Παρασκευή
19 Οκτωβρίου 2018
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 2952RSS FEED
Το συνεχές, το ενιαίον και το οικουμενικόν της Ελληνικής Γλώσσης
Γράφει ο
Αντώνιος Η. Τσίχλης

Αρχαία ελληνική γλώσσα, νέα ελληνική γλώσσα: δύο φράσεις έντονα παρανοημένες ή και διαφορετικές στο μυαλό πολλών συγχρόνων, Ελλήνων και ξένων. Και όμως! Το μόνο διαφορετικό ανάμεσά τους είναι η πρώτη λέξη, το πρώτο επίθετο, το "αρχαία" και το "νέα", με καθαρά χρονικό νοηματικό (εννοιολογικό) περιεχόμενο. Οι άλλες δύο λέξεις είναι οι ίδιες, εκ των οποίων η μία, το ουσιαστικό "γλώσσα", παραπέμπει σε μίαν πνευματική δημιουργία και κατάκτηση του ανθρώπου, ενώ η άλλη, το επίθετο "ελληνική", παραπέμπει στη συλλογική εθνική ομάδα που δημιούργησε, καλλιέργησε και ομιλεί αυτήν τη γλώσσα, δηλαδή στους Έλληνες. Αν η αρχαία ελληνική γλώσσα ήταν διαφορετική από τη νέα ελληνική, θα συνοδευόταν από άλλον επιθετικό προσδιορισμό εκείνη, η αρχαία, και ενδεχομένως από άλλον η νέα.  Επομένως η γλώσσα η οποία ωμιλείτο πριν από τουλάχιστον 4.000 χρόνια ή εγράφετο και εξακολουθεί να ομιλείται και να γράφεται αδιαλείπτως έως σήμερα από το ίδιο έθνος είναι μία και μόνη.

Σήμερα βεβαίως κάποιοι (με νεκρωμένο μάλλον εγκέφαλο ή νεκράν κρίσιν) θεωρούν την αρχαία ελληνική γλώσσα ως νεκρή γλώσσα. Κατά πρώτον,  αν αυτή είναι νεκρή, θα έπρεπε η σημερινή γλώσσα των Ελλήνων να μην αποκαλείται "ελληνική", όπως η αρχαία, αλλά διαφορετικά, όπως π. χ. η γλώσσα των Ιταλών και των Ισπανών σήμερα αποκαλείται Ιταλική και  Ισπανική αντιστοίχως, καίτοι προέρχονται και οι δύο από την Λατινική, η οποία ακόμη και αυτή επιστημονικώς/γλωσσολογικώς δεν θεωρείται νεκρή γλώσσα, όπως πιστεύουν ωρισμένοι. Νεκρές γλώσσες θεωρούνται αυτές που αντικαθίστανται από κάποιαν άλλη, όπως συνέβη με την Κοπτική, η οποία αντικαταστάθηκε από την Αραβική, ή με πολλές γλώσσες των γηγενών της Αμερικής, οι οποίες αντικαταστάθηκαν από την Αγγλική, την Γαλλική, την Ισπανική, την Πορτογαλική, ή με την Αρχαία Αιγυπτιακή ή με την Ακκαδική ή με την Χεττιτική γλώσσα. Κατά δεύτερον ζωντανή γλώσσα θεωρείται η γλώσσα η οποία έχει ζώντες ομιλητές. Εν προκειμένω θα αναφερθούν ωρισμένα παραδείγματα/φράσεις όχι της  νέας ελληνικής, για να διαπιστωθεί αν αυτές οι φράσεις, είτε στο σύνολό τους είτε εν μέρει είτε ως μεμονωμένες λέξεις, ομιλούνται και σήμερα από τους Έλληνες. Παράδειγμα 1ον. Όλοι γνωρίζομε την πρώτη πρόταση της Οδυσσείας του Ομήρου "άνδρα μοι έννεπε μούσα πολύτροπον...". Η μόνη λέξη που θα προκαλούσε μία δυσκολία είναι η προστακτική "έννεπε" του αρχαίου ελληνικού ρήματος "εννέπω" ή "ενέπω" (=λέγω). Με μία προσεκτική όμως ματιά θα αντιληφθούμε ότι το "έννεπε" φωνητικώς και γραμματικώς παραπέμπει στη γνώριμή μας προστακτική "ειπέ"(=λέγε, διηγήσου). Όλες οι άλλες λέξεις, μηδέ του "μοι" εξαιρουμένου, χρησιμοποιούνται και σήμερα, ιδίως το "άνδρα", το "μούσα" και το "πολύτροπον". Είναι νεκρή η γλώσσα του Ομήρου (8ος αιών π.Χ.); Παράδειγμα 2ον.  Ο Θουκυδίδης (460-399 π.Χ.) αρχίζει το έργο του "ιστορίαι" με τη φράση: "Θουκυδίδης ξυνέγραψε τον πόλεμον των Πελοποννησίων και των Αθηναίων, ως επολέμησαν προς αλλήλους...".  Αν η γλώσσα του Θουκυδίδου είναι νεκρή, δεν θα πρέπει σήμερα ούτε ένας Έλληνας, ακόμη κι αν είναι πτυχιούχος Πανεπιστημίου, να  κατανοεί τη φράση αυτή, είτε εν συνόλω είτε εν μέρει, και να  προφέρει/ομιλεί ΟΛΕΣ ΑΝΕΞΑΙΡΕΤΩΣ τις λέξεις που αυτή περιέχει.

Επομένως η αρχαία ελληνική γλώσσα δεν είναι νεκρή γλώσσα, αλλά ζει μέσα στη νέα ελληνική. Και τούτο συμβαίνει, διότι η ελληνική γλώσσα είναι ενιαία από την αρχαιότητα έως σήμερα, καθώς παρουσιάζει μίαν αδιάσπαστη δομική και λεξιλογική συνοχή. Επί χιλιάδες χρόνια στον ίδιο χώρο, την Ελλάδα, οι ίδιοι άνθρωποι, οι Έλληνες, ομιλούν και γράφουν την ίδια γλώσσα, την Ελληνική. Παρά τις μεταβολές που έχουν παρουσιασθεί στην προφορά, στη γραμματική και συντακτική δομή και στο λεξιλόγιο, όμως ούτε η δομική φυσιογνωμία της γλώσσας (π.χ. η διάκριση πτώσεων, αριθμών, γένους στα ουσιαστικά και επίθετα ή ή διάκριση προσώπου, αριθμού, χρόνου, φωνής, διαθέσεως στο ρήμα)  ούτε το λεξιλόγιό της αλλοιώθηκαν τόσο, ώστε να μην γίνεται αντιληπτό ότι πρόκειται για την ίδια γλώσσα. Ιδίως το λεξιλόγιο της ελληνικής γλώσσας αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα της ιστορικής συνεχείας της και του ενιαίου χαρακτήρος της. Οι λέξεις "θάλασσα, άνθρωπος, πόλεμος, θεά, θυγάτηρ, άλλος, έπειτα, πάτερ, δώμα, λόγος, φίλος, κράτος, νύμφη, πατρίς, αθάνατος, μεν, παρά, όπως, εκ, ύπατος, υιός, πέδιλα, δείπνον, πολλά, κύμα, πόδες, θαλπωρή, εγώ, αγορεύω, εύχομαι, σίδηρος" και άλλες (ων ουκ έστιν αριθμός), οι οποίες χρησιμοποιούνται από τον Όμηρο έως την εποχή μας αυτούσιες ή παραλλαγμένες, με την ίδια ή παραπλήσια σημασία, ουδείς μπορεί να είπει ότι είναι ομηρικές ή κλασικές ή βυζαντινές ή νέες. Είναι απλώς Ελληνικές. Γι΄αυτόν το λόγο το ενιαίον και το συνεχές της ελληνικής γλώσσας δεν αποτελεί υποκειμενική κρίση, αλλά απτή γλωσσική πραγματικότητα.                 

Η ελληνική γλώσσα ανάμεσα σε όλες τις γλώσσες του κόσμου (περίπου 2.700 περίπου) κατέχει την πλέον επίζηλη θέση. Βεβαίως και άλλες γώσσες καλλιεργήθηκαν και αναπτύχθηκαν σε τέτοιο σημείο ώστε να βοηθήσουν στην διαμόρφωση πολιτισμού ανωτέρου επιπέδου, όμως η ελληνική είναι η πλέον διαχρονική εδώ και πάνω απο 4.000 χρόνια καλλιεργημένη γλώσσα και η οποία παρήγαγε την ανεπανάληπτη πολιτιστική έκρηξη της κλασικής εποχής. Εξ άλλου το γεγονός ότι σε διεθνές επίπεδο οι επιστήμονες όλων των  επιστημονικών τομέων  καταφεύγουν διαρκώς στην ανεξάντλητη πηγή υλικού της ελληνικής γλώσσας για την παραγωγή επιστημονικών όρων, αυτό από μόνο του αποδεικνύει την πλαστικότητα και τη δυναμική που διαθέτει η γλώσσα μας για την παραγωγή λέξεων, οι οποίες να ανταποκρίνονται σε κάθε ανάγκη που γεννάται διαρκώς σε όλον τον κόσμο για έκφραση/διατύπωση των νέων δεδομένων της ζωής. Αυτό καθιστά την ελληνική γλώσσα ανώτερη όλων των γλωσσών.  Οι Ευρωπαίοι κατά πρώτον, και μέσω αυτών και οι άλλοι λαοί, κατέφυγαν, και εξακολουθούν να καταφεύγουν, στην αστείρευτη γλωσσική ποικιλία του ελληνικού ποιητικού, ιστορικού, φιλοσοφικού, ρητορικού, εκκλησιαστικού λόγου, για να διαμορφώσουν τόσον τον καθημερινό όσον κυρίως τον επίσημο, επιστημονικό λόγο, ο οποίος ήταν (και είναι) και ο πλέον απαιτητικός. Ως και για τον ίδιο το χώρο. στον οποίο έμεναν, αναγκάσθηκαν να δανεισθούν την ελληνική λέξη "Ευρώπη".

Έτσι η ελληνική γλώσσα κατέστη οικουμενική από πολλές πλευρές. Όχι μόνον τις ελληνικές λέξεις δανείσθηκαν και εξακολουθούν να δανείζονται οι ξένοι, αλλά και τον πλούτο των ιδεών, εννοιών και αξιών που εμπεριέχουν αυτές οι λέξεις και που γεμίζουν (διαπερνούν) όλα τα κείμενα του ελληνκού στοχασμού. Ενδεικτικώς  ο Βρετανός γλωσσολόγος R.H. Robins  αναφέρει: "η πνευματική ζωή της Ευρώπης στο σύνολό της-η φιλοσοφική, η ηθική, η πολιτική και η αισθητική της σκέψη- έλκει την καταγωγή της από την σκέψη και το έργο των Ελλήνων στοχαστών. Και σήμερα ακόμη όλο ξαναγυρνάμε πίσω σε ό,τι έχει αφήσει η πνευματική δραστηριότητα των Ελλήνων, αναζητώντας ερεθίσματα και κουράγιο. Με τους Έλληνες, όσο με κανέναν άλλον αρχαίο ή σύγχρονο πολιτισμό, ο σύγχρονος άνθρωπος αισθάνεται μίαν αναντίρρητη πνευματική συγγένεια". Επίσης με τον Μέγα Αλέξανδρο η ελληνική γλώσα έγινε η πρώτη παγκόσμια γλώσσα για τις συναλλαγές πολλών λαών και συγχρόνως γλώσσα πολιτισμική. Απόδειξη τούτου τα λόγια του Γερμανού βυζαντινολόγου  Καρόλου Κρουμβάχερ: "ου μόνον ως μέσον συνεννοήσεως σύμπαντος του ελληνικού και ελληνίζοντος κόσμου εις τα απώτατα αυτού μέρη και εις διαφορώτατα φύλα και κοινότητας εχρησίμευεν η η ζώσα ελληνική κοινή γλώσσα των αλεξανδρεωτικών και ρωμαϊκών χρόνων, αλλά ήτο και η γλώσσα του Ευαγγελίου, η γλώσσα της διεθνούς συγκοινωνίας (επικοινωνίας) των βαρβάρων (ξένων) μετά των Ελλήνων και Ρωμαίων, και δη και των βαρβάρων (ξένων) προς αλλήλους, ... εν ολίγαις λέξεσιν εξετέλει έργον παγκοσμίου γλώσσης". Ιδιαίτερο κύρος απέκτησε διεθνώς η ελληνική γλώσσα, και συγχρόνως τονίσθηκε ο οικουμενικός της χαρακτήρας, εκ του γεγονότος ότι η γλώσσα της Καινής Διαθήκης, καθώς και το έργο των Πατέρων της Χριστιανικής Εκκλησίας, της Θείας Λειτουργίας (Ιωάννου Χρυσοστόμου και Μεγάλου Βασιλείου), της χριστιανικής υμνογραφίας και της μεταφράσεως της Παλαιάς Διαθήκης, είναι η ελληνική  γλώσσα.

Επί πλέον η ελληνική γλώσσα διαθέτει μίαν εκπληκτικήν ιδιότητα, μας διδάσκει η ιδία πώς να γράφομε μία λέξη με ορθογραφία. Προσέχοντας τη ρίζα των λέξεων, το θέμα τους, την ετυμολογία τους, κατανοούμε και τον ορθό τρόπο γραφής και την ιδιαίτερη σημασία (έννοια) που έχουν ή δηλώνουν. Δύο πραδείγματα: α) η λέξη "δεισιδαίμων" και "δεισιδαιμονία" ετυμολογικώς προέρχονται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα "δέδοικα" (=φοβούμαι), και μάλιστα από το θέμα του μέλλοντος "δείσομαι", και το ουσιαστικό "δαίμων" (=θεός). Με βάση την ετυμολογική προέλευση και τη σημασία των δύο μερών/λέξεων που σχηματίζουν τη λέξη "δεισιδαίμων" και "δεισιδαιμονία" κατανοούμε  και την ορθογραφία και τη σημασία αυτών των λέξεων (δεισιδαίμων=αυτός που φοβείται το θείον/το άγνωστο, δεισιδαιμονία=ο φόβος προς το θείον). Και αντιστρόφως: όταν δούμε μίαν άγνωστη λέξη, με βάση την ορθογραφία της οδηγούμαστε στην ετυμολογία της και μέσω αυτής στο ακριβές ή παραπλήσιο νόημά της. β) το αρχαίο ελληνικό ρήμα "δημιουργώ" προέρχεται από το "δημιουργός" και αυτό από το "δήμος"+"έργον". Άρα "δημιουργώ"= επιτελώ έργον δια τον δήμον, τον λαό. Σήμερα βεβαίως γίνεται κατάχρηση του αρχαίου ελληνικού ρήματος "δημιουργώ", χωρίς να αποδίδομε, και ούτε πολλοί ενδιαφέρονται να αποδώσουν, με σαφήνεια τη σκέψη μας. Επίσης σήμερα στην απλούστερη μορφή του λόγου, που επηρεάσθηκε από την εμμονή στο δημοτικισμό προς αποφυγή λογιώτερον λέξεων, γίνεται κατάχρηση του ρήματος "κάνω", που προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα "κάμνω"(= κατασκευάζω με κόπο, κοπιάζω, μοχθώ).

Επίσης η ελληνική γλώσσα διαθέτει και μίαν σοφία. Στη γλώσσα (οποιαδήποτε γλώσσα) έχομε το "σημαίνον" (που είναι η λέξη) και το "σημαινόμενον" (που είναι η έννοια). Στην ελληνική γλώσσα αυτά τα δύο (το "σημαίνον" και το "σημαινόμενον") έχουν στενή, οργανική σχέση μεταξύ τους, ενώ αντιθέτως στις άλλες γλώσσες το "σημαίνον" (δηλ. η λέξη) είναι απλώς ένας τυχαίος συνδυασμός γραμμάτων. Στην Αγγλική π.χ. μπορούμε να συμφωνήσομε όλοι να αποκαλούμε το σύννεφο car και το αυτοκίνητο cloud, και από τη στιγμή αυτή να ισχύει. Στην ελληνική γλώσσα όμως αυτό είναι αδύνατον, διότι τα γράμματα που σχηματίζουν μία λέξη δεν είναι ένας τυχαίος συνδυασμός γραμμάτων, αλλά λαμβάνεται υπ΄όψιν για την επιλογή των γραμμάτων το ιδιαίτερο νόημα/έννοια που θέλομε να αποδώσομε. Επί παραδείγματι, για να ονοματίσομε αυτόν ο οποίος κατοικεί στον τόπο όπου γεννήθηκε, στον τόπο καταγωγής των προγόνων του, ο οποίος δεν ήλθε από άλλον τόπο, χρησιμοποιούμε τον όρο "αυτόχθων". Τα 8 γράμματα του όρου "αυτόχθων" δεν τα πήραμε τυχαίως, αλλά τα τέσσαρα πρώτα προέρχονται από την αντωνυμία "αυτός"(= ο ίδιος) και τα άλλα τέσσαρα είναι η λέξη "χθων"(=γη). Βλέπομε λοιπόν ότι το σημαίνον (η λέξη "αυτόχθων") έχει πρωτογενή εννοιολογική σχέση με το "σημανόμενον", δηλαδή με το βαθύτερο νόημα που θέλει να δηλώσει και το οποίο νόημα εξάγεται από το συνδυασμό/ένωση των δύο επί μέρουςλέξεων. Γι΄ αυτόν το λόγο ωρισμένοι αποκαλούν την ελληνική γλώσσα ως "εννοιολογική", ενώ τις υπόλοιπες ως "σημειολογικές". Ακόμη η σοφία και η τελειότητα της ελληνικής γλώσσας φαίνεται και από τις ομάδες λέξεων που έχει και οι οποίες λέξεις αυτών των ομάδων δηλώνουν πολύ λεπτές αποχρώσεις ενός γενικού νοήματος ή μιας γενικής εννοίας. Ας προσέξομε ως προς αυτό τις λεπτότατες εννοιολογικές διαφοροποιήσεις των  εξής αρχαίων ρημάτων: "ποιώ, πράττω, δημιουργώ, ενεργώ, δρώ, κατασκευάζω, διεξάγω, επιτελώ", τα οποία εχρησιμοποιούντο όχι αλόγιαστα, αλλά για να δηλώσουν επακριβώς το συγκεκριμένο νόημα που ήθελε να εκφράσει ο ομιλητής ή ο συγγραφέας. Ουδεμία άλλη γλώσσα πλην της ελληνικής έχει αυτήν την δυνατότητα και συγχρόνως αυτήν την μαγεία και το προνόμιο. Έχοντας παρατηρήσει αυτήν την ιδιότητα της ελληνικής γλώσσας ο γερμανός φυσικός Βέρνερ Χάιζενμπεργκ (1901-1976 μ. Χ.) είπε: "η θητεία μου στην αρχαία ελληνική γλώσσα υπήρξεν η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στη γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στη λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο". Αλλά και ο Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833 μ.Χ.) έλεγε για όσους δεν επιλέγουν την κατάλληλη κάθε φορά λέξη για να δηλώσουν με ακρίβεια τη σκέψη τους: "το αδιόριστον των λέξεων γεννά το ακατάστατον των ιδεών και τούτο πάλιν το ακατάστατον των πράξεων".         

Όπως είπαμε, η ελληνική γλώσσα διαθέτει μίαν ιστορική συνέχεια. Ως εκ τούτου υπάρχει μία αμφίδρομη και στενή σχέση ανάμεσα στις παλαιότερες και νεώτερες μορφές της. Αν αυτό δεν γίνει κατανοητό, κυρίως από όσους σε πολιτικό επίπεδο καθορίζουν την εκπαιδευτική, και ειδικώτερον τη γλωσσική, πολιτική της Ελλάδος, και δεν εφαρμοσθεί στην εκπαίδευση μία ουσιαστική και σε βάθος γλωσσική μεταρρύθμιση και διδασκαλία, τότε αφαιρείται από τον έλληνα ομιλητή η δυνατότητα να βελτιώσει τη γλωσσική του έκφραση και να αρθεί σε ένα ανώτερο επίπεδο επικοινωνίας. Διότι, όποιος προηγουμένως δεν έχει εντρυφήσει στην αρχαία μορφή της γλώσσας και δεν είναι εξοικειωμένος με τα λόγια στοιχεία, οπωσδήποτε αυτός θα αντιμετωπίζει διαρκώς δυσκολία σε μία απαιτητική επικοινωνία, τόσον από πλευράς διατυπώσεως/εκφράσεως περίπλοκων και λεπτών αποχρώσεων εννοιών, όσον και από πλευράς αφ΄ενός κατανοήσεως έστω και επαρκώς εκ μέρους των συνομιλητών του του εκφερομένου λόγου του, αφ΄ ετέρου κατανοήσεως από τον ίδιον του εκφερομένου λόγου των συνομιιλητών του. Και όλα αυτά, διότι η ελληνική γλώσσα είναι η γλώσσα με το κατ΄ εξοχήν επικοινωνιακό γόητρο και κύρος, υπό την προϋπόθεση βεβαίως κάποιος να την γνωρίζει αρκούντως και να την χρησιμοποιεί ικανοποιητικώς.

Επιλογικώς αφ΄ενός σπαταλούμε πλέον το χρόνο μας, όταν ασχολούμεθα με αστήρικτες υποκειμενικές αποστροφές περί νεκρής αρχαίας ελληνικής γλώσσης (απόψεις που παραπέμπουν σε αντεθνικές ιδεοληψίες), και αφ΄ετέρου  οφείλομε να τονίσομε ότι επιτελούν χειρίστη υπηρεσία προς τον ελληνικό λαό και το ελληνιικόν έθνος όσοι καθ΄ οιονδήποτε τρόπον υπούλως και επί σκοπώ εξοβελίζουν τη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών, και της ελληνκής γλώσσης ουσιαστικώς, από την εκπαίδευση.


Ενιαίος Ευρωπαϊκός Αριθμός Έκτακτης Ανάγκης