Δευτέρα
6 Ιουλίου 2020
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 3578RSS FEED
Ψηφίδες ιστορίας από τη δράση της Β’ Μοίρας Καταδρομών στον Εμφύλιο (1946-49)
25/06/2020

(Από προφορικές αφηγήσεις του Λοχία της Β’ ΜΚ Δημητρίου Γ. Κούτρα).

Γράφει ο Κων/νος Δ. Κούτρας

 

Το άρθρο που ακολουθεί καταγράφει μικρές ιστορίες από τη δράση της Β’ ΜΚ στον Ελληνικό Εμφύλιο 1946-49, όπως μου τις αφηγήθηκε ο πατέρας μου  Δημήτριος Γ. Κούτρας, καταδρομέας της Μοίρας από τον Νοέμβριο του 1947 έως τον Δεκέμβριο του 1949. Πρόκειται για μικρά αυτόνομα «επεισόδια» της περιόδου, τα οποία παρατίθενται χωρίς χρονική αλληλουχία ή αφηγηματική αλληλεξάρτηση, συμπληρωμένα με ιστορικές παραπομπές που ελπίζω πως βοηθούν τον αναγνώστη να τα τοποθετήσει στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο του Εμφυλίου, ενώ συνοδεύονται κάποιες φορές από σκέψεις δικές μου και σχόλια προσωπικά – το αν είναι σχετικά ή όχι, τεκμηριωμένα ή μη, ας το κρίνει ο αναγνώστης.

 

Ο πατέρας μου Δημήτριος Γ. Κούτρας (1922-2003) (τον οποίο ελάχιστες φορές στη ζωή μου άκουσα να τον προσφωνούν με κάτι διαφορετικό από το έξοχο «Μήτσος») κατετάγη στον Ελληνικό Στρατό τον Σεπτέμβριο του 1947. Με ορεινή καταγωγή από το Λευκαδίτι της Δωρίδας και προηγούμενη εμπειρία στον ανταρτικό αγώνα από το 5/42 ΣΕ του Συνταγματάρχη Δημητρίου Ψαρρού, επελέγη για τις Δυνάμεις Καταδρομών και μετατέθηκε στο Κέντρο Εκπαίδευσης της Βουλιαγμένης (ΚΕΜΚ) τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς. Στο τέλος Φεβρουαρίου 1948 τοποθετήθηκε στη Β’ Μοίρα Καταδρομών, όπου παρέμεινε μέχρι την απόλυσή του, τον Δεκέμβριο του 1949.  Η θητεία του συμπίτει σχεδόν απόλυτα με την συγκρότηση και την πολεμική δράση της Β’ ΜΚ, η οποία είχε ξεκινήσει από τον Αύγουστο του 1947 ως «Β’ Διοίκησις Καταδρομών». Εκπαιδεύθηκε στα βαρέα όπλα, ονομάσθηκε Δεκανέας αρχηγός στοιχείου όλμου τον Μάιο του 1948 και προήχθη σε Λοχία τον Φεβρουάριο του 1949. Συμμετείχε σε όλες τις επιχειρήσεις της Μοίρας ανελλιπώς και τιμήθηκε με δύο Πολεμικούς Σταυρούς Γ’ Τάξης.

 

Το τελικό ερέθισμα για την συγγραφή του άρθρου προήλθε από ένα ενδιαφέρον βιβλίο που διάβασα πρόσφατα: «Από τον Ιερό Λόχο στους Θρυλικούς ΛΟΚ», του Στρατηγού Γ. Δ. Αραμπατζή  (Εκδόσεις Δούρειος Ίππος, 2013). Διάβάζοντάς το, διαπίστωσα – για πολλοστή φορά – πως μία σύντομη πρόταση ενός τέτοιου βιβλίου, μία «ασήμαντη» εγγραφή, μία γραμμή του κειμένου, μπορεί να περικλείει μία μικρή – και δοξασμένη ή πικρή, αλλά πάντως ενδιαφέρουσα – ιστορία από τους αγώνες που έδωσαν οι καταδρομείς στον άγριο Ελληνικό Εμφύλιο του δεύτερου μέρους της δεκαετίας του ’40. Η Ιστορία γράφεται πάντα με τα «μεγάλα» γεγονότα, τις κεντρικές πολιτικές επιλογές και αποφάσεις, τις μείζονες στρατιωτικές κινήσεις. Κάποια αξία όμως έχουν και οι μικρές ψηφίδες, οι προσωπικές ιστορίες και τα καθημερινά γεγονότα σε μία πολεμική περίοδο. Κάποιες φορές δε, ίσως να δείχνουν πιο ανάγλυφα τις άγριες και σκληρές πτυχές του πολέμου, τις εύθυμες (ναι, υπάρχουν και αυτές, σπανιότατα) ή, ακόμη περισσότερο, τον παράξενο και τραγικό χαρακτήρα της ανθρώπινης Μοίρας. Έτσι, αποφάσισα να συνθέσω τα κομμάτια των αφηγήσεων που βρίσκονταν στο μυαλό μου και στα σημειωματάριά μου, με την πεποίθηση πως ίσως ο αναγνώστης βρεί κάτι ενδιαφέρον στις ιστορίες που ακολουθούν. Στο κείμενο έχουν προστεθεί φωτογραφίες και κειμήλια από το οικογενειακό μας αρχείο καθώς και μερικές εμβληματικές φωτογραφίες των Δυνάμεων Καταδρομών που μπορεί κανείς να βρεί και στο διαδίκτυο. Μερικές προέρχονται από τα επίσημα αρχεία του ΓΕΣ, οι περισσότερες όμως προέρχονται από την δουλειά του Αμερικανού φωτογράφου Βert Hardy που κάλυπτε τον Εμφύλιο ως μέλος του δημοσιογραφικού επιτελείου των ΗΠΑ[1]. Στη σελίδα 330 του βιβλίου του Στρατηγού Γ. Δ.  Αραμπατζή, στον Πίνακα Πεσόντων καταδρομέων στον Εμφύλιο, ο αναγνώστης θα βρεί την παρακάτω εγγραφή:

 

Οπλίτης Κούτρας Ευάγγελος, Β’ ΜΚ, Βίτσι 10-16 Αυγούστου 1949

 

Ο καταδρομέας Βαγγέλης Κούτρας καταγόταν από το Καρπενήσι. Η οικογένειά του διατηρούσε κρεοπωλείο στην πόλη, μάλλον στον τυπικό - για την ορεινή Ρούμελη - συνδυασμό κτηνοτροφικής δραστηριότητας και κρεοπωλείου. Αν και η σύμπτωση του επωνύμου του με αυτό του πατέρα μου ήταν απλή συνεπωνυμία, ο ένας προσφωνούσε τον άλλον  «ξάδελφο», με την οικειότητα που υπάρχει ανάμεσα σε συμπολεμιστές.  Ο πατέρας μου περιέγραφε τον Βαγγέλη Κούτρα σαν την επιτομή του καταδρομέα: ατρόμητος, ακούραστος, εύστροφος, γρήγορος, ικανότατος και ψύχραιμος. Πάντα πρώτος στη μάχη, δεινός χειριστής των όπλων, υποδειγματικός σε όλες τις τεχνικές της μάχης. Λαμπρό παλληκάρι, άριστος καταδρομέας και εξαίρετος χαρακτήρας. Ενδεικτικό του θάρρους και των ικανοτήτων του είναι το παρακάτω περιστατικό που μου είχε διηγηθεί. Με μία μικρή επιφύλαξη, θυμάμαι πως τοποθετείται χρονικά στις επιχειρήσεις του καλοκαιριού του ‘49 στην Ήπειρο (22/6 – 19/7 1949), χωρίς αυτή η λεπτομέρεια να έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία.

 

Ένας ΛΟΚ της Β’ Μοίρας επέστρεφε στη βάση του μετά από μίας ολόκληρης ημέρας επιθετικές αναγνωρίσεις, στις οποίες δεν είχε επιτευχθεί καμμία εμπλοκή με ανταρτική ομάδα. Ήταν λίγο μετά το τελευταίο φως της ημέρας και ο λόχος βάδιζε σε μικρές ομάδες που τηρούσαν αποστάσεις μεταξύ τους, με την κούραση όμως που έφερνε η ολοήμερη αναζήτηση του εχθρού αλλά και πιθανώς τη σχετική αμεριμνησία που φέρνει η διάχυτη εντύπωση πως στην περιοχή δεν υπήρχε ανταρτικός σχηματισμός. Ξαφνικά, ακούστηκαν φωνές και η ομάδα του (τότε) Δεκανέα Δημ. Κούτρα (το στοιχείο του όλμου και μερικοί καταδρομείς ακόμη) αντελήφθη πως η προπορευόμενη ομάδα στην οποία υπήρχε και αξιωματικός του Λόχου, είχε συλληφθεί σε ενέδρα ανταρτών. Οι αντάρτες προφανώς δεν γνώριζαν πως στην περιοχή επιχειρούσαν οι καταδρομείς και είχαν ενεδρεύσει (όπως αποδείχθηκε) για να αιχμαλωτίσουν καμμία ένοπλη ομάδα των Μ.Α.Υ. (Μονάδων Αμύνης Υπαίθρου) ή καμμία περίπολο της Χωροφυλακής. Περιχαρείς για τους αιχμαλώτους τους, κραύγαζαν πρός την «βάση» τους που ήταν σε ένα παρακείμενο ύψωμα, και ο επί κεφαλής τους από εκεί απαντούσε, εξ ίσου περιχαρής, «Φέρτους πάνω τους μαυροσκούφηδες!»[2]. Επίσης προφανές, αλλά καθόλου παράξενο, είναι πως δεν είχαν καταλάβει πως είχαν να κάνουν με ΛΟΚατζήδες, καθώς οι καταδρομείς – κατά την πάγια τακτική τής Διοίκησης Καταδρομών[3] – επιχειρούσαν χωρίς τα διακριτικά τους και με στολές που παρέπεμπαν σε απλό πεζικό, και τις οποίες στολές συχνότατα φορούσαν και ένοπλοι πολίτες. Καταλάβαιναν ωστόσο πως είχαν αιχμαλωτίσει κάποιον «βαθμοφόρο» – και πανηγύριζαν γι’ αυτό – μάλλον από τον ατομικό του οπλισμό και ίσως κάποια διαφορετικά στοιχεία της στολής.

 

Η κατάσταση ήταν δύσκολη και ήταν σαφές πως οι αιχμάλωτοι καταδρομείς θα έπρεπε να απελυθερωθούν χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή τους. Ενώ η ομάδα που ακολουθούσε με επι κεφαλής τον Δεκανέα Δημ. Κούτρα είχε αποθέσει τον φόρτο της και προσπαθούσε να οργανώσει ένα σχέδιο αντίδρασης, κατέφθασε τρέχοντας ο Βαγγέλης Κούτρας με άλλους καταδρομείς. Γρήγορα τους ενημέρωσε πως θα πήγαινε αυτός - «Ξάδελφε θα πάω εγώ για τον Λοχαγό. Καλύψτε με», ήταν περίπου τα λόγια του. Ζήτησε δύο-τρείς εθελοντές να τον ακολουθήσουν και προωθήθηκε γρήγορα προς τους αντάρτες που προχωρούσαν προς το ύψωμα, πανηγυρίζοντας και προπηλακίζοντας τους αιχμαλώτους τους. Σε λίγα λεπτά, οι πανηγυρισμοί σταμάτησαν και ακούστηκαν οι ήχοι της συμπλοκής πού ήταν σύντομη, βίαιη και διεξήχθη με το «λοκατζίδικο μαχαίρι». Αμέσως, οι υπόλοιποι καταδρομείς ξεκίνησαν δραστικά πυρά προς το ύψωμα, με τον ατομικό τους οπλισμό και ένα πολυβόλο που στήθηκε. Στόχος, φυσικά, ήταν να εμποδίσουν τους αντάρτες στο ύψωμα να σπεύσουν σε ενίσχυση των συντρόφων τους. Σε λίγα λεπτά της ώρας, η συμπλοκή είχε λήξει και ο Βαγγέλης Κούτρας με τους εθελοντές του επέστρεφε μαζί με τους καταδρομείς που είχαν αιχμαλωτιστεί και τον αξιωματικό της Μοίρας. Κατά την αφήγηση του Μήτσου  Κούτρα, ένας μόνο αντάρτης είχε επιζήσει και κατάφερε να διαφύγει, τραυματισμένος. Η βάση των ανταρτών στο ύψωμα αντελήφθη πως είχε μπλέξει με μεγαλύτερη μονάδα από ό,τι υπολόγιζε και όχι με περίπολο «μαυροσκούφηδων» ΜΑΥδων, και φρόντισε να απαγκιστρωθεί στο σκοτάδι για να γλυτώσει τα χειρότερα.

 

Ένας τόσο ικανός και θαρραλέος στρατιώτης των Καταδρομών ήταν ο Βαγγέλης Κούτρας.

 

 Στις αρχές Αυγούστου 1949, η Μοίρα έκανε τις προετοιμασίες της για την σκληρή αναμέτρηση στο Βίτσι, ή έκβαση της οποίας θα έκρινε σε μεγάλο βαθμό το νικηφόρο τέλος του Εμφυλίου. Η επιχείρηση «Πυρσός Β’» είχε στόχο να εκκαθαρίσει το Βίτσι και να αφήσει για το τελικό άλμα εφόδου το «άπαρτο κάστρο» του ΔΣΕ, τον Γράμμο. Κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος σε τέτοιες καταστάσεις, φαίνεται όμως πως υπήρχε μία διάχυτη αδημονία και αισιοδοξία πως το τέλος του πολέμου πλησίαζε. Έτσι, προετοιμάζοντας τη Μοίρα για τη μάχη στο Βίτσι, ο διοικητής της Ταγματάρχης Δημήτριος Οπρόπουλος αποφάσισε να κρατήσει τον Βαγγέλη Κούτρα με το εφεδρικό τμήμα που πάντα συγκροτείται για να χρησιμοποιηθεί όπου και όταν η εξέλιξη της μάχης το απαιτήσει[4]. «Πάντα πρώτος ήσουν στις μάχες Κούτρα, μείνε και μία φορά πίσω» φέρεται να του είπε. Η μοίρα όμως έμελλε να παίξει άσχημο παιχνίδι: με την έναρξη κάποιας από τις σφοδρές εμπλοκές της Μοίρας στο Βίτσι, ένα «αδέσποτο» βλήμα όλμου έπεσε σε σημείο που βρισκόταν μέρος του Λόχου Διοίκησης (όπως θα λέγαμε σε σημερινή ορολογία) της Μοίρας και κάποιοι καταδρομείς της εφεδρείας, και τραυμάτισε θανάσιμα τον Βαγγέλη Κούτρα. Έτσι έμελλε να χαθεί άδοξα, μακριά από τη γραμμή της μάχης, ένας λαμπρός καταδρομέας που επί δύο και πλέον χρόνια ήταν ο πρώτος των πρώτων σε όλες τις καταδρομές της Β’ Μοίρας. Ο πατέρας μου τον μνημόνευε πάντα με αγάπη και θαυμασμό.

 

Και για να φανεί πόση σημασία έχει τελικά το πεπρωμένο του καθενός, ας κλείσουμε το κομμάτι αυτό με μία μικρή συμπληρωματική αφήγηση. Περίπου δύο εβδομάδες μετά το θάνατο του Βαγγέλη Κούτρα στο Βίτσι, ο όλμος του «εξαδέλφου» του μονομαχούσε στο Γράμμο με έναν όλμο του ΔΣΕ. Σε μία αναμέτρηση ζωής και θανάτου καθώς οι εύστοχες βολές και των δύο όλμων καταπονούσαν τους μαχητές των δύο πλευρών.  Ο αξιωματικός της Μοίρας που βρισκόταν κοντά στο στοιχείο του όλμου φώναζε και ζητούσε από την ομάδα να εντοπίσει τον εχθρικό όλμο και να τον εξουδετερώσει. Εξαιρετικά δύσκολο έργο μέσα στον καπνό των εκρήξεων και στη φωτιά που έκαιγε από τα βλήματα του Πυροβολικού. Η ικανότητα, αλλά και η τύχη, βοήθησαν τούς καταδρομείς: ένα σημάδι από την εκτόξευση βλήματος «πρόδωσε» τη θέση του αντιπάλου όλμου. Γρήγορα διορθώθηκαν οι παράμετροι βολής και στη δεύτερη ή τρίτη βολή, μία θεαματική έκρηξη σήμανε την επιτυχία τους. Ο αντίπαλος όλμος είχε εξουδετερωθεί οριστικά και το πανηγύρισαν δεόντως.  Λίγο μετά όμως η ανάσα τους κόπηκε, μαζί με την ευφορία της επιτυχίας. Ένα ελαττωματικό βλήμα πυροδοτήθηκε στον σωλήνα του όλμου, διέγραψε μια μικρή καμπύλη και προσγειώθηκε πολύ κοντά τους. Είναι αμφίβολο αν πρόλαβαν να αντιδράσουν στοιχειωδώς και να καλυφθούν, πάντως αν το βλήμα είχε εκραγεί θα είχαν μάλλον όλοι τους σκοτωθεί, μόλις λίγα εικοσιτετράωρα πριν από τη λήξη του πολέμου ... Δεν εξερράγη όμως. Σήκωσαν το βλέμμα τους στον ουρανό, έκαναν το Σταυρό τους και ευχαρίστησαν το Θεό. Όταν έληξε η μάχη, είπαν μεταξύ τους πως αυτή την ημέρα θα έπρεπε να τη θυμούνται δια βίου, να ανταμώνουν ίσως, και πάντως να ανάβουν ένα κερί στην Εκκλησία. Όπως σχολίαζε όμως σαρκάζοντας ο πατέρας μου: «Μετά τον πόλεμο μπήκαμε στη μάχη της ζωής και του μεροκάματου και τα ξεχάσαμε όλα αυτά. Πού και πού, ίσως κάποιος μας να το θυμήθηκε. Τον Θεό, βλέπεις,  τον θυμόμαστε μόνο όταν είναι να ζητήσουμε κάτι ...».

 

Στη σελίδα 325 του βιβλίου του Στρατηγού Γ. Δ. Αραμπατζή, ο αναγνώστης θα βρεί την παρακάτω εγγραφή:

 

Οπλίτης Βλαχογιάννης Νικόλαος, Β’ ΜΚ, Βίτσι-Σινιάτσικο 17 Οκτωβρίου έως 23 Νοεμβρίου 1948

 

Στις 22/23 Νοεμβρίου του 1948, οι δύο «αδελφές» Μοίρες Καταδρομών, η Α’ και η Β’ ΜΚ, ενεπλάκησαν σε μία ατυχή καταδρομή στο Σινιάτσικο όρος της Δυτικής Μακεδονίας. Η επιχείρηση στο Σινιάτσικο παραλίγο να εξελιχθεί σε μεγάλη καταστροφή και αναφέρεται ως υπόδειγμα, τόσο θετικό όσο και αρνητικό. Αποτέλεσε υπόδειγμα νυχτερινής επιθετικής αναγνώρισης αλλά και υπόδειγμα λανθασμένου σχεδιασμού από το Β’ Σώμα Στρατού - που ζήτησε την εκτέλεση της επιχείρησης, βασισμένο σε σωρεία λανθασμένων πληροφοριών και εκτιμήσεων για το πλήθος και την διάταξη των αντιπάλων.

 

Από τη Διοίκηση Καταδρομών ζητήθηκε η εκκαθάριση του Σινιάτσικου όρους από 100 έως 150 αντάρτες που εκτελούσαν συχνά επιχειρήσεις δολιοφθοράς. Οι δύο Μοίρες Καταδρομών διείσδυσαν υποδειγματικά το βράδυ της 22ας  Νοεμβρίου στο Σινιάτσικο και πριν τα ξημερώματα της 23ης είχαν καταλάβει με αιφνιδιαστική επίθεση τα υψώματα που αποτελούσαν τον στόχο τους. Γρήγορα όμως, οι καταδρομείς βρέθηκαν κυκλωμένοι από ισχυρές δυνάμεις ανταρτών – συνολικά 1.000 έως 1.300, όπως εκτιμήθηκε από τις μαχόμενες Μοίρες -  που εκτόξευαν συνεχείς επιθέσεις για την ανακατάληψη των υψωμάτων. Η Β’ Μοίρα εμάχετο με δύο λόχους στο ύψωμα Προφήτης Ηλίας του χωριού Βλάστη και μέχρι τις 10 το πρωί είχε απωλέσει 3 έφεδρους ανθυπολοχαγούς και 18 καταδρομείς, ενώ είχε και 25 τραυματίες. Το ίδιο και η Α’ Μοίρα που είχε κατευθυνθεί στο χωριό Σινιάνι και πιεζόταν σκληρά. Ο αναγνώστης που ενδιαφέρεται, μπορεί να διαβάσει εδώ μία «τεχνική» περιγραφή της επιχείρησης που χρησιμοποιεί πηγές και από τις δύο πλευρές και εδώ μία εκτενή περιγραφή των επιχειρήσεων εκείνης της περιόδου στο Σινιάτσικο, που αντλεί από τις πηγές του ΔΣΕ. Τελικά, οι δύο Μοίρες διατάχθηκαν να απαγκιστρωθούν μέσα σε πυκνό εχθρικό πυρ και ασφυκτική πίεση από τους πολυάριθμους αντάρτες που έδρευαν στην περιοχή.

 

Επικεφαλής της επιχείρησης ήταν ο Ιερολοχίτης Αντισυνταγματάρχης Κυριάκος Παπαγεωργόπουλος, ως διοικητής της ΔΚΒ (Διοίκησης Καταδρομών Βορρά). Είχε εγκαταστήσει τον Σταθμό Διοίκησής του στην τοποθεσία  Δεσπότη Ράχη , δυτικά της κοιλάδας.  Στο εξαιρετικό – αλλά δυστυχώς, δυσεύρετο πλέον -  βιβλίο του («Μνήμες Πολέμου και Ειρήνης»), υπάρχει το εξής απόσπασμα για την καταδρομή στο Σινιάτσικο:

 

«Εγώ ο ίδιος, με τους ελάχιστους άνδρες που είχα στο Σταθμό Διοικήσεως, και αυτούς διαβιβαστές, κινδύνευα να αιχμαλωτιστώ εύκολα....

 

Η εικόνα που παρουσίαζαν τα υποχωρούντα τμήματα των Μοιρών Καταδρομών, που ενώ έδιναν σκληρό αγώνα κουβαλούσαν και στους ώμους τους, τους νεκρούς και τραυματίες αξιωματικούς και οπλίτες, ήταν και συγκινητική και ωραία σαν πολεμική σκηνή. Έδειχνε τους ψημένους και εμπειροπόλεμους άνδρες των Μοιρών Καταδρομών να εκτελούν ένα υποδειγματικό ελιγμό κάτω από τα δυνατά πυρά και την  σκληρή πίεση του εχθρού, μεταφέροντας συγχρόνως στους ώμους τους όλους τους νεκρούς και τραυματίες συναδέλφους τους, εκτός από δύο ανθυπολοχαγούς που έπεσαν νεκροί σε προωθημένη θέση και όλες οι προσπάθειες που έγιναν να τους αποσύρουν απέτυχαν, γιατί ο τόπος είχε κατακλυσθεί από αντάρτες.

 

Για την ιστορία αναφέρω ότι το ίδιο βράδυ, όταν είχαμε πια εγκατασταθεί ισχυρά στα νότια υψώματα, ένας επιλοχίας με μερικούς Καταδρομείς, χωρίς να αναφέρουν τίποτα σε κανένα, γιατί ήξεραν ότι δεν θα τους αφήναμε, ξαναμπήκαν αργά τη νύχτα βαθιά μέσα στην κοιλάδα, πήγαν στο μέρος που κείτονταν άταφοι οι δύο ανθυπολοχαγοί και τους έφεραν τα ξημερώματα πίσω, περνώντας κοντά από αντάρτες, που κοιμόνταν κατάκοποι και αυτοί.»

 

Όταν διάβασα για πρώτη φορά, πριν από αρκετά χρόνια, την παραπάνω περιγραφή  του Στρατηγού Κ. Παπαγεωργόπουλου για το Σινιάτσικο, έμεινα έκπληκτος από το πόσο πραγματικά κοντά ήταν στο ακόλουθο περιστατικό που μου είχε αφηγηθεί ο πατέρας μου.

 

Την ώρα της απαγκίστρωσης από τον  Προφήτη Ηλία  της Βλάστης, το πρωί της 23ης Νοεμβρίου, μία ομάδα 6-7 καταδρομέων – μεταξύ των οποίων και ο Δημ. Κούτρας – αποχωρούσε με μεγάλη δυσκολία, κουβαλώντας όλμους και πυρομαχικά. Σε ένα σημείο της διαδρομής τους βρήκαν τον καταδρομέα Νίκο Βλαχογιάννη, βαριά τραυματισμένο. Ο Βλαχογιάννης ήταν ένας γελαστός και πρόσχαρος λεβέντης των Καταδρομών με καταγωγή από την Δορβιτσά της Ναυπακτίας.  Είχε εξαιρετικά φιλική σχέση με τον Μήτσο Κούτρα, άλλωστε, η οικογένεια μας είχε «κάνει γαμπρό» από τη Δορβιτσά και όποιος γνωρίζει τον «τρόπο» της ορεινής Ρούμελης ξέρεις και  τους δεσμούς που δημιουργεί η συμπόρευση με τον «πατριώτη», τον «κοντοχωριανό» και τον «συμπέθερο». Ο Βλαχογιάννης είχε εμπλακεί ενωρίτερα με τους αντάρτες, αποχωρώντας από το πεδίο της μάχης μαζί με έναν άλλο καταδρομέα, ο οποίος είχε βληθεί και έκειτο νεκρός. Ο ίδιος είχε τραυματιστεί από έκρηξη χειροβομβίδας και η κατάσταση του πρέπει να ήταν πολύ βαριά: κατά την περιγραφή, όλη η κοιλιακή του χώρα ήταν μία ανοιχτή, χαίνουσα πληγή. Είχε τις αισθήσεις του και την επίγνωση της βαρύτητας του τραυματισμού του. Παρότρυνε τους συμπολεμιστές του να τον αφήσουν και να προχωρήσουν, διαισθανόμενος πως ο χρόνος του λιγόστευε και οι ελπίδες να επιβιώσει ήταν μηδαμινές. Ωστόσο, οι καταδρομείς που τον βρήκαν, έδεσαν πρόχειρα – στο μέτρο του δυνατού – τα τραύματά του και τον πήραν μαζί τους κουβαλώντας τον εκ περιτροπής και ρυθμίζοντας την διάταξή τους ώστε να προχωρούν  αποφεύγοντας τα επικίνδυνα σημεία.

 

 Η τύχη το έφερε να σταθούν χρήσιμοι στη Μοίρα, μέσα στον επίπονο δρόμο τους. Η ομάδα προχωρούσε προσεκτικά και αθόρυβα,  όταν ένας από τους καταδρομείς της ομάδας εντόπισε τη θέση ενός ελεύθερου σκοπευτή των ανταρτών, ο οποίος είχε προωθηθεί έξυπνα σε μία δεσπόζουσα θέση και παρενοχλούσε με συνεχή πυρά ένα κομμάτι της Μοίρας που έπρεπε να διασχίσει μία μικρή ακάλυπτη απόσταση. Η κάλυψη τού ελεύθερου αυτού σκοπευτή ήταν πολύ επιτυχημένη αλλά η οξύνοια και η παρατηρητικότητα του καταδρομέα αποκάλυψαν τη θέση του. Συνεννοήθηκαν γρήγορα με νοήματα, απέθεσαν τον τραυματία και τον φόρτο τους και πήραν θέσεις μάχης. Με ένα νεύμα άρχισαν απότομα δραστικά πυρά προς τον ελεύθερο σκοπευτή, ο οποίος αιφνιδιάστηκε και έσπευσε να αποχωρήσει έφιππος από το σημείο καθώς ήταν πλευρικά εκτεθειμένος, αν και εβάλλετο από χαμηλότερα. Στη σπουδή του να αλλάξει θέση, μετακινήθηκε πρός την άλλη πλευρά της δεσπόζουσας θέσης που κατείχε και εκτέθηκε σε καταδρομείς που εβάδιζαν σε κάποιο άλλο μονοπάτι.  Εβλήθη αμέσως από έναν άριστο σκοπευτή της Μοίρας και έπεσε νεκρός – έχω συγκρατήσει το όνομα «Καδάς» από το Λιδωρίκι ως το όνομα του καταδρομέα που τον εξουδετέρωσε, αλλά δεν μπορώ πλέον να το επιβεβαιώσω - πάντως το όνομα υπάρχει στην περιοχή. Η πτώση του αντάρτη όταν εβλήθη δεν ήταν ορατή από την ομάδα του Δημ. Κούτρα, αλλά όπως τους διηγήθηκαν μετά οι συνάδελφοί τους, ήταν κινηματογραφικά «θεαματική»: εβλήθη σε σημείο με απότομη κλίση και το σώμα του κατρακυλούσε στα βράχια επι αρκετά δευτερόλεπτα.

 

Η επιχείρηση στο Σινιάτσικο άφησε μία πολύ πικρή γεύση στους καταδρομείς των δύο μοιρών – και ιδιαίτερα της Β’ ΜΚ που υπέφερε περισσότερο – καθώς η επιχείρηση στηρίχθηκε σε τελείως λανθασμένες πληροφορίες του Β’ ΣΣ και εξελίχθηκε άσχημα. Ο καταδρομέας Νίκος Βλαχογιάννης εξέπνευσε στη διαδρομή, γαλήνιος και ήρεμος – ήταν τέτοια ή έκταση των τραυμάτων του που δεν ένιωθε καν πόνο. Στους καταδρομείς που συμμετείχαν στο περιστατικό, απονομήθηκε ο Πολεμικός Σταυρός Γ’ Τάξης. Στο φύλλο μητρώου του Λοχία Δημητρίου Κούτρα, είναι η εγγραφή της 9ης Δεκεμβρίου 1948.  Λίγο παρακάτω στο ίδιο φύλλο μητρώου,  υπάρχει και ένας δεύτερος Πολεμικός Σταυρός Γ’ Τάξης με ημερομηνία 10ης Οκτωβρίου 1949. Αφορά στις επιχειρήσεις του Αυγούστου 1949 στο Βίτσι και στον Γράμμο, αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να ανασύρω από τη μνήμη μου το επεισόδιο στο οποίο αντιστοιχεί.

 

Η επική πορεία προς το Καρπενήσι

 

Όποτε ρωτούσαν τον πατέρα μου ποιά είναι η επιχείρηση που θυμάται περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, απαντούσε πάντα το ίδιο, σχεδόν πάντα χωρίς δεύτερη σκέψη: η μεγαλειώδης πορεία της Β’ ΜΚ για την ανακατάληψη του Καρπενησίου, τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο του 1949. Δικαιολογημένα νόμίζω. Όποιος διαβάσει τις περιγραφές που υπάρχουν για την πορεία των καταδρομών προς το Καρπενήσι, θα ανασυνθέσει μία πολεμική επιχείρηση που μπροστά της ωχριούν οι εντυπωσιακότερες κινηματογραφικές παραγωγές.

 

Τον Ιανουάριο του 1949, όλες οι Μοίρες Καταδρομών επιχειρούσαν στην Πελοπόννησο, συγκροτημένες ως ΙΙΙη Μεραρχία Καταδρομών. Στις 20 Ιανουαρίου, ο ΔΣΕ προέβη σε μία επιτυχημένη ενέργεια αντιπερισπασμού καταλαμβάνοντας το Καρπενήσι. Η ενέργεια ήταν πολυσήμαντη. Στρατιωτικά, απέβλεπε στην ανακούφιση των πιεσμένων τμημάτων του ΔΣΕ Πελοποννήσου. Η κυριότερη όμως πτυχή της ενέργειας αφορούσε στον ψυχολογικό και πολιτικό αντίκτυπό της, αφού αμφισβητούσε έμπρακτα τη δυνατότητα του επίσημου Κράτους να καταγάγει οριστική και αδιαμφισβήτητη νίκη στον Εμφύλιο. Στις 20 Ιανουαρίου λοιπόν, οι Α’ και Β’ Μοίρες  Καταδρομών  τέθηκαν υπό τη διοίκηση του - τότε Επιτελάρχη της ΙΙΙης  Μεραρχίας Καταδρομών -Αντισυνταγματάρχη Κυριάκου Παπαγεωργόπουλου και διατάχθηκαν να πορευτούν τάχιστα πρός το Καρπενήσι «χρησιμοποιώντας άπαντα τα χερσαία και θαλάσσια μέσα»[5]. Ακολουθώντας τις διαταγές, ξεκίνησαν από τον Πάρνωνα και  με ταχεία πεζοπορία έφτασαν στα Καλάβρυτα.  Με τον οδοντωτό σιδηρόδρομο κατέβηκαν στο Διακοφτό. Με αποβατικά πλοία του Πολεμικού Ναυτικού, υπό απαγόρευση πλού λόγω κακοκαιρίας  πήγαν στην Πάτρα, από εκεί στο Μεσολόγγι, και από εκεί με επιταγμένα οχήματα στο Αγρίνιο. Η επική εξόρμηση των δύο Μοιρών ξεκίνησε μέσα σε τρομακτική κακοκαιρία, πυκνό χιόνι και πάγο. Η Α’ ΜΚ πέρασε με σχοινιά τον φουσκωμένο και ορμητικό Μέγδοβα – που εθεωρείτο αδιάβατος από τους αντάρτες, χάνοντας δύο καταδρομείς. Η Β’ ΜΚ πέρασε από την γέφυρα της Λογγίστας που ήταν ναρκοθετημένη και εφρουρείτο, με ένα κλασσικό νυκτερινό καταδρομικό εγχείρημα αρπαγής σκοπού, γρήγορης αποναρκοθέτησης και εφόδου στο φυλάκιο της φρουράς[6].

 

Το πρωί της 1ης Φεβρουαρίου, οι δύο Μοίρες επιτέθηκαν  και κατέλαβαν την τοποθεσία Τρίκορφο-Σουβλερή ενώ στις 3 Φεβρουαρίου έκαναν κρούση στη βραχώδη τοποθεσία Μαύρη Ράχη. Από τις 4 έως τις 6 Φεβρουαρίου, μέσα σε σφοδρή κακοκαιρία και με εξαιρετικά παράτολμη ενέργεια που περιλάμβανε ταχεία άρση ναρκοπεδίων και κεραυνοβόλο επίθεση, κατέλαβαν το χωριό Δυτική Φραγκίστα και άρχισαν να συγκλίνουν προς το Καρπενήσι το οποίο εγκατέλειπαν οι αντάρτες. Οι δύο Μοίρες μπήκαν στο Καρπενήσι το βράδυ της 9ης Φεβρουαρίου αλλά δεν αναπαύθηκαν. Μαζί με τα τμήματα του Πεζικού που είχαν αφιχθεί στην περιοχή – με μεγάλη καθυστέρηση, λόγω της κακοκαιρίας – προσπάθησαν να αποκόψουν τις ανταρτικές δυνάμεις που είχαν αποχωρήσει από το Καρπενήσι, οργανώνοντας την διαφυγή τους σε δύο φάλλαγγες. Ακολούθησε καταδίωξη των ανταρτών και  μάχες στην περιοχή Λιδωρικίου-Αρτοτίνας, καθώς και στην κοιλάδα του Σπερχειού και συγκεκριμένα στην περιοχή Λαμίας-Μακρακώμης. Όταν τελείωσε οριστικά η επιχείρηση που είχε ξεκινήσει με την διαταγή για την ανακατάληψη του Καρπενησίου, ήταν αρχές Μαρτίου 1949. Είχαν περάσει 40 ημέρες από τότε που ξεκίνησαν πεζοί από τον Πάρνωνα.

 

Η αφήγηση της πραγματικά συναρπαστικής επιχείρησης για την ανακατάληψη  του Καρπενησίου είναι γεμάτη από σκληρές μάχες,  υποδειγματικές και παράτολμες καταδρομές. Περιλαμβάνει όμως – όπως κάθε επιχείρηση – και μικρότερα, «ασήμαντα» επεισόδια. ‘Ενα από αυτά, θα μπορούσε να είναι αστείο – και σαν τέτοιο ξεκινάει – αν δεν κατέληγε πάλι στο άγριο και σκοτεινό πρόσωπο του πολέμου. Τίποτα, τελικά, δεν είναι αστείο σε έναν άγριο πόλεμο. Σε κάποια στιγμή των επιχειρήσεων, μία διμοιρία στην οποία βρισκόταν και ο Μήτσος Κούτρας, είχε σταματήσει περί το σούρουπο, εν αναμονή κάποιας διαταγής. Με την ευκαιρία, μία ομάδα καταδρομέων έκατσαν λίγο και έβγαλαν από το σακκίδιο τους μερικές κονσέρβες καί ότι άλλο είχαν – ίσως καμμία γαλέττα. Δεν πρόλαβαν καν να ξεκινήσουν το πρόχειρο φαγητό τους και ξεκίνησε μία ανταλλαγή πυροβολισμών με κάποιο τμήμα ανταρτών που φάνηκε στον ορίζοντα και αντελήφθη την παρουσία τους. Οι καταδρομείς έτρεξαν γρήγορα να πάρουν θέση μάχης περνώντας από την άλλη μεριά ενός στενού αγροτικού δρόμου όπου βρίσκονταν κάποιες φυσικά οχυρές θέσεις. Η ανταλλαγή πυροβολισμών δεν κράτησε πολύ αλλά στο ενδιάμεσο νύχτωσε για τα καλά. Προχωρώντας αναγνωριστικά, κάποιοι αντάρτες βρήκαν τις κονσέρβες που είχαν αφήσει οι καταδρομείς – που μουρμούριζαν για την ατυχία τους μιάς και έμειναν νηστικοί – και τις τίμησαν δεόντως. Μέσα στην ησυχία της νύχτας ακούγονταν οι ήχοι από το άνοιγμα της κονσέρβας με το μαχαίρι, μαζί με τους ήχους ευωχίας των ανταρτών για το απρόσμενο τσιμπούσι που συνοδευόταν με διάφορα «γαλλικά» - ελαφρού τύπου - για τους καταδρομείς: «καθάρματα μαρμελατζήδες» (επειδή το σιτηρέσιο τους περιελάμβανε και κάποιες μικροσυσκευασίες μαρμελάδας, ασύλληπτη «λιχουδιά» για τους αντάρτες που υπέφεραν από πλευράς επιμελητείας), «κωλόπαιδα της Φρειδερίκης» (χωρίς χρεία σχολίου) και άλλα «χαριτωμένα» που δεν τα θυμάμαι.

 

Μέσα στον παγωμένο χειμώνα του 1949 όμως, εν μέσω μία τέτοιας επιχείρησης, ποιός έδινε σημασία σε αυτά. Ως εδώ, η περιγραφή του πατέρα μου ήταν πραγματικά αστεία – δύσκολο να αναπαραχθεί στο χαρτί – και κυριαρχούσε το γέλιο, όμως μετά πήρε μία διαφορετική τροπή. Σε μία κίνηση που έδειχνε καθαρά τόσο το χαμηλό ηθικό των ανταρτών όσο και την ανυπαρξία εκπαίδευσης, κάποιοι αντάρτες πλησίασαν περισσότερο τον αγροτικό δρόμο και άρχισαν τα βαριά «γαλλικά» κατά των αντιπάλων[7]. Πλήρως ακατανόητη ενέργεια που ίσως να οφειλόταν στην ελπίδα πως θα προκαλούσαν το θυμικό των αντιπάλων τους και – εκτός από το τσιμπούσι – θα γυρνούσαν και με αφηγησεις για «κατορθώματα» στις θέσεις τους ή/και κανέναν αιχμάλωτο. Κύριος οίδε τι σκέφτηκαν. Ένας από αυτούς ξεκίνησε να βρίζει άγρια και να βλαστημάει για ώρα, επιστρατεύοντας όλη του την ευρηματικότητα. Όσο δεν άκουγε αντίδραση, τόσο πιο δυνατά φώναζε. Μέχρι που κάποιος καταδρομέας απασφάλισε μία χειροβομβίδα και προσπάθησε επί αρκετά λεπτά της ωρας να προσδιορίσει από τις φωνές, την απόσταση που τους χώριζε. Ξαφνικά, εκτόξευσε την χειροβομβίδα. Ακούστηκε η έκρηξη και ύστερα απόλυτη ησυχία. Οι καταδρομείς παρέμειναν στη θέση τους. Το πρωί, βρήκαν τρείς νεκρούς νεαρούς αντάρτες από την κάτω μεριά του δρόμου, κοκκαλωμένους από τον παγετό της νύχτας. Ο ένας είχε προσπαθήσει να συρθεί για μερικά μέτρα ενώ οι άλλοι ειχαν σκοτωθεί ακαριαία. Άγρια εικόνα, σε έναν άγριο πόλεμο, όπου τελικά τα αστεία είχαν εξαντληθεί – αν υπήρξαν ποτέ, δηλαδή.

 

Ήταν όντως επική η πορεία των δύο Μοιρών προς το Καρπενήσι στις αρχές του 1949 και έχει ξεχωριστή θέση σε όλες τις πηγές και τις μαρτυρίες για τη δράση των καταδρομέων στον Εμφύλιο. Αν έχει κάποια αξία η προσωπική μου γνώμη, ως απλού αναγνώστη της Ιστορίας  και μόνον, μία μόνο επιχείρηση με εχει εντυπωσιάσει περισσότερο: η Καταδρομή στη Μουργκάνα τον Φεβρουάριο του 1948. Όταν η Γ’ ΜΚ του Ιερολοχίτη Ταγματάρχη Εμμ. Ζαχαράκη ανέβηκε από ένα δρομολόγιο για το οποίο, η βοσκός που τους οδήγησε, δήλωνε κατηγορηματικά πως δεν μπορούν να το ανέβουν «ούτε τα γίδια της»[8]. Και κατέλαβε το ύψωμα «Σκητάρι» που αποτελούσε τον αντικειμενικό σκοπό ολόκληρης της VIII Μεραρχίας.

 

Η αφήγηση της επιχείρησης του Καρπενησίου, όπως κάθε κομματιού της Ιστορίας, γράφεται εστιάζοντας στους ηρωισμούς και τις νίκες (ή τις ήττες, από την άλλη πλευρά). Σπάνια διαβάζει κανείς τις πλέον πεζές και ανθρώπινες πτυχές των εκστρατειών, που κρύβονται πίσω από φράσεις όπως «Αι ανωτέρω επιχειρήσεις, διεξαχθείσαι εν μέσω βαρυτάτου χειμώνος, υπήρξαν δια την Β’ Μοίραν αρκετά δαπανηραί εις απωλείας (14 νεκροί, 26 τραυματίαι και 100 κρυοπαγημένοι) και ως εκ τούτου επεβάλετο η μεταφορά ταύτης εις Βουλιαγμένην δι’ ανάπαυσιν και ανασυγκρότησιν»[9]. Ας μας συγχωρήσει ο αναγνώστης την ωμή περιγραφή που ακολουθεί. Με την επιστροφή στο ΚΕΜΚ,  το ιατρείο γέμισε από καταδρομείς που παραπονούνταν για σοβαρά ενοχλήματα στα πόδια. Θυμάμαι τον πατέρα μου να μου περιγράφει πως, όταν ο γιατρός του ζήτησε να βγάλει (επιτέλους) τις αρβύλες και τις κάλτσες για να εξετάσει τα πόδια του, μαζί «έβγαινε» και το δέρμα, ή μάλλον ένας πολτώδης, φλεγμαίνων κόκκινος ιστός που είχε αντικαταστήσει το δέρμα και έκανε τα πόδια των καταδρομέων μία τεράστια πληγή από τα κρυοπαγήματα και τις μυκητιάσεις. Διόλου παράξενο, αν σκεφτεί κανείς πως οι στρατιώτες αυτοί πορεύονταν και μάχονταν συνεχώς επί 40 ημέρες μέσα σε χιόνι, κρύο, βροχή και λάσπη, χωρίς ούτε μία μέρα ανάπαυσης σε στεγασμένο μέρος - αυτό ήταν το πνεύμα των Καταδρομών. Τις επόμενες ημέρες, στο ΚΕΜΚ επικρατούσε μία grotesque εικόνα, με τους καταδρομείς να κυκλοφορούν με αυτοσχέδια κοντά παντελόνια και παπούτσια, «παστωμένοι» με διάφορες κρέμες που τους χορηγούσε ο γιατρός της Μοίρας. Αυτά κράτησαν μερικές ημέρες και μετά, η Μοίρα αναχώρησε στις αρχές Απριλίου 1949 για τις επιχειρήσεις Θεσσαλίας.

 

O Aυστραλός Συνταγματάρχης του ΟΗΕ στα ελληνικά κατσάβραχα

 

Οι Μοίρες Καταδρομών (και όχι μόνον) εύρισκαν συχνά-πυκνά «μέσα στα πόδια τους» κάποιους ξένους αξιωματικούς-παρατηρητές του ΟΗΕ, κάποιες φορές ακόμη και στην ώρα της μάχης. Το τι ακριβώς «παρατηρούσαν» αυτοί οι αξιωματικοί, τι εντέλλονταν να αναφέρουν, ποιός (υποτίθεται ότι) ήταν ο ρόλος τους, ας το κρίνει ο αναγνώστης στο τέλος του κομματιού αυτού. Στη σελ. 270 του βιβλίου του Στρατηγού Γ. Δ. Αραμπατζή, εν μέσω της περιγραφής των μαχών που έδινε η Ε’ Μοίρα Καταδρομών στο Καϊμακτσαλάν τον Ιούλιο του 1949, ο αναγνώστης διαβάζει:

 

«Και ενώ μαίνονταν οι μάχες στο Κουτσούμπεη και στο Μπέλα Γκρότο, ένα ελικόπτερο προσγειώθηκε κοντά τους. Βγαίνουν τρείς άνδρες και ζητούν τον διοικητή της Μοίρας, ενώ ταυτόχρονα απλώνουν χάρτες και παρακολουθούν με τα κιάλια τους τη γύρω περιοχή. Οι τρείς άνδρες ήταν εκπρόσωποι του ΟΗΕ και όπως είπαν στον διοικητή της Μοίρας, ήλθαν να ελέγξουν μετά από σερβική διαμαρτυρία, εάν έγινε παραβίαση των συνόρων από τμήματα της Μοίρας. Μετά από τις εξηγήσεις που πήραν, αναχώρησαν έχοντας βεβαιωθεί πως οι ΛΟΚ μάχονταν σε ελληνικό έδαφος.».

 

Στις 5/6 Ιουλίου 1949 που οι εκπρόσωποι του ΟΗΕ προσγειώνονται γιά να ελέγξουν την Ε’ ΜΚ, το κλείσιμο των Ελληνογιουγκοσλαβικών συνόρων εχει δρομολογηθεί: το περίφημο «πισώπλατο χτύπημα» του Τίτο ανακοινώθηκε επισήμως στις 11 Ιουλίου 1949 και μάλιστα με «επίσημη» δικαιολογία αυτό ακριβώς που πήγαν να ελέγξουν οι ΟΗΕδες στο παραπάνω εδάφιο[10]. Η παρουσία παρατηρητών του ΟΗΕ στον Εμφύλιο 1946-49 έχει όμως μία προϊστορία. Το 1946, η Ελληνική Κυβέρνηση είχε προσφύγει στον ΟΗΕ εναντίον των κυβερνήσεων της Αλβανίας, της Γιουγκοσλαβίας και της Βουλγαρίας, κατηγορώντας τις χώρες αυτές για ενεργό υποστήριξη στο ΔΣΕ, ενέργεια που έθετε σε κίνδυνο την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδος. Η επιτροπή που συγκρότησε ο Οργανισμός επισκέφθηκε την Ελλάδα το 1947 και συνέταξε έκθεση, η οποία – ως ανεμένετο – απορρίφθηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ μετά από veto της ΕΣΣΔ. Σε όλη τη διάρκεια του Εμφυλίου όμως αποστέλλονταν έκτοτε παρατηρητές. Άλλοτε για να διακριβώσουν τις ελληνικές καταγγελίες πως οι όμορες χώρες παρείχαν όχι μόνο επιμελητειακή υποστήριξη στον ΔΣΕ, αλλά πολλές φορές εμπλέκονταν και με πυρά Πυροβολικού ή Πεζικού κατά του Ελληνικού Στρατού. Και άλλοτε, για να διερευνήσουν καταγγελίες της Αλβανικής και της Γιουγκοσλαβικής πλευράς πως ο Ελληνικός Στρατός εισέρχεται στο έδαφός τους κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων. Ενώ όμως για το μεγαλύτερο μέρος του Εμφυλίου, η εμπλοκή των Γιουγκοσλάβων και (ιδίως) των Αλβανών ήταν συνεχής και σχεδόν απροκάλυπτη, φαίνεται πως οι παρατηρητές του ΟΗΕ στα πεδία των μαχών είχαν ρητή εντολή να «κλείνουν τα μάτια» ή/και να υποβαθμίζουν τα περιστατικά που διαπίστωναν, ώστε να μην ανάψει και άλλη φωτιά στα Βαλκάνια μόλις λίγα χρόνια μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου – η φωτιά του Ελληνικού Εμφυλίου δεν τους απασχολούσε και πολύ, προφανώς. Ειδικά δε για τους Αυστραλούς αξιωματικούς υπήρχε μία – μάλλον ατεκμηρίωτη – υποψία πως δεν ήταν αντικειμενικοί, επειδή η Κυβέρνηση των Εργατικών του Ben Chifley που κυβέρνησε μέχρι το 1949 δεν διέκειτο και πολύ εχθρικά απέναντι στις νέες «σοσιαλιστικές» χώρες που είχαν αναδυθεί μετά τον Πόλεμο.

 

Εν πάση περιπτώσει, μέσα σε αυτό το γενικό κλίμα, κάποια στιγμή η Β’ Μοίρα Καταδρομών δέχθηκε την επίσκεψη ενός κλιμακίου ΟΗΕδων, με επικεφαλής Αυστραλό Συνταγματάρχη. Ήταν καλοκαίρι και οι αξιωματικοί του κλιμακίου έφεραν θερινή στολή με κοντό παντελόνι. Οι αξιωματικοί της Μοίρας τους έθεσαν το θέμα των Αλβανικών παρεμβάσεων, παρουσιάζοντας στοιχεία και μαρτυρίες για την ενεργό εμπλοκή του Αλβανικού Στρατού, ο οποίος μόλις λίγη ώρα πριν είχε βάλει με πυρά ελαφρών όπλων εναντίον της Μοίρας που βρισκόταν σε κίνηση. Ο Αυστραλός αξιωματικός ήταν κάθετα αρνητικός και απέρριπτε όλα τα στοιχεία που ετίθεντο υπ’ όψιν του, εκνευρίζοντας αφόρητα τους αξιωματικούς και τους καταδρομείς της Μοίρας με το  αλαζονικό του ύφος και τον ελάχιστα διπλωματικό του τρόπο. Ήταν φανερό πως είχε γράψει την αναφορά του πριν καν επισκεφθεί τα σύνορα.

 

Εκεί λοιπόν, συνέβη το εξής ευτράπελο. Σε ένα διάλειμμα των συσκέψεων, ένας Πειραιώτης καταδρομέας της Μοίρας, το όνομα του οποίου δυστυχώς δεν συγκράτησα, κάπως πιο «μάγκας» και «περπατημένος» από τους ορεινής καταγωγής συμπολεμιστές του, πλησίασε τον Αυστραλό Συνταγματάρχη. Τον χαιρέτισε στρατιωτικά, του προσέφερε τσιγάρο και του έπιασε κουβέντα με τα κάπως αξιοπρεπή - για την εποχή - αγγλικά του. Αφού τον «χαλάρωσε» με άσχετη φλυαρία, προσφέρθηκε δήθεν αδιάφορα να του δείξει κάτι. Τον οδήγησε σε ένα μικρό μονοπάτι που έβγαζε σε ένα ξέφωτο με καταπληκτική θέα μεν, αλλά εκτεθειμένο οπτικά στο Αλβανικό έδαφος. Χάριν σεβασμού, άφησε τον Αυστραλό αξιωματικό να βαδίζει μπροστά. Μόλις αυτός βγήκε στο ξέφωτο, δέχθηκε αμέσως έναν ορυμαγδό πυρών από το Αλβανικό έδαφος – βλέπετε, οι Αλβανοί «σύντροφοι» δεν είχαν ενημερωθεί. Μάλλον κατάλαβε το ρεζιλίκι αλλά έπρεπε και να καλυφθεί. Όσοι είδαν τη σκηνή (αλλά και όσοι την άκουσαν μετά)  διασκέδασαν αφάνταστα με τη σπουδή του να καλυφθεί χοροπηδώντας σαν το κατσίκι, με τα κοντά παντελονάκια πάνω στα ελληνικά κατσάβραχα, αφήνοντας - για λίγο έστω - το αγέρωχο και αλαζονικό του ύφος στην άκρη. Όσοι μπορούσαν έσκασαν στα γέλια, οι αξιωματικοί της Μοίρας επιτίμησαν αυστηρά τον Πειραιώτη «δράστη» (άσχετα αν θα ήθελαν να τον επιβραβεύσουν), αλλά, ας μην γελαστεί ο αναγνώστης: σε λίγα λεπτά ο Συνταγματάρχης ανέκτησε την αυτοκυριαρχία του και «συνέχισε το βιολί του». Με ένα ξερό “No!” αρνιόταν πως τα πυρά που τον είχαν «ζεματίσει» προέρχονταν από το Αλβανικό έδαφος!

 

Κάποιες ιστορίες όπως αυτή, έχουν και μία διδακτική πλευρά. Καλό είναι να γνωρίζουμε, χωρίς ψευδαισθήσεις, τα όρια και την πραγματική φύση του ΟΗΕ (που δεν παύει να εκφράζει τους συσχετισμούς ισχύος καθε εποχής) και τον πραγματικό ρόλο των «παρατηρητών» του. Αυτά, τα εξακρίβωσαν χωρίς αμφιβολία οι υπερασπιστες της Κύπρου το 1974. Στη μάχη του Αεροδρομίου Λευκωσίας στις 23 Ιουλίου 1974, η Διοίκηση της Α’ ΜΚ σχημάτισε την πεποίθηση πως οι ΟΗΕδες είχαν συνεννοηθεί να παραδώσουν το αεροδρόμιο στους Τούρκους και εξάντλησαν κάθε δυνατότητα να το κάνουν – δείτε εδώ τον αξέχαστο Διοικητή της Μοίρας Ταξίαρχο Γ. Παπαμελετίου να εκφράζει τα «θερμά» του αισθήματα για τους αξιωματικούς της δύναμης του ΟΗΕ σε εκείνη τη μάχη. Στον Αττίλα ΙΙ, οι «ειρηνευτές» του ΟΗΕ υπέδειξαν στους Τούρκους τις θέσεις των ναρκοπεδίων της Εθνικής Φρουράς, κάτι που οδήγησε στην κατάρρευση του μετώπου στη Μία Μηλιά και στην εύκολη προέλαση του «Αττίλα» προς το Νότο. Υπάρχουν και πολλά άλλα περιστατικά, τα οποία γνωρίζει όποιος έχει διαβάσει για τις επιχειρήσεις του Ιουλίου 1974. Είναι καλό να αντιλαμβανόμαστε τον πραγματικό ρόλο των «ειρηνευτικών δυνάμεων» του ΟΗΕ και να μην τρεφουμε αυταπάτες.

 

Ας συμπληρώσουμε εδώ πως οι καταγγελίες κατά των Αλβανών και των Γιουγκοσλάβων ήταν απόλυτα βάσιμες. Απορεί  βεβαίως κανείς με το θράσος των χωρών αυτών, που επέτρεπαν στους αντάρτες του ΔΣΕ να αποσύρονται εκεί για στρατοπέδευση, ανασυγκρότηση και εφοδιασμό εν όψει της επόμενης επιχείρησης τους στο Ελληνικό έδαφος και διαμαρτυρόντουσαν έντονα όταν ο Ελληνικός Στρατός παραβίαζε το έδαφος τους στη διάρκεια επιχειρήσεων. Είναι άγνωστο σε τι βαθμό γνώριζαν τη χρήση του εδάφους τους στους νυχτερινούς ελιγμούς των ΛΟΚ, πιθανότατα όχι μεγάλο. Από τις αφηγήσεις του πατέρα μου έβγαινε πάντως το συμπέρασμα πως, από ένα χρονικό σημείο και μετά, η Διοίκηση Καταδρομών (ορθότατα) εγκατέλειψε κάθε ενδοιασμό και σχεδίαζε επιχειρήσεις στις οποίες οι Καταδρομείς χρησιμοποιούσαν κάθε δυνατότητα ελιγμού σε έδαφος των όμορων χωρών.  Περνούσαν σε νυκτερινή πορεία από την άλλη πλευρά των βορείων συνόρων και πριν ξημερώσει επετίθεντο σε ισχυρά ερείσματα του ΔΣΕ, από κατευθύνσεις που ουδείς ανέμενε. Βέβαια, αυτό ήταν εξαιρετικά παράτολμο και  δεν οδηγούσε πάντα σε επιτυχία. Θυμάμαι την περιγραφή μίας καταδρομής που πραγματοποιήθηκε μέσα από το Αλβανικό έδαφος και οδήγησε το ξημέρωμα στην αριστοτεχνική κατάληψη ενός υψώματος στον Γράμμο. Μόλις όμως έπεσαν οι φωτοβολίδες που δήλωναν την κατάληψη, άρχισαν να χτυπούν οι καμπάνες των εκκλησιών στα κοντινά χωριά της Βορείου Ηπείρου  συνεγείροντας όλες τις διατιθέμενες δυνάμεις του ΔΣΕ στην περιοχή.  Μόλις ξημέρωσε, η Μοίρα είχε κυκλωθεί από ικανή δύναμη ανταρτών, με αιχμή του δόρατος το περίφημο Ιππικό του Γαζή (για τις «Αμαζόνες» ιππείς του οποίου υπερηφανεύεται, δικαίως, ο ΔΣΕ). Μετά από σκληρή μάχη ολόκληρης ημέρας, και εν αδυναμία ανεφοδιασμού, η Μοίρα αναγκάστηκε το επόμενο βράδυ να απαγκιστρωθεί αθόρυβα καθώς τα πυρομαχικά της είχαν εξαντληθεί.

 

Ανεξάρτητα πάντως από την έκβαση κάθε μίας από τις επιχειρήσεις αυτές, είναι αδιαμφισβήτητο πως οι Δυνάμεις Καταδρομών πέτυχαν απόλυτα στον πρωταρχικό στόχο που έχουν οι μονάδες ανορθόδοξου πολέμου.  Τον είχε λακωνικά διατυπώσει το 1940 ο Winston Churchill στην «ιδρυτική διακήρυξη» των Βρεττανικών μονάδων καταδρομών, που είναι η εισήγησή του για την ανάγκη δημιουργίας τμημάτων commandos που θα αναλάβουν αποστολές στην κατεχόμενη Ευρώπη: “We need specially trained troops of the hunter class, who can develop a reign of terror down these coasts”. Η δράση των ΛΟΚ δημιούργησε τεράστιο αίσθημα ανασφάλειας στους μαχητές του ΔΣΕ που γνώριζαν πως μπορεί να δέχονταν ξαφνικά το κτύπημα τους στη μέση της νύχτας, ακόμη και αν το ύψωμά τους ήταν στο κέντρο μίας ισχυρής αμυντικής διάταξης, ακόμη και αν τα νώτα τους ήταν θεωρητικά προφυλαγμένα από το Αλβανικό ή το Γιουγκοσλαβικό έδαφος. Αυτό, φαίνεται ξεκάθαρα στα δύο φυλλάδια[11] που αναγκάστηκε να εκδώσει ο ΔΣΕ για τους ΛΟΚατζήδες και τα οποία βρέθηκαν στη διάρκεια των επιχειρήσεων του Εμφυλίου.

 

Το πρώτο φυλλάδιο βρέθηκε σε νεκρό διμοιρίτη του ΔΣΕ στην επιχείρηση της Β’ ΜΚ στο ύψωμα Μανιτόρετς (13 Νοεμβρίου 1948) και ήταν η διαταγή της 9ης Μεραρχίας του ΔΣΕ για τον τρόπο αντιμετώπισης των ΛΟΚ. Τα όσα γράφει δεν χρειάζονται σχολιασμό και αποτελούν μάλλον τον ουσιαστικότερο έπαινο για τους καταδρομείς: «Τα ΛΟΚ ... έχουν ειδικά εκπαιδευθή στον ορεινό αγώνα. Δρουν αιφνιδιαστικά διά μέσου ατραπών, χαραδρώσεων του εδάφους και αναρριχώνται ακόμη σε βραχώδη σημεία που δεν υπολογίζουμε ότι μπορεί να ανέβει άνθρωπος και από εκεί αιφνιδιαστικά επιτίθενται τολμηρά στα νώτα ή στα πλευρά της διάταξής μας. Η τοληρή αυτή ενέργεια και αναπάντεχη δημιουργεί σύγχυση και αιφνιδιάζει. ... Καταλαμβάνουν αιφνιδιαστικά δεσπόζουσες κορυφές τη νύχτα όταν άλλα τμήματα Πεζικού δεν μπόρεσαν με επανειλημμένες προσπάθειες να τις καταλάβουν. ... Έτσι μπορούν να δρούν και την ημέρα ακόμα, αλλά και ιδιαίτερα τη νύχτα εκτελούν τις σπουδαιότερες αποστολές.».

 

Το δεύτερο φυλλάδιο έχει εκδοθεί από τη Χ Μεραρχία του ΔΣΕ τον Ιούνιο του 1949, με τον εύγλωττο τίτλο «Ο εχθρός στο Βίτσι δεν θα περάσει – Πώς θα τσακίσουμε τους ΛΟΚατζήδες». Βρέθηκε σε αποθήκη πυρομαχικών του ΔΣΕ στο Βίτσι τον Αύγουστο του 1949. Είναι γραμμένο σε πιο λαϊκή γλώσσα από το προηγούμενο και αναγνωρίζει – κάπως ανόρεκτα – τις ικανότητες των ΛΟΚ ενώ περιγράφει και μερικές από τις επιχειρήσεις τους, ένδειξη του αντίκτυπου που πρέπει να είχαν στο ηθικό των μαχητών του ΔΣΕ. Ξεκαθαρίζει τη σημασία της αντιμετώπισής τους: «Σ’ εμάς όμως πρέπει να γίνει βαθειά συνείδηση και πίστη ότι – όπως λέει ο σ. Ζαχαριάδης – “όταν ματώσουμε και εξαντλήσουμε τους Λοκατζήδες, ο απλός φαντάρος δεν θα αντέξει στην τρομαχτική αιμορραγία που τον περιμένει, θα καταρρεύσει”». Και για να μήν αφήσουμε τη συζήτηση ημιτελή, ας δούμε και το πώς «στολίζει» τους καταδρομείς το φυλλάδιο της Χ Μεραρχίας πριν αναλύσει τις ικανότητές τους, σε μία προσπάθεια να φανατίσει τους μαχητές της: «Τους λοκατζήδες τους έφτιασαν οι Αγγλοαμερικάνοι σαν επίλεχτα ελαφρά τμήματα του μοναρχοφασιστικού στρατού. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς είναι ασυνείδητα καθάρματα, εγκληματίες, χίτες. Οι άλλοι είναι παρασυρμένοι, που πάνε στα ΛΟΚ γιατί είναι ελεύτεροι να κάνουν πλιάτσικο, να βιάζουν και να σκοτώνουν κι ακόμα γιατί ύστερα από κάθε επιχείρηση τους τραβάνε στις πολιτείες και γλεντοκοπάνε».

 

Η επιλογή των καταδρομέων και οι σκωτσέζικες φούστες

 

Ο Δημήτριος Κούτρας κατετάγη στο Στρατό τον Σεπτέμβριο του 1947, στο Κέντρο Πυροβολικού Λαμίας. Εκεί, όπως και σε όλα τα στρατόπεδα του Στρατού Ξηράς μάλλον, γινόταν επιλογή στρατιωτών για τους ΛΟΚ. Οι μέθοδοι του τότε, δεν διέφεραν και πολύ από τη σημερινή πρακτική  (άσχετα αν σήμερα πολλοί στρατεύσιμοι έχουν ήδη σπουδάσει, οπότε υπάρχει τεκμήριο για τις διανοητικές τους δυνατότητες): ψυχομετρικά tests, λαβύρινθοι κτλ. Στο test του λαβύρινθου, ο Δ. Κούτρας αντέδρασε σωστά και άμεσα (οπισθοχωρώντας και βρίσκοντας την σωστή διαδρομή εξόδου) οπότε ξαφνικά είδε έναν μυστακοφόρο με καρώ φούστα να τον δείχνει και να λέει κάτι στα Αγγλικά. Ήταν ο Σκωτσέζος εκπαιδευτής των SAS που επέβλεπε τη διαδικασία επιλογής και πρέπει να ήταν η πρώτη φορά που ο πατέρας μου, έκπληκτος μάλλον, έβλεπε Σκωτσέζο με την παραδοσιακή του ενδυμασία. Έκτοτε βέβαια, μάλλον την συνήθισε δεδομένου ότι αρκετοί από τους εκπαιδευτές στο ΚΕΜΚ την φορούσαν[12].

 

Από την περιγραφή του περιστατικού, και την έντονη συμπάθεια την οποία εξέφραζε ο πατέρας μου για τους Σκωτσέζους,  μου είχε μείνει κάποια περιέργεια για τη σχέση τους με τη στελέχωση των Βρετανών καταδρομέων και ιδίως των SAS.  Άλλωστε, την έβλεπα συχνά μπροστά μου διαβάζοντας ιστορικά κείμενα.  Όντως, φαίνεται να υπάρχει κάποια ιδιαίτερη σχέση των Σκωτσέζων (για τους οποίους είχα διαβάσει κάπου πως οι Γερμανοί, στην απόβαση της Νορμανδίας, τους αποκαλούσαν «οι Κυρίες από την Κόλαση») με τους SAS,  όπως διαπιστώνει κανείς και με μία απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο. Ο ιδρυτής των SAS Συνταγματάρχης David Stirling (με τον οποίον είχε συνεργαστεί στενά ο Συνταγματάρχης Χριστόδουλος Τσιγάντες) ήταν Σκωτσέζος ενώ φαίνεται πως υπάρχει σημαντικό ποσοστό Σκωτσέζων commandos στην SAS, ακόμη και στις μέρες μας.

 

Η ιδιαίτερη συμπάθεια που αισθανόταν για τους Σκωτσέζους ο πατέρας μου, ήταν πηγαία και κυρίως οφειλόταν στην αναγνώριση της σκληρής και σωστής εκπαίδευσης που είχε λάβει στο ΚΕΜΚ υπό την επίβλεψή τους. Θυμόταν πάντοτε έναν από αυτούς που τους είχε δείξει διάφορες τεχνικές μάχης, με εξαιρετικό τρόπο. Πάντως, ένα μέρος της συμπάθειας που τους είχε, οφειλόταν στο πόσο του άρεσε ο ακομπλεξάριστος τρόπος με τον οποίον φορούσαν με κάθε ευκαιρία την παραδοσιακή τους καρώ «φούστα». . Όταν καμμία φορά μας μιλούσε για παλαιότερα χρόνια στο χωριό μας και αναφερόταν στις παραδοσιακές ενδυμασίες της Ρούμελης, τον πειράζαμε «κοροϊδεύοντας» τις φουστανέλες και τα τσαρούχια. «Γιατί;» μας έλεγε. «Οι Σκωτσέζοι που φορούν τις καρώ φούστες με κάθε ευκαιρία, είναι αναχρονιστικοί;». «Δεν ξέρω, αλλά είναι τσιγκούνηδες!» τον πείραζα.  «Ναι, βλέπεις εδώ πήξαμε στους κουβαρντάδες ...» μου απαντούσε.

 

Το τέλος του Καπετάν «Ανάποδου» (Εύβοια, Νοέμβριος 1949)

 

Μετά τη μάχη στο Γράμμο (Αύγουστος 1949), η Β’ ΜΚ ανασυγκροτήθηκε για λίγες ημέρες στην Αγριά Βόλου και στα μέσα Σεπτεμβρίου μετακινήθηκε στην Έυβοια, όπου για δύο και πλέον μήνες διεξήγαγε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον μικρών ομάδων ανταρτών που προσπαθούσαν απεγνωσμένα να αποφύγουν τη σύλληψη, μη έχοντας κανένα πλέον στήριγμα. Η Μοίρα εγκαταστάθηκε στη δασώδη Βόρειο Εύβοια και στρατοπέδευε στο Κτήμα Noel Baker[13].

 

Ένα ήσυχο μεσημέρι του Νοεμβρίου, στο στρατόπεδο σήμανε συναγερμός από τη φωνή του σκοπού, ο οποίος αναγνώριζε έναν αντάρτη που πλησίαζε για να παραδοθεί. Τον προσήγαγαν στον Διοικητή της Μοίρας Τ/χη Δημ. Οπρόπουλο και εκεί δήλωσε πως ήταν ο υπαρχηγός του Καπετάν «Ανάποδου», τον οποίο είχε λίγη ώρα πριν σκοτώσει για να τύχει της αμνηστίας που προέβλεπε ο σχετικός νόμος. Προσφέρθηκε δε, να οδηγήσει κάποια ομάδα στο σημείο όπου είχε αφήσει νεκρό τον αρχηγό του.  Αμέσως, ο Διοικητής της Μοίρας ετοιμάστηκε να ξεκινήσει με δύο λοχίες (ένας εκ των οποίων ήταν ο Μήτσος Κούτρας) και μερικούς καταδρομείς, και χρειάστηκε να τον «φρενάρουν» κάποιοι παλιοί στρατιώτες της Μοίρας: ο Γράμμος και οι σκληρές μάχες ήταν ήδη παρελθόν δύο και πλέον μηνών, και τα αντανακλαστικά φαίνεται πως τα κυβερνούσε η αδημονία για την οριστική λήξη της εκστρατείας. Για τους παλιούς καταδρομείς, οι κανόνες εμπλοκής που θα εξασφάλιζαν πως δεν πρόκειται για κάποια παγίδα ή για κάποια κίνηση απελπισίας των ανταρτών που έβλεπαν πως το παιχνίδι είχε οριστικά χαθεί, είχαν ακόμη την αξία τους. Ο Τ/χης Οπρόπουλος γέλασε και το δέχθηκε. Η περίπολος που συγκροτήθηκε βάδισε με τον αντάρτη διαρκώς μπροστά στα σκοπευτικά τους, και με όλους τους κανόνες ασφαλείας οδηγήθηκε στο σημείο όπου έκειτο ο νεκρός «Ανάποδος». Ήταν κάτω από ένα δένδρο, σε ένα δασωμένο μέρος, κατακρεουργημένος, Τον είχε πυροβολήσει το πρωτοπαλλίκαρό του στον ύπνο του και μάλιστα αρκετές φορές. Τον περισυνέλεξαν οι καταδρομείς και τον έδωσαν σε απόσπασμα Χωροφυλακής που ειδοποιήθηκε.

 

Ο Δημήτρης Οπρόπουλος ήταν άριστος αξιωματικός. Αρχηγός της Τάξης του (1940 Α) στη Σχολή Ευελπίδων  και δεινός καταδρομέας. Ως διοικητής του 47 ΛΟΚ πρωταγωνίστησε σε πολλές μάχες. Ανέλαβε τη Διοίκηση της Μοίρας τον Ιούλιο του 1949 και την οδήγησε μέχρι το τέλος του Εμφυλίου. Ήταν πολύ αγαπητός στους καταδρομείς του. Θυμάμαι το πρόσωπο του πατέρα μου να φωτίζεται όταν μιλούσε για τον Διοικητή του και να «σκοτεινιάζει» όταν τον έβλεπε καθηλωμένο στη Μεταπολίτευση στο αναπηρικό καροτσάκι – γεγονός, πάντως, που οφειλόταν σε ατύχημα που είχε όταν εκτοπίστηκε στη Λήμνο για τη συμμετοχή του στο Βασιλικό αντικίνημα του Δεκεμβρίου 1967.

 

Θα αναρωτιέται ίσως ο αναγνώστης για την συμπερίληψη της συγκεκριμένης ιστορίας στο παρόν άρθρο. Δεν περιγράφει κάποιο πραγματικά σημαντικό επεισόδιο, ούτε αποκαλύπτει κάποια σημαντική λεπτομέρεια των γεγονότων του τότε. Πράγματι, έτσι είναι. Την συμπεριέλαβα για δύο λόγους.  Ο πρώτος, είναι ότι μου δίνει την αφορμή να μιλήσω για το «δέσιμο» που είχε ο τελευταίος  Διοικητής του πατέρα μου στη Β’ ΜΚ,   Τ/χης Δημ. Οπρόπουλος,  με τους καταδρομείς του. Είναι σύνηθες στις μονάδες αυτές, διαχρονικά, ωστόσο εδώ έχω έντονη την πεποίθηση πως επρόκειτο για κάτι ιδιαίτερο. Όσοι γνωρίζουν την ιστορία και την πρακτική των Καταδρομών, ξέρουν πως υπάρχει μία διαφορετική σχέση των στρατιωτών με τους αξιωματικούς και τον Διοικητή τους, στην οποία δεν έχει ιδιαίτερη σημασία η αυστηρή τήρηση της ιεραρχίας και του στρατιωτικού τυπικού - στοιχεία τα οποία υπάρχουν, αλλά χωρίς υστερική τήρηση των κανόνων. Αυτό οφείλεται στο ότι η Διοίκηση μοιράζεται τις ίδιες αντιξοότητες και τους ίδιους κινδύνους με τον απλό στρατιώτη. Μαζί βρέχονται, κρυώνουν, πινούν και διψούν. Μαζί πορεύονται, σκαρφαλώνουν στα βουνά, καταδύονται και πηδούν με το αλεξίπτωτο. Και ο Διοικητής της Μοίρας συχνά μάχεται στην πρώτη γραμμή[14]: ας θυμηθούμε τον «Ηρακλειδέα» γίγαντα Τ/χη Γεώργιο Κατσάνη της 33ης ΜΚ που έπεσε στον Πενταδάκτυλο τον Ιούλιο του 1974, μαχόμενος στην πρώτη γραμμή. Kαι τον Λοχαγό Νικόλαο Κατούντα της ίδιας Μοίρας, πού διέταξε τους καταδρομείς του να αποχωρήσουν, τους κάλυψε, και έπεσε μαχόμενος μέχρι τέλους στην Κηρύνεια, στις 22 Ιουλίου του 1974.

 

Ωστόσο, το ενδιαφέρον – αν υπάρχει όντως κάτι ενδιαφέρον σε αυτή την ιστορία, που είναι στην κρίση του αναγνώστη – βρίσκεται στον τρόπο που αυτή η αφήγηση έφτασε στα αυτιά μου, και οι σκέψεις που αναπόφευκτα ακολούθησαν. Ο πατέρας μου, δεν είχε αναφέρει ποτέ αυτή την ιστορία στις συζητήσεις μας, θεωρώντας την προφανώς ασήμαντη. Πρέπει να ήταν γύρω στο 1990 όταν, ένα μεσημέρι, διαβάζοντας την «Ελευθεροτυπία» της ημέρας, το μάτι μου έπεσε σε ένα κομμάτι που θυμάμαι καλά πως το είχε γράψει ο συμπαθέστατος[15] δημοσιογράφος Ανδρέας Ρουμελιώτης. Το άρθρο περιεγραφε τη δράση του Καπεταν «Ανάποδου» στην Εύβοια και έπλεκε έναν ρομαντικό μύθο πως αυτός ο πραγματικά «άπιαστος» Καπετάνιος προδόθηκε από μία γυναίκα (ή, γιά μία γυναίκα, δεν είμαι σίγουρος). Κατά τύχη, ο πατέρας μου είδε τον μορφασμό που έκανα βρίσκοντας ενδιαφέρον το «ρομαντικό» αφήγημα, και με ρώτησε τι διαβάζω. Όταν του είπα, με ρώτησε γελώντας «Ποιός τα γράφει αυτά;» και μου αφηγήθηκε το περιστατικό, το οποίο πλέον μπορεί – στα βασικά του σημεία – να επιβεβαιώσει κανείς σήμερα ακόμη και στο διαδίκτυο (δείτε εδώ[16], εδώ και εδώ[17]).

 

Από συζητήσεις που είχα αργότερα με καλούς γνώστες της Ιστορίας του Εμφυλίου από τη μεριά του ΔΣΕ, μου έγινε σαφές πως η σχετική μυθολογία ήταν διαδεδομένη, σε διάφορες εκδόσεις, και ο απόηχος αυτής της διαπίστωσης είναι ακόμα ανιχνεύσιμος: π.χ. σε νεώτερο (2001) άρθρο του Ριζοσπάστη, θα διαβάσει κανείς πως ο Καπετάν «Ανάποδος» έπεσε από «αμερικάνικο βόλι». Έχω την πεποίθηση πως οι μύθοι αυτοί δεν διακινούνται τυχαία, καθώς οι σκέψεις που εγείρονται από το πραγματικό γεγονός που παραθέσαμε παραπάνω, είναι επώδυνες για τους ρομαντικούς της Αριστεράς.

 

Ο Θύμιος Καψής (όπως ήταν το πραγματικό όνομα του «Ανάποδου») δεν ήταν κανένα άσημο, δευτέρας κατηγορίας στέλεχος του Αντάρτικου. Ήταν κομμουνιστής από τα χρόνια της φοίτησής του στη Νομική (1939-41) και κατόπιν υπήρξε αντάρτης στον ΕΛΑΣ. Ήταν Πολιτικός Επίτροπος στο «επίλεκτο» 2ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ (το Σύνταγμα Νικηφόρου-Παπαζήση, για να συμπληρώσουμε την ΕΛΑΣίτικη τριανδρία Πολιτικός Επίτροπος – Καπετάνιος – Στρατιωτικός Διοικητής) που είχε διαταχθεί στις αρχές Δεκέμβρη ’44 να επιτεθεί στην 3η Ορεινή Ταξιαρχία του Θ. Τσακαλώτου και αφοπλίστηκε από τους Άγγλους στο Κολλέγιο Ψυχικού. Επι κεφαλής μικρού σώματος ανταρτών στον Εμφύλιο ταλαιπώρησε πολλές φορές τον Στρατό καθώς φαίνεται πως είχε έμφυτο ταλέντο και πολλές ικανότητες στον ανταρτικό αγώνα. Υποθέτει κανείς πως ένα τέτοιο έμπειρο στέλεχος σαν τον «Ανάποδο», μέσα σε ένα μονολιθικό και άτεγκτο, στους κομματικούς κανόνες, Ζαχαριαδικό ΚΚΕ, θα διάλεγε τα στελέχη και τα πρωτοπαλλίκαρά του ανάμεσα στους καλύτερους συναγωνιστές του, στους «ψημένους» Κομμουνιστές μαχητές. Ο υπαρχηγός του λοιπόν, δεν πρέπει να ήταν κάποιο τυχόν, άσημο στέλεχος, το αντίθετο μάλλον. Το ότι σκότωσε τον Καπετάνιο του σαν σκυλί, με τέτοιο άνανδρο τρόπο, για να σώσει το τομάρι του, δείχνει πολλά για την «επαναστατική ηθική» μερικών στελεχών του ΔΣΕ – τέτοια περιστατικά εκτέλεσης (ή κατάδοσης)  συντρόφων για να τύχει αμνηστίας ο «συνεργάσιμος» δράστης, κάθε άλλο παρά μεμονωμένα ήταν εκείνη την περίοδο μεταξύ των ανταρτών του ΔΣΕ που δεν είχαν καταφέρει να περάσουν στην Αλβανία. Επιπλέον, αν  σκεφτεί κανείς πως ο «γενναίος» υπαρχηγός δεν δίστασε να φερθεί έτσι στον Αρχηγό του, με τον οποίο είχε πορευτεί σε κοινούς αγώνες και ποιός ξέρει πόσους κινδύνους είχαν μοιραστεί, παρέλκει ίσως να αναρωτηθεί ποιά θα ήταν η συμπεριφορά του απέναντι στους «μοναρχοφασίστες» στρατιώτες και τους «αντιδραστικούς» πολίτες στη διάρκεια της ένοπλης δράσης του. Επώδυνες σκέψεις αλλά αναπόφευκτες, που προσπερνώνται εύκολα με καταφυγή στο αφήγημα της «γυναικείας προδοσίας»  και στο «αμερικάνικο βόλι», που «έφαγαν» τον Καπετάνιο.

 

Η ανεξήγητη διάλυση της αδελφικής Α’ Μοίρας Καταδρομών

 

Ο Εμφύλιος τελείωσε οριστικά για τους καταδρομείς τον Νοέμβριο του 1949. Με το τέλος των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων της Εύβοιας, οι Μοίρες μεταφέρθηκαν στις αρχές Δεκεμβρίου 1949 στο ΚΕΜΚ της Βουλιαγμένης για ανασυγκρότηση. Στη σελίδα 320 του βιβλίου του Στρατηγού Γ. Αραμπατζή, ο αναγνώστης θα διαβάσει: «Μετά τον πόλεμο, οι Ι και ΙΙ Ταξιαρχίες Καταδρομών διαλύθηκαν. .... Η Α΄ Μοίρα Καταδρομών ακολούθησε την τύχη των Ι και ΙΙ Ταξιαρχιών.» (σελ. 320). Έτσι λακωνικά, χωρίς άλλο σχόλιο, ο αναγνώστης μαθαίνει πως η Α’ ΜΚ διαλύθηκε, χωρίς όμως κάποια εξήγηση γι’ αυτό. Ομοίως και στην επίσημη «Ιστορία των Μονάδων Καταδρομών» του ΓΕΣ (έκδοση Ιουλίου 1967): «Την 30.11.1949 και μετά τον επιτυχή τερματισμό των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων της Νήσου Ευβοίας, η Α’ Μοίρα, επιβιβασθείσα αρματαγωγού πλοίου εις τους Ωρεούς μετεφέρθη εις Αθήνας την 2.12.1949 και εστρατοπέδευσεν εις την περιοχήν Άνω Βούλας. Αποφασισθείσης, υπό του ΓΕΣ, της διαλύσεώς της – η οποία επερατώθη περί τα τέλη Δεκεμβρίου 1949 – οι Αξιωματικοί και Οπλίται της Μοίρας μετετέθησαν εις τας άλλας Μονάδας Καταδρομών.» (σελ. 47).

 

Ενθυμούμενος την αμήχανη αφήγηση του πατέρα μου για τη διάλυση της Α’ ΜΚ,  που κάπως σκίαζε  την χαρούμενη περιγραφή της απολυτήριας τελετής στο ΚΕΜΚ, ομολογώ πως δεν έχω καταλάβει πού μπορεί να αποδοθεί αυτή η απόφαση της στρατιωτικής ηγεσίας του τότε. Δεν είμαι ειδικός στο θέμα, αλλά είχα πάντα την εντύπωση πως μία στρατιωτική μονάδα διαλύεται μόνο αν υποστεί κάποια ταπεινωτική διάλυση στο πεδίο της μάχης, παραδοθεί, χάσει τη σημαία της. Και κάτι τέτοιο δεν συνέβη με τη γενναία Α’ ΜΚ. Δεν κατάφερα να βρώ κάποια εξήγηση και καμμία από τις διατιθέμενες πηγές δεν διαφωτίζει περισσότερο.

 

Οι καταδρομείς της Β’ ΜΚ αισθανόντουσαν τους ΛΟΚατζήδες της Α’ Μοίρας σαν αδέλφια τους. Άλλωστε, για κάποιο χρονικό διάστημα αποτελούσαν ενιαίο τμήμα, την Ι Ταξιαρχία Καταδρομών και τα σχέδια επιχειρήσεων ήταν κοινά. Και πριν από αυτό όμως, οι δύο μοίρες δρούσαν πάντα μαζί: μαζί πορεύτηκαν στην μεγαλειώδη πορεία προς το Καρπενήσι τον Ιανουάριο του 1949, μαζί «στραπατσαρίστηκαν» στο Σινιάτσικο τον Νοέμβριο του 1948, μαζί κατέλαβαν το Βίτσι και το Μάγκοβιτς τον Οκτώβριο του 1948 στην επιχείρηση που απετέλεσε σημείο καμπής για τον Εμφύλιο, μαζί στο Κάμινο, το Μπίκοβικ και το Μανιτόρετς τον Νοέμβριο του 1948, μαζί κατέλαβαν τον Πύργο Στράτσανης στην Επιχείρηση «Νυκτερίδα» του Απριλίου 1949. Η Β’ Μοίρα ήταν που έσπευσε στις 12/13 Αυγούστου 1949 να στηρίξει την Α’ ΜΚ στο Βίτσι και να καλύψει την σύμπτυξή της, όταν αυτή έμεινε κυριολεκτικά ακέφαλη με τον θάνατο του Διοικητή της, Ταγματάρχη Καίσαρα Σέεμαν και του Υποδιοικητή της Λοχαγού Ι. Κοκοσούλη. Ανάμεσα στις δύο Μοίρες είχε αναπτυχθεί και μία πραγματικά ευγενική άμιλλα, πού ανάγκασε τον Αντισυνταγματάρχη Κ. Παπαγεωργόπουλο να στρίψει ένα νόμισμα  για να αποφασίσει σε ποιά από τις Μοίρες θα ανέθετε την καταδρομή στο Βίτσι τον Οκτώβριο του 1948 (η άλλη Μοίρα θα επετίθετο στο ύψωμα Μάγκοβιτς). Και οι δύο Μοίρες ήθελαν να έχουν τη δόξα να καταλάβουν το Βίτσι!

 

Η γενναία Α΄ ΜΚ διαλύθηκε λοιπόν μετά το πέρας του Εμφυλίου. Ο βίος της τερματίστηκε – προσωρινά, όπως απεδείχθη – σε μία λιτή τελετή στο ΚΕΜΚ. Μόνη αυτή είχε αυτή την τύχη. Οι άλλες Μοίρες συνέχισαν την πορεία τους, αλλάζοντας ίσως αργότερα μορφή και αποστολή, όπως η Γ’ ΜΚ που μετασχηματίσθηκε τον Δεκέμβριο του 1963 σε Αμφίβια ΜΚ – δείχνοντας και πάλι πόσο μπροστά ήταν οι καταδρομείς στις εξελίξεις[18].  Ωστόσο, τον Ιανουάριο του 1968 υπήρξε ανασύσταση της Α’ ΜΚ από στελέχη της Β’ ΜΚ που υπηρετούσαν στην Ελληνική Μεραρχία που στάθμευε στην Κύπρο και επαναπατρίστηκε τον Δεκέμβριο 1967, με τη θλιβερή απόφαση της δικτατορικής κυβέρνησης. Η Α’ ΜΚ μεταστάθμευσε λίγο αργότερα στο Μάλεμε Χανίων και συμμετείχε στις επιχειρήσεις της Κύπρου το καλοκαίρι του 1974. Σήμερα, αποτελεί βασικό πυλώνα της άμυνας του Αιγαίου ως Α’ Μοίρα Αμφιβίων Καταδρομών. 

 

Κατά έναν περίεργο τρόπο, ήταν οι δύο «αδελφές» Μοίρες Καταδρομών – και μόνον αυτές[19] - που ενεπλάκησαν στα σχέδια επιχειρήσεων του Ιουλίου 1974.  Η Β’ Μοίρα Καταδρομών που τότε έδρευε στη Ρεντίνα, διατάχθηκε στις 20 Ιουλίου να εκτελέσει την επιχείρηση αερομεταφοράς «Αλέξανδρος»: θα μεταφερόταν στη Λευκωσία με 4 αεροσκάφη της Ολυμπιακής Αεροπορίας γιά να λάβει μέρος στις επιχειρήσεις εξάλειψης του Τουρκικού προγεφυρώματος στην Κηρύνεια.  Η ματαίωση της επιχείρησης αυτής το βράδυ της 20ης Ιουλίου στο αεροδρόμιο της Σούδας (που χρησιμοποιήθηκε ως ενδιάμεσος σταθμός, από Θεσσαλονίκη προς Λευκωσία, άγνωστο γιατί) είναι ένα από τα πολλά σκοτεινά σημεία εκείνης της περιόδου. Όποια και να είναι η πραγματική αιτία[20] – την οποία είμαι πεπεισμένος πλέον ότι δεν θα μάθουμε – το γεγονός αποτελεί κηλίδα στην ένδοξη ιστορία της Μοίρας. Ας σημειωθεί εδώ η άποψη[21] του Σ/γού Μανουρά της Α’ ΜΚ, που διήθυνε την Μάχη του Αεροδρομίου Λευκωσίας στις 23 Ιουλίου 1974 πως αν η επιχείρηση «Αλέξανδρος» δεν είχε ματαιωθεί, ίσως η εξέλιξη του Αττίλα Ι να ήταν διαφορετική.

 

Αντίθετα, η Α’ ΜΚ του Ταγματάρχη Γ. Παπαμελετίου,  εκτέλεσε χωρίς δισταγμό το βράδυ της 21ης Ιουλίου την επιχείρηση  «Νίκη», για την οποία θα είμαστε υπερήφανοι όλοι, εσαεί. Διασώζοντας την τιμή  ολόκληρης της Ελλαδικής κοινωνίας  που αρκέστηκε να πανηγυρίζει για την μεταπολίτευση ενώ η Κύπρος σφάδαζε αβοήθητη. Και πάλι όμως, η «δύσκολη»  ιστορία  της, ακολούθησε την Μοίρα. Όπως όλοι ξέρουμε, η Α’ ΜΚ έχασε 30 καταδρομείς (και η Πολεμική Αεροπορία 4 ήρωες αεροπόρους) πριν καν πατησει στο Νησί, εξ αιτίας της ανικανότητας των αξιωματικών του ΓΕΕΦ.  Ωστόσο, τίποτα δεν την εμπόδισε, όπως πάντα, να ξεδιπλώσει τον ηρωισμό και τη λεβεντιά που πάντα χαρακτήριζε τη δράση της. Εμποδίζοντας την κατάληψη του αεροδρομίου Λευκωσίας στις 23 Ιουλίου, και ματαιώνοντας την κατάληψη της Λευκωσίας στις 14 Αυγούστου.

 

 Επίλογος

 

Τελειώσαμε το άρθρο κάπως «στενάχωρα», αλλά ας είναι. Το αφιερώνουμε στους αξιωματικούς των Καταδρομών που πολέμησαν επί μία δεκαετία για την ελευθερία και την ακεραιότητα της Πατρίδας. Από το Βορειοηπειρωτικό μέτωπο, στα στρατόπεδα του «Ιερού Λόχου» στην Παλαιστίνη, στις καταδρομές στα νησιά του Αιγαίου, και από εκεί στα βουνά της Ελλάδας έως το τέλος του 1949. Κυρίως όμως θα το αφιερώσουμε στους απλούς καταδρομείς του 1946-49. Στα νεαρά παιδιά που από κτηνοτρόφοι, γεωργοί, μικροπωλητές, ή ό,τι άλλο, από χωρικοί, μικροαστοί και αστοί, έγιναν σπουδαίοι commandos, δημιούργησαν τον θρύλο του όπλου των Καταδρομών και λάμπρυναν με τη δράση και τις θυσίες τους τη στολή του 3ου Ιερού Λόχου της Ελληνικής Ιστορίας. Τη στολή που ελευθέρωσε το Αιγαίο, τη στολή που το κρατάει ακόμη ελεύθερο και Ελληνικό.

 

Κων/νος Δ. Κούτρας, Άνοιξη 2020.

 

[1] Δείτε εδώ και εδώ μερικές από τις φωτογραφίες που σύμφωνα με τον δεύτερο σύνδεσμο αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του corbis.com.

 

[2] Οι άνδρες των Μ.Α.Υ. ή άλλοι ένοπλοι αντικομμουνιστές πολίτες έφεραν πολλές φορές μαύρο σκούφο στις περιπολίες τους και σε αυτό αναφέρεται ο χαρακτηρισμός «μαυροσκούφηδες». Η Αριστερά τους χρεώνει (όχι άδικα) με ακρότητες σε βάρος απλών πολιτών αλλά και ενόπλων ανταρτών που συνελάμβαναν. Αυτό εξηγεί ίσως και τη χαρά των ανταρτών που πίστευαν πως τέτοιοι ήταν οι αιχμάλωτοί τους. Την διευκρίνιση αυτή την οφείλω σε παλαιότερη συζήτηση με τον φίλο Σάββα Βλάσση.

 

[3] Οι καταδρομείς δεν πολεμούσαν με τα διακριτικά τους και προσπαθούσαν να αποκρύψουν την ιδιότητα τους καθώς ο ΔΣΕ διέθετε εκτεταμένο δίκτυο πληροφοριών, το οποίο περιελάμβανε όλες τις τάξεις και τα επαγγέλματα, ακόμη και το αρχαιότερο. Οι απλοί καταδρομείς είχαν ρητή και αυστηρή εντολή να δηλώνουν κάποια «άσχετη» μονάδα στις εξόδους και τις κοινωνικές επαφές τους (πλην του στενού τους κύκλου, που γνώριζε) ενώ όταν βρισκόντουσαν σε μετακίνηση για κάποια επιχείρηση, δήλωναν κάποιο τάγμα Πεζικού που μπορεί να βρισκόταν οπουδήποτε αλλού στην Ελλάδα. Το ΓΕΣ μετακινούσε τις Δυνάμεις Καταδρομών εκεί που σχεδίαζε το επόμενο «κτύπημα» και η πληροφορία αυτή ήταν προφανώς πολύτιμη στον ΔΣΕ, που προσπαθούσε με κάθε μέσον να μαθαίνει τις μετακινήσεις των μονάδων, ιδίως των σημαντικών («Στις 9 Αυγούστου, οι δύο Ταξιαρχίες Καταδρομών με αλλαγμένες τις ονομασίες τους για λόγους μυστικότητας σε 78 και 79 Ταξιαρχίες Πεζικού, με τις Α’, Β’, Γ’, Δ’ και Ε’ Μοίρες και αυτές με άλλα ονόματα που να θυμίζουν πεζικό (636, 636, 637, 638 και 639 Τάγματα Πεζικού) και με τους άνδρες τους χωρίς διακριτικά Καταδρομών, βρίσκονταν στους αρχικούς χώρους συγκέντρωσης.», Γ. Δ. Αραμπατζή, ό.π. σελ 281).  Υπήρχαν και περιπτώσεις όπου έδρασαν χωρίς στρατιωτική στολή, θυμίζοντας αντίστοιχες «τεχνικές» των SAS και των SBS, που άλλωστε είχαν χρησιμοποιήσει κατά κόρον οι Ιερολοχίτες όταν επιχειρούσαν μαζί με τους Βρεττανούς στο Αιγαίο («Πήρα δύο λοχίες και προχωρήσαμε προς το μέρος των ανταρτών προσποιούμενοι τους συναγωνιστές (δεν έφερα διακριτικά και φορούσαμε όλοι πολιτικά σκοπίμως).»,  μαρτυρία του Τ/χη ε.α. Κυριάκου Τσιγκούνη στον Σ/γο Γ. Δ. Αραμπατζή, ό.π. σελ. 306, Γράμμος, Αύγουστος 1949).

 

Αντίθετα, όταν η Διοίκηση Καταδρομών ήθελε να δώσει λάθος εντύπωση για το επόμενο θέατρο επιχειρήσεων, έβαζε τους καταδρομείς να «σουλατσάρουν» επιδεικτικά με τη στολή εξόδου τους: «Την εποχή εκείνη, η Ι Ταξιαρχία (η δική μου) βρισκόταν στα Γιάννενα και η ΙΙ Ταξιαρχία του συνταγματάρχη Γ. Ρούσσου στο Βόλο. Δύο-τρείς ημέρες λοιπόν, πριν ξεκινήσουν και οι δύο Ταξιαρχίες για το Βίτσι, η μεν ΙΙ έστειλε από το Βόλο μερικά αυτοκίνητα με προσωπικό στα Γιάννενα και η Ι διέταξα να κυκλοφορούν πολύ στά Γιάννενα οι αξιωματικοί και οι άνδρες της και οι δύο δε, έτσι που να δοθεί η εντύπωση ότι οι Δυνάμεις Καταδρομών είχαν συγκεντρωθεί στα Γιάννενα και συνεπώς η επίθεση θα γινόταν στο Γράμμο.» (Κ. Παπαγεωργόπουλος, «Μνήμες Πολέμου και Ειρήνης», Τόμος Β’, σελ. 203, το απόσπασμα υπάρχει στο βιβλίο του Γ. Αραμπατζή, σελ. 279).  Υποθέτει κανείς βέβαια πως από ένα χρονικό σημείο και μετά, στις χειμερινές επιχειρήσεις, οι καταδρομείς ξεχώριζαν ίσως από τον αμερικανικό εξοπλισμό τους και τις χαρακτηριστικές «Αλάσκες» που βλέπει κανείς συχνά σε φωτογραφίες.

 

[4] Ας σημειωθεί εδώ πως ή ένταξη στον εφεδρικό λόχο της Μοίρας δεν σήμαινε απαραίτητα αποφυγή των κινδύνων, πολλές φορές δε, σήμαινε το αντίθετο: ήταν η εφεδρεία που εκαλείτο να «βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά» όταν κάποιος λόχος κρούσης είχε μπλέξει ή περικυκλωθεί. Απλά, κάποιες φορές, η επιτυχημένη καταδρομή της Μοίρας εξασφάλιζε στην εφεδρεία (της οποία η σύνθεση εναλλασσόταν) μία πιο ήσυχη βραδυά.

 

[5] «Ιστορία των Μονάδων Καταδρομών», ΓΕΣ 1967, σελ. 61.

 

[6] Στο βιβλίο του Σ/γού Γ. Δ. Αραμπατζή, υπάρχει μία καταπληκτική περιγραφή των επιχειρήσεων, στηριγμένη – μεταξύ άλλων – και στην προσωπική αφήγηση του τότε Υπολοχαγού της Β’ ΜΚ Ιωάννη Μαζαράκη-Αινιάν στον συγγραφέα του βιβλίου (σελ. 231-241). Ο Ι. Κ. Μαζαράκης-Αινιάν, τότε διοικητής του 55 ΛΟΚ της Β’ ΜΚ, έχει καταθέσει την μαρτυρία του από τις επιχειρήσεις του Εμφυλίου στο βιβλίο του «Σημειώματα από τις Μονάδες Καταδρομών (1947-1949)», το οποίο δυστυχώς είναι εξαντλημένο τη στιγμή που γράφεται το παρόν άρθρο.

 

[7] Δεν ήταν τόσο σπάνιο αυτό: «Γι’ αυτό το λόγο, οι αντάρτες και οι άνδρες του Λόχου μου περιοριστήκαμε να ανταλλάσσουμε ύβρεις και απειλές μεταξύ μας από μία απόσταση 30 έως 40 μέτρων, καλυπτόμενοι και οι αντάρτες και εμείς στα πολλά βράχια μίας στενόχωρης κορυφής, μέχρι τη στιγμή που ησύχασαν τα πάντα απότομα.» (Σ/γου Γ. Δ. Αραμπατζή, ό.π., σελ 311, από αφήγηση του Αντιστρατήγου Γ. Παπαδόπουλου στον συγγραφέα του βιβλίου)

 

[8] Ο αναγνώστης μπορεί να διάβασει ένα πραγματικά εξαιρετικό άρθρο για την επιχείρηση αυτή στο τεύχος Σεπτεμβρίου 2011 του περιοδικού ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ.

 

[9] «Ιστορία των Μονάδων Καταδρομών», ΓΕΣ 1967, σελ. 63.

 

[10] Αντιγράφουμε από την εδώ: «Στις 11 Ιούλη 1949 επίσημοποιήθηκε η ρήξη στις σχέσεις του ΔΣΕ και του Τίτο. Ο ηγέτης της Γιουγκοσλαβίας, μιλώντας στην Πόλα της Ίστριας, ανακοίνωσε το κλείσιμο των ελληνογιουγκοσλαβικών συνόρων. Η δικαιολογία του ήταν πως «οι έλληνες σύντροφοι» κατηγορούσαν την ΟΔΓ πως επέτρεψε στον «μοναρχοφασιστικό» στρατό της Ελλάδας να περάσει από το έδαφος της και να πλαγιοκοπήσει μονάδες του ΔΣΕ. Ισχυρίστηκε πως μια τέτοια κατηγορία «δεν την είχαν σκαρφιστεί οι Έλληνες σύντροφοι, αλλά τη μηχανεύτηκαν κάπου αλλού» εννοώντας βέβαια την ΕΣΣΔ και την Κομινφόρμ με τις οποίες ο Τίτο είχε έρθει σε ρήξη.»

 

[11] Ο αναγνώστης μπορεί να  βρεί τα φυλλάδια στο βιβλίο του Στρατηγού Γ. Δ.  Αραμπατζή, ό.π., σελ. 204 και 334.

 

[12] Για τον ρόλο των SAS στην εκπαίδευση και τη δράση των ΛΟΚ, δείτε ένα ενδιαφέρον άρθρο, δημοσιευμένο αρχικά στο περιοδικό Μάχες και Στρατιώτες.  

 

[13] το οποίο οι νεώτεροι μάθαμε στη Μεταπολίτευση με τους δικαστικούς αγώνες για την διεκδίκηση του από το Ελληνικό Δημόσιο.

 

[14] Θυμάμαι εδώ την συγκλονιστική αφήγηση του Στρατηγού Ηλία Γλεντζέ, σε ημερίδα του Νοεμβρίου 2016 για τις επιχειρήσεις των Καταδρομών του Ιουλίου 1974, στο Πολεμικό Μουσείο. Με έκδηλη συναισθηματική φόρτιση, διηγήθηκε πώς αψήφησε τους κανονισμούς της μάχης και μπήκε μπροστά στη διάταξη του Λόχου του, στην επική επιχείρηση στον Κοτζά Καγιά. Πρώτος πήδηξε μέσα στο στρατόπεδο εξουδετερώνοντας τον σκοπό και μετά ακολούθησαν οι καταδρομείς του.

 

[15] Ο χαρακτηρισμός είναι ειλικρινής και οφείλεται στην υποστήριξη της μόνιμης στήλης του  Α. Ρουμελιώτη στην εφημερίδα, στην ελεύθερη ραδιοφωνία που είχε ξεκινησει εκείνα τα χρόνια. Είχε στηρίξει με επανειλημμένα δημοσιεύματα έναν αυτοδιαχειριζόμενο ραδιοφωνικό σταθμό στον οποίο παίζαμε, με τον συμμαθητή και αδελφικό φίλο Γ. Κ., παλιά λαϊκά τραγούδια από σπάνια 45άρια.

 

[16] «Εκείνες τις μαύρες και θλιβερές μέρες και νύχτες του φθινοπώρου του '49, που ο θάνατος ενέδρευε κάθε στιγμή και σε κάθε βήμα, έπεφτε δολοφονημένος, εδώ, αριστερά, σ' αυτά τα υψώματα, από κακό βόλι αντάρτη (που έσωσε το τομάρι του) κι ο αρχηγός των ανταρτών. Ο θρυλικός καπετάν Ανάποδος. Ηταν 5 Νοέμβρη του '49. Σάββατο μεσημέρι. Ωρα 2:30. Μέρα συμβολική. Συμπλήρωνε στο νησί ακριβώς δύο χρόνια.» (Ριζοσπάστης, 3/11/1998)

 

[17] «Τις 5 Νοέμβρη του 1949 τον δολοφόνησε στον ύπνο του ένας συναγωνιστής του λίγο πριν το Προκόπι (Αι-Γιώργη), του Δήμου Κηρέως Εύβοιας». Σε άλλη πηγή: «Ο Θύμιος προδόθηκε από το πρωτοπαλίκαρο του στις 5 Νοέμβρη του 1949. Στις 2.30 το μεσημέρι τον σκότωσαν. Τον μετέφεραν στη Χαλκίδα και έπειτα τον σταύρωσαν σε μια σκάλα σκυλεύοντας τον σε δημόσια θέα.» (χωρίς αναφορά ως προς το ποιοί «τον σκότωσαν», αφήνοντας μάλλον να εννοηθεί πως τον σκότωσαν οι διώκτες του μετά από προδοσία).

 

[18] Το 1963-64, η διένεξη με την Τουρκία με αφορμή το Κυπριακό εισερχόταν σε φάση που επέβαλλε την δυνατότητα διεξαγωγής αμφίβιων επιχειρήσεων στο Αιγαίο και την Κύπρο

 

[19] Αυτό δεν ειναι ακριβές κατά κυριολεξία. Μία διμοιρία της  Γ’ ΜΑΚ που τότε έδρευε στο Μεγάλο Πεύκο, με δύο αξιωματικούς και έναν υπαξιωματικό, προσκολλήθηκε το απόγευμα της 21ης Ιουλίου 1974 στην Α’ ΜΚ και συμμετείχε στην επιχείρηση αερομεταφοράς στην Κύπρο.

 

[20] Ο αναγνώστης που ενδιαφέρεται, μπορεί να βρεί αρκετά στοιχεία για την περίεργη αυτή ιστορία, στα βιβλία και τις πηγές που υπάρχουν για τις επιχειρήσεις του Ιουλίου 1974.  Το Πόρισμα της Επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων (δείτε εδώ, σελ 92) αναφέρει πως «Τα  παραπάνω  εκτεθέντα  καθώς  και  η θραύση των τροχών του 3ου αερ/φους 10 ολόκληρα λεπτά μετά την προσγείωση, δημιουργούν βάσιμες υπόνοιες, ότι κάτι το τελείως ανορθόδοξο έλαβε χώρα εκείνη τη νύχτα  στο  αεροδρόμιο  της  ΣΟΥΔΑΣ που χρήζει ασφαλώς ειδικότερης εξέτασης.». Πληροφορίες για την επιχείρηση υπάρχουν επίσης στο βιβλίο «Ελληνικά Φτερά στην Κύπρο» του Πτεράρχου Γ. Μήτσαινα. Δυστυχώς, η ματαίωση της αερομεταφοράς της Β’ ΜΚ έδωσε δικαίωμα στον θλιβερό Αρχηγό Ενόπλων Δυνάμεων του Ιουλίου 1974 να γράψει στο (εξ ίσου θλιβερό) βιβλίο του πως «... η μη αναχώρησις οφείλεται εις απροθυμίαν των αξιωματικών της Μοίρας να μεταβούν εις Κύπρον»  (Γρ. Μπονάνου, «Η Αλήθεια», σελ. 254).  Πρόκειται για μία δυσάρεστη και σκοτεινή ιστορία, από τις πολλές του Ιουλίου 1974.

 

[21] Στο οπτικοακουστικό υλικό που συνοδεύει το το εξαιρετικό βιβλίο «Νίκη στη Νεκρή Ζώνη» των Ι. Φασουλά και Ι. Σκάλκου (εκδόσεις Αγαθός Λόγος, 2011).

 

https://www.istorikathemata.com/2020/06/1946-49.html