τις παραστάσεις αυτές μετονομάστηκε σε Γενούφα και σε αυτή τη μορφή (στα γερμανικά) παρουσιαζόταν παντού επί πολλές δεκαετίες.  Η αρχική μουσική μορφή της όπερας αποκαταστάθηκε από τον αρχιμουσικό Τσαρλς Μακκέρρας και τον μουσικολόγο Τζων Τυρρέλ και εκδόθηκε μόλις το 1996. Με βάση αυτή την έκδοση παρουσιάζεται σε πανελλήνια πρώτη από την Εθνική Λυρική Σκηνή.

Τη Γενούφα θα σκηνοθετήσει η Γερμανίδα Νίκολα Ράαμπ, μια από τις πιο σημαντικές σκηνοθέτριες όπερας στην Ευρώπη, η οποία είναι διεθνώς αναγνωρισμένη για την ιδιαίτερη ευαισθησία των αναγνώσεών της και για την επιμονή της στην ονειρική οπτικοποίηση των έργων που σκηνοθετεί. H Ράαμπ έχει παρουσιάσει με μεγάλη επιτυχία σκηνοθεσίες της σε Βιέννη, Κοπεγχάγη, Μπρέγκεντς, Γκέτεμποργκ, Λισαβόνα, Λος Άντζελες, Σικάγο κ.α.

Η σκηνοθέτρια, με βασικό συνεργάτη στα σκηνικά και τα κοστούμια τον διεθνώς αναγνωρισμένο Γιώργο Σουγλίδη, προτείνει μια κλασική ανάγνωση του έργου και βλέπει τον ωμό ρεαλισμό της ιστορίας μέσα από μια ποιητική διάσταση. Το βασικό στοιχείο του σκηνικού είναι ένα λευκό σπίτι "εγκλωβισμένο" μέσα στο δάσος, όπως προβλέπει το έργο, σαν μια αναφορά στην κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και τους αυστηρούς κανόνες τις κοινωνίας, από τους οποίους κανείς δεν ξεφεύγει. Όσο το έργο εξελίσσεται, το σπίτι αλλάζει μορφές και τελικά διαλύεται. Τα κοστούμια έχουν επιρροές από τη μοραβική ύπαιθρο, ενώ στην παραγωγή θα χρησιμοποιηθούν και εντυπωσιακά παραδοσιακά τσέχικα κοστούμια. Την κινησιολογία υπογράφει ο διακεκριμένος χορευτής και χορογράφος Φώτης Νικολάου, ενώ οι φωτισμοί είναι του αναγνωρισμένου Γάλλου Νταβίντ Ντεμπριναί.

Ο Λέος Γιάνατσεκ, ένας από τους σημαντικότερους Τσέχους συνθέτες, γεννήθηκε στις 3 Ιουλίου 1854 στο Χούκβαλντυ της Μοραβίας, η οποία εκείνη την εποχή ήταν μέρος της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Ο Γιάνατσεκ ασχολήθηκε σοβαρά με τη λαογραφία και εμπνεύστηκε από την παραδοσιακή μουσική της περιοχής, όπως επίσης, γενικότερα, από τη σλαβική μουσική. Έτσι, διαμόρφωσε τη δική του πρωτότυπη μουσική γλώσσα, η οποία αποτυπώθηκε με σαφήνεια στην όπερά του Γενούφα, η οποία συνέβαλε αποφασιστικά στη διεθνή αναγνώριση του συνθέτη. Ο Γιάνατσεκ συνέθεσε έργα κάθε είδους: ορχηστρικά όπως η ραψωδία Τάρας Μπούλμπα [1918/21] και η Σινφονιέττα [1926], έργα θρησκευτικής μουσικής όπως η Γλαγολιτική Λειτουργία [1927], έργα για πιάνο και μουσικής δωματίου, χορωδιακή μουσική, όπως επίσης αρκετές όπερες. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι: Γενούφα, Κάτια Καμπάνοβα [1921], Η πονηρή αλεπουδίτσα [1924], Υπόθεση Μακρόπουλου [1926] και Από το σπίτι των νεκρών [1927]. Ο συνθέτης πέθανε το 1928 στην Οστράβα από πνευμονία.

 

Στη διανομή της Γενούφας συναντούμε διακεκριμένους Έλληνες και ξένους πρωταγωνιστές. Στον ρόλο του τίτλου, η ανερχόμενη υψίφωνος Σάρα-Τζέιν Μπράντον, "μια από τις ντίβες του αύριο", όπως τη χαρακτήρισε ο Independent. H Μπράντον έχει καταγράψει μια αξιοπρόσεκτη πορεία σε μεγάλα λυρικά θέατρα και φεστιβάλ, όπως η Εθνική Όπερα της Αγγλίας, το Glyndebourne, η Κρατική Όπερα της Δρέσδης, η Γερμανική Όπερα του Βερολίνου, το Σαν Κάρλος της Λισαβόνας, η Όπερα της Ρώμης, η Όπερα της Νίκαιας, το Ρεάλ της Μαδρίτης, ενώ στις προσεχείς της υποχρεώσεις συμπεριλαμβάνονται η Όπερα του Μονάχου και το Τεάτρο Μάσσιμο στο Παλέρμο. Λίγο πριν από τις παραστάσεις της Αθήνας, η Μπράντον έκανε το ντεμπούτο της στο ρόλο της Γενούφας στην Όπερα της Ντιζόν στη Γαλλία, λαμβάνοντας διθυραμβικές κριτικές από Γαλλικά ΜΜΕ. "Η Μπράντον δίνει το δικό της στίγμα υποδυόμενη μια φρέσκια, τρυφερή, γεμάτη χάρη και αφέλεια Γενούφα. Σεμνή, συντεθλιμμένη από το πεπρωμένο της, παθητική, εκπέμπει μια καθαρότητα, ενώ τα τεχνικά της μέσα είναι σε τέλεια συμφωνία με τις ανάγκες του ρόλου. Το νυχτερινό της τραγούδι, η προσευχή της στη δεύτερη πράξη, αγγίζουν με την συντριπτική απλότητά τους το κοινό", έγραψε το forumopera.com.

Στη δεύτερη διανομή της Γενούφας, η διακεκριμένη πρωταγωνίστρια της ΕΛΣ, υψίφωνος Μαρία Μητσοπούλου, η οποία ντεμπουτάρει στον ρόλο της Γενούφας έχοντας καταγράψει μια σπουδαία καριέρα ερμηνεύοντας δεκάδες πρωταγωνιστικούς ρόλους στην Εθνική Λυρική Σκηνή.

Τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Νεωκόρισσας, θα ερμηνεύσει η σπουδαία Γερμανίδα Ζαμπίνε Χογκρέφε, η υψίφωνος που αποθεώθηκε από κοινό και κριτική στην περσινή εναρκτήρια παραγωγή της ΕΛΣ, την Ηλέκτρα του Στράους, όπου ερμήνευσε με συγκλονιστικό τρόπο την Ηλέκτρα. Η Χογκρέφε, μετά την πανθομολογούμενη επιτυχία της στον ρόλο της Ηλέκτρας στην Αθήνα, ερμήνευσε τον ίδιο ρόλο στη Μετροπόλιταν της Νέας Υόρκης, στη θρυλική σκηνοθεσία του Πατρίς Σερώ και σε μουσική διεύθυνση του νέου μουσικού διευθυντή της ΜΕΤ, Γιαννίκ Νεζέ Σεκγέν. Αμέσως μετά ερμήνευσε τη Γερτρούδη στον Λόενγκριν στις Βρυξέλλες στη σκηνοθεσία του Ολιβιέ Πυ. Η Χογκρέφε έκανε ντεμπούτο της στον ρόλο της Νεωκόρισσας στην Όπερα της Ντιζόν, ενθουσιάζοντας κοινό και κριτικούς. "Στον, σωματικά και φωνητικά, εξουθενωτικό ρόλο της Νεωκόρισσας, η Γερμανίδα σοπράνο -η οποία είχε κλέψει την προηγούμενη χρονιά τις εντυπώσεις στον ρόλο της Ηλέκτρας, στην εναρκτήρια παραγωγή της ΕΛΣ στο ΚΠΙΣΝ- ενσαρκώνει με περισσή ένταση όλες τις όψεις του πολύπλοκου αυτού ρόλου: με χειρονομίες γεμάτες ευγένεια αποδίδεται η γαλήνη, η απελπισία, ο θυμός, η τρέλα και η ταπεινότητα της δημόσιας ομολογίας" σημειώνει το opera-online.com.

Στη δεύτερη διανομή, στον ρόλο της Νεωκόρισσας, η Τζούλια Σουγλάκου, η οποία μετά τη μεγάλη επιτυχία που σημείωσε ως Φόνισσα, αλλά και ως Λαίδη Μάκβεθ, τώρα αναμετράται με έναν εξαιρετικά απαιτητικό ρόλο και από φωνητικής, αλλά και από σκηνικής άποψης.

Στον ρόλο του Λάτσα ο Ολλανδός Φρανκ βαν Άκεν, ο οποίος συγκαταλέγεται στους δημοφιλέστερους τενόρους της γενιάς του, γνωστός στο αθηναϊκό κοινό από την ερμηνεία του ως Αίγισθος στην περσινή εναρκτήρια παραγωγή της ΕΛΣ, Ηλέκτρα, πλάι στην Χογκρέφε και την Αγνή Μπάλτσα.Έχει τραγουδήσει σε Φεστιβάλ Μπάιροϊτ και Μπάντεν-Μπάντεν, Μεγάλο Θέατρο Λισέου Βαρκελώνης, Βασιλική Όπερα Λονδίνου, Κρατική Όπερα Βιέννης και Σκάλα Μιλάνου, Μητροπολιτική Όπερα Νέας Υόρκης, Κρατική Όπερα Δρέσδης κ.α.

Ο πρωταγωνιστής της ΕΛΣ, Δημήτρης Πακσόγλου ερμηνεύει τον Στέβα. Ο Πακσόγλου μετά την επιτυχία που σημείωσε ως Καβαραντόσσι στην Τόσκα, ως Άλμπερτ Γκρέγκορ στην Υπόθεση Μακρόπουλου και ως Δον Χοσέ στην Κάρμεν στο Ηρώδειο, δοκιμάζεται για πρώτη φορά στον ρόλο του Στέβα στη Γενούφα.  

Μαζί τους νεότεροι και διακεκριμένοι μονωδοί, όπως: Ινές Ζήκου, Γιάννης Γιαννίσης, Δημήτρης Κασιούμης, Μαργαρίτα Συγγενιώτου, Άρτεμις Μπόγρη, Μπαρούνκα Πράιζινγκερ, Βαρβάρα Μπιζά, Μιράντα Μακρυνιώτη, Αναστασία Κότσαλη. Συμμετέχει η Χορωδία της ΕΛΣ υπό τη διεύθυνση του Αγαθάγγελου Γεωργακάτου. Την Ορχήστρα της ΕΛΣ διευθύνει ο διακεκριμένος Αρχιμουσικός της ΕΛΣ, Λουκάς Καρυτινός.

 

 

 

 

 

Σημείωμα σκηνοθέτριας Νίκολα Ράαμπ: Απόντες άνδρες και πατέρες, χαμένες κόρες

Η Γενούφα θεμελίωσε τη φήμη του Γιάνατσεκ ως συνθέτη όπερας. Μετά τη Γενούφα μπόρεσε να διαγράψει την πορεία του στη σύνθεση όπερας όπως δεν είχε καταφέρει να κάνει ως τότε. Η φήμη άργησε να έρθει στη ζωή του. Ο Γιάνατσεκ ήταν 50 ετών όταν πραγματοποιήθηκε η πρεμιέρα της Γενούφας το 1904. Βασισμένη σε ένα θεατρικό της Γκαμπριέλας Πρεΐσσοβα, η πλοκή της όπερας χαρακτηρίζεται από έντονο κοινωνικό ρεαλισμό, μια ξεκάθαρη απεικόνιση της κοινωνίας και των εθίμων που διαμορφώνουν τα πρόσωπα του έργου και καθορίζουν τη συμπεριφορά τους.

Τρεις γενιές γυναικών βρίσκονται επί σκηνής όταν ανοίγει η αυλαία: γιαγιά, μητριά και (θετή) κόρη. Μόνο ένας (θετός) γιος εμφανίζεται, ο οποίος περιφέρεται στο περιθώριο της δράσης (Λάτσα) και σίγουρα δεν υπάρχουν μεγαλύτεροι άντρες της ίδιας οικογένειας. Αργότερα συναντάμε έναν άλλον γιο, αλλά αυτός φαίνεται να είναι πάντα «απών», να διασκεδάζει μονίμως, να πίνει, να αποφεύγει τις ευθύνες του… Οι γυναίκες πρέπει να αναλάβουν τα ηνία, να αποφασίσουν την πορεία των πραγμάτων, τo τι πρέπει να γίνει γενικότερα. Και πράγματι αυτό κάνουν, κυρίως μέσω του χαρακτήρα της Νεωκόρισσας, της μεσαίας από τις τρεις, της μητρικής φιγούρας. Οι αποφάσεις της καθορίζουν τις ζωές όλων των υπολοίπων, ακόμα και κυριολεκτικά, τη ζωή και τον θάνατο όλων τους. Αρπάζοντας την ευκαιρία, θα φτάσει στο σημείο να γίνει ακόμα και δολοφόνος, επιβάλλοντας παλαιό (πατριαρχικό;) δίκαιο στον ίδιο της τον εαυτό και την οικογένειά της, έτσι ώστε να συμμορφωθούν με τους αυστηρούς κανόνες της κοινωνίας. Σαν οι πατέρες, τους οποίους δεν συναντάμε ποτέ, να ελέγχουν διαρκώς τις ζωές των γυναικών.

Ένα σπίτι λειτουργεί ως το αρχικό κύτταρο του σκηνικού και της αφήγησης της ιστορίας. Επιβλέπει, προφυλάσσει, κρύβει και στο τέλος αποκαλύπτει γεγονότα, μυστικά, οικογένειες, γυναίκες, παιδιά, το παρελθόν και το παρόν. Με σχεδόν μεταφυσικό τρόπο ταξιδεύει μέσα από τις πράξεις μέχρι τελικά να διαλυθεί, όταν παύει πια να εξυπηρετεί κάτι.

Ο Γιάνατσεκ συνέθεσε τη Β΄ και την Γ΄ Πράξη υπό το βάρος του θανάτου της 21χρονης κόρης του Όλγας, αλλά και της θλίψης του για τον χαμό του μικρού του γιου σε νηπιακή ηλικία λίγα χρόνια νωρίτερα, μιας θλίψης που δεν μετριάστηκε με τον χρόνο αλλά παρέμεινε το ίδιο νωπή και επώδυνη.

"Θα τύλιγα τη Γενούφα μόνο με τη μαύρη κορδέλα της μακράς ασθένειας, του πόνου και των θρήνων της κόρης μου Όλγας και του μικρού μου γιου Βλαντίμιρ".

Σε μια εποχή που η δική του οικογένεια είχε ήδη διαλυθεί και πάλι, και το σπίτι του ήταν και πάλι άδειο, έβαλε τις τελευταίες πινελιές στην όπερα.

Οι παραδόσεις και το παρελθόν διαμορφώνουν αδιάλειπτα τις ζωές μας και τη συμπεριφορά μας. Πρόκειται για την πραγματικότητα μιας άκαμπτης κοινωνίας με όλες τις σκοτεινές της πλευρές αλλά και με ευτυχισμένες αναμνήσεις μιας εποχής που φαίνεται χαμένη, καθώς και με την αίσθηση ενός μεταφυσικού στοιχείου συνυφασμένου με τη φύση και το σύμπαν. Παρά τη σκληρή πραγματικότητα που απεικονίζεται, η «μαγική», πνευματική πλευρά του Γιάνατσεκ, όπως τη συναντάμε στα ορχηστρικά κομμάτια και στις μεταγενέστερες όπερές του, δεν φαίνεται να χάνεται ποτέ, ακόμα και αν είναι λιγότερο εμφανής απ’ ό,τι σε άλλα του έργα.

Το διαρκώς παρόν δάσος που περιβάλλει το σπίτι και τόσο αναλυτικά περιγράφεται στις αρχικές σκηνικές οδηγίες, λειτουργεί ως υπόμνηση της πνευματικής διάστασης της ανθρώπινης ύπαρξης. Στο τέλος, η Γενούφα είναι έτοιμη να χαθεί μέσα του, όπως ακριβώς χάθηκε η κόρη του Γιάνατσεκ, η Όλγα. Θα αφήσει πίσω της η Γενούφα τον Λάτσα ή θα τον πάρει μαζί της σε έναν νέο, διαφορετικό κόσμο;

 

Αναλυτική σύνοψη

19ος αιώνας, σ’ ένα χωριό στη Μοραβία. Η γριά Μπούρυγια, ιδιοκτήτρια του μύλου, είχε δυο γιους. Καθένας τους είχε παντρευτεί από δύο φορές. Οι γιοι έχουν πεθάνει και ζει μονάχα η μία από τις νύφες, η Πέτρονα Μπουρυγιόβκα, δεύτερη σύζυγος του νεότερου γιου, μητριά της Γενούφας και νεωκόρισσα του χωριού. Σύμφωνα με την παράδοση, μονάχα ο Στέβα, πρωτότοκος γιος του πρώτου γιου από τον πρώτο του γάμο, θα κληρονομήσει τον μύλο. Τα ετεροθαλή αδέλφια του, ο Λάτσα και η Γενούφα, πρέπει να αναζητήσουν αλλού την τύχη τους.

A΄ Πράξη Η γριά Μπούρυγια, ο Λάτσα και η Γενούφα περιμένουν τον Στέβα να επιστρέψει. Η Γενούφα είναι ερωτευμένη μαζί του και επίσης είναι κρυφά έγκυος στο παιδί του. Ανησυχεί μήπως ο Στέβα έχει στρατολογηθεί. Ο Λάτσα είναι ερωτευμένος με τη Γενούφα και παράλληλα εκφράζει πικρία για την ευνοϊκή θέση στην οποία βρίσκεται ο αδελφός του. Παίζει με ένα μαχαίρι, που δεν του φαίνεται αρκετά κοφτερό και το δίνει στον επιστάτη να το ακονίσει. Ο Στέβα επιστρέφει μαζί με μια ομάδα νεοσύλλεκτων. Ο ίδιος δεν έχει στρατολογηθεί. Είναι χαρούμενος και μεθυσμένος. Κομπάζει για την επιτυχία του στις γυναίκες και σύρει τη Γενούφα να χορέψει μαζί του.

Φτάνει η Νεωκόρισσα. Ταραγμένη από το θέαμα απαγορεύει στον Στέβα να παντρευτεί τη Γενούφα, πριν καταφέρει να μείνει έναν χρόνο ξεμέθυστος. Η Γενούφα μένει μόνη με τον Στέβα, ο οποίος απαντά αδιάφορα στις παρακλήσεις της και φεύγει. Έρχεται ο Λάτσα, ο οποίος προκαλεί τη Γενούφα, μιλώντας άσχημα για τον Στέβα. Της λέει πως ο αδερφός του δεν θα γύριζε να την κοιτάξει αν εκείνη δεν είχε αυτά τα ροδαλά μάγουλα και, για να την εκδικηθεί που δεν του δίνει σημασία, της χαράζει το πρόσωπο με τον σουγιά.

Β΄ Πράξη Έχουν περάσει μήνες. Το μωρό του Στέβα έχει γεννηθεί, αλλά εκείνος δεν έχει έρθει ακόμα να το δει. Όσο η Γενούφα κοιμάται, η Νεωκόρισσα καλεί τον Στέβα και του ζητά να αναλάβει τις ευθύνες του. Εκείνος δέχεται να στέλνει στα κρυφά χρήματα για το παιδί, αλλά δεν προτίθεται να το αναγνωρίσει. Ο έρωτάς του για τη Γενούφα τελείωσε όταν ο Λάτσα τής χάραξε το πρόσωπο. Εξάλλου έχει ήδη αρραβωνιαστεί την Καρόλκα, κόρη του δημάρχου. Φτάνει ο Λάτσα, ο οποίος, όταν μαθαίνει την αλήθεια, δεν δείχνει διόλου πρόθυμος να αναλάβει το παιδί του αδελφού του. Από φόβο μήπως τελικά η Γενούφα δεν βρει κανέναν να την παντρευτεί, η Νεωκόρισσα του λέει ψέματα ότι το μωρό πέθανε κι εκείνος αποφασίζει να το ξανασκεφτεί. Η Νεωκόρισσα μένει μόνη. Τώρα πρέπει να μετατρέψει το ψέμα που είπε σε αλήθεια. Τυλίγει το μωρό και φεύγει. Όταν η Γενούφα ξυπνά, η Νεωκόρισσα της λέει ότι το μωρό πέθανε όσο εκείνη κοιμόταν. Επιστρέφει ο Λάτσα αποφασισμένος και παρηγορεί τη Γενούφα ότι θα ζήσουν την υπόλοιπη ζωή τους μαζί αγαπημένοι. Βλέποντάς τους η Νεωκόρισσα προσπαθεί να πείσει τον εαυτό της ότι έπραξε σωστά.

Γ΄ Πράξη Είναι άνοιξη, ημέρα του γάμου του Λάτσα με τη Γενούφα. Όλα μοιάζουν να έχουν βρει πάλι τον ρυθμό τους, εκτός από τη Νεωκόρισσα, η οποία δείχνει καταρρακωμένη. Φτάνουν οι καλεσμένοι, ο Στέβα με την Καρόλκα, ο δήμαρχος με τη γυναίκα του και άλλοι, όταν ξαφνικά από τον μύλο ακούγεται μια σπαραχτική κραυγή: στο ποτάμι ο πάγος που έλιωσε έφερε στην επιφάνεια το σωματάκι ενός νεκρού μωρού. Η Γενούφα αμέσως λέει πως το παιδί είναι δικό της. Όλοι τη θεωρούν ένοχη. Παρεμβαίνει όμως η Νεωκόρισσα, η οποία αποκαλύπτει την αλήθεια. Ακούγοντάς την η Γενούφα τη συγχωρεί, όμως το πλήθος την οδηγεί στη φυλακή. Μένουν μόνοι ο Λάτσα και η Γενούφα. Εκείνη του ζητά να την αφήσει, κατανοώντας πως δεν μπορεί πια να την παντρευτεί. Εκείνος όμως της λέει ότι δεν επιθυμεί να φύγει και ότι θέλει να περάσει την υπόλοιπη ζωή του μαζί της.

 

 

Λέος Γιάνατσεκ

Γενούφα

 

14, 19, 21, 24, 27 Οκτωβρίου & 2 Νοεμβρίου 2018

Ώρα έναρξης: 20.00 (Κυριακές στις 18.30)

 

ΚΥΚΛΟΣ ΓΙΑΝΑΤΣΕΚ / ΚΥΚΛΟΣ 20ός ΑΙΩΝΑΣ

Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος Εθνικής Λυρικής Σκηνής
Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος

Μουσική διεύθυνση: Λουκάς Καρυτινός
Σκηνοθεσία: Νίκολα Ράαμπ

Σκηνικά-κοστούμια: Γιώργος Σουγλίδης
Φωτισμοί: Νταβίντ Ντεμπριναί
Κινησιολογία: Φώτης Νικολάου
Διεύθυνση χορωδίας: Αγαθάγγελος Γεωργακάτος

Γριά Μπούρυγια: Ινές Ζήκου
Λάτσα: Φρανκ Βαν Άκεν
Στέβα: Δημήτρης Πακσόγλου
Νεωκόρισσα: Ζαμπίνε Χογκρέφε (14, 21, 24/10) - Τζούλια Σουγλάκου (19, 27/10, 2/11)
Γενούφα: Σάρα - Τζέιν Μπράντον (14, 21, 24/10) -  Μαρία Μητσοπούλου (19, 27/10, 2/11)
Επιστάτης: Γιάννης Γιαννίσης
Δήμαρχος: Δημήτρης Κασιούμης
Σύζυγος του Δημάρχου: Μαργαρίτα Συγγενιώτου
Κάρολκα: Άρτεμις Μπόγρη
Αγρότισσα Κόλουσινα: Μπαρούνκα Πράιζινγκερ
Μπάρενα: Βαρβάρα Μπιζά
Γιάνο: Μιράντα Μακρυνιώτη

Τέτκα: Αναστασία Κότσαλη

Με την Ορχήστρα και τη Χορωδία της ΕΛΣ