Πέμπτη
17 Ιανουαρίου 2019
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 3041RSS FEED
Βιργινία Τσουδερού - Μια ζωή έμφορτη νοήματος
In memoriam

 

 

«Ν’ αγαπάς την ευθύνη

να λες εγώ, εγώ μονάχος μου

θα σώσω τον κόσμο.

Αν χαθεί εγώ θα φταίω»

 

Ν.Καζαντζάκης

 

 

Η βιογραφική μέθοδος αποτελεί για τις κοινωνικές επιστήμες αναλυτικό εργαλείο σύλληψης του ιστορικού γίγνεσθαι και πλάγιας απεικόνισης μιας εποχής, φανερώνει τον τρόπο λειτουργίας του κανονιστικού πλαισίου. Με την αυτό-βιογραφία της η Βιργινία Τσουδερού μας έδωσε ένα πλήθος πληροφοριών τόσο για την πολύπλευρη δράση της, όσο και για τη σύγχρονη πολιτική ζωή, όπως η ίδια την είχε βιώσει και στην οποία κατά χρονικά διαστήματα πρωταγωνίστησε.

 

Στις προθέσεις μου δεν είναι να επαναλάβω τα ήδη γνωστά, αρκετά εκ των οποίων έχουν δει το φως της δημοσιότητας είτε μέσα από τον τύπο, είτε μέσα από τα βιβλία της, αλλά - ας μου επιτραπεί η έκφραση - να «διεισδύσω» στο σύμπαν της, προκειμένου να διακριβώσω το νόημα που διαπερνούσε τη συμπεριφορά της, να διακρίνω τα κίνητρα που υπαγόρευσαν και καθόρισαν τον προσανατολισμό της δράσης της.

 

Την Βιργινία είχα την ευτυχία να τη γνωρίσω ως πρόσωπο μετά το πέρας του κοινοβουλευτικού της βίου και μου έκανε την τιμή να με θεωρεί φίλη της. Όμως, την Τσουδερού, ως δραστήριο πολιτικό όν, την είχα ανα-γνωρίσει αρκετά χρόνια πριν από την εποχή του αγώνα της ενάντια στη δικτατορία. Και όπως  έλεγε χαρακτηριστικά αναφερόμενη στους παράγοντες που οδηγούν μια χώρα στη δικτατορία η Rosa Luxemburg: «Η δικτατορία έχει να κάνει όχι μόνο με την κατάργηση της δημοκρατίας, αλλά με τον τρόπο με τον οποίο ασκήθηκε η δημοκρατία». Την ίδια θέση είχε και η Τσουδερού, η οποία σημείωνε: «Για πολλοστή φορά μέσα στον αιώνα μας [αναφερόμενη στον 20ο αιώνα], οι πολιτικοί μας είχαν με την ανεύθυνη συμπεριφορά τους αυτοκαταργηθεί […] άνοιξαν την πόρτα για να περάσει η δικτατορία…».

 

Με τα λόγια της αυτά έδινε το στίγμα της παθογένειας του πολιτικού μας βίου, υπογράμμιζε την ανευθυνότητα του πολιτικού προσωπικού και φευ! σήμερα τις «αυταπάτες»  του. Και όπως μας άφηνε να εννοήσουμε ο πολιτικός πρέπει πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα να είναι υπεύθυνος πολίτης με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου, φορέας αρετής (αλήθεια, γιατί έχει εξαφανιστεί από το λεξιλόγιο μας ή λέξη «αρετή»;) και εκφραστής της άποψης ότι ο λόγος αποκτάει δύναμη, όχι μόνο, όταν διατυπώνει ιδέες, αλλά όταν τις ιδέες τις μετατρέπει σε φλογερά σύμβολα αγώνων, όταν τις εμβαπτίζει στην πράξη.

 

Η Τσουδερού συγκέντρωσε στο πρόσωπο της πολιτική αρετή, αίσθημα ευθύνης, πνευματική συγκρότηση και αγωνιστικό ήθος και θάρρος. Το θάρρος να αψηφά κινδύνους που απειλούσαν τη ζωή της, όταν έβλεπε ότι διακυβεύονται οι θεμελιώδεις και αναγκαίες για την κοινωνική συνοχή και ενότητα αξίες και ιδέες, όπως οι ιδέες της ελευθερίας, της ισότητας και της δημοκρατίας. Η αντίσταση της απέναντι στο καθεστώς της δικτατορίας, οι διώξεις και φυλακίσεις που υπέστη μαρτυρούν το άκαμπτο αγωνιστικό της φρόνημα, σε μια εποχή που ο μικροαστικός ατομικισμός έδειχνε ένα παθητικό consensus, υπομένοντας καρτερικά τη μοίρα του, έστω και αν είχε δημιουργήσει μυστικούς διαύλους επικοινωνίας, μέσα από τους οποίους διεκπεραίωνε και μετέφερε μηνύματα, τα οποία  εξακτινούμενα ερέθισαν τη φαντασία, ωρίμασαν τις συνειδήσεις και τελικά διέγειραν το συλλογικό θυμικό, με αιχμή του δόρατος το Πολυτεχνείο.

 

Σε αντίθεση με το κρατούν εκείνη την εποχή πνεύμα της ηττοπάθειας και του φόβου, η Τσουδερού ήταν - όπως έλεγε ο ποιητής - «έτοιμη από καιρό» να πέσει στην κοιλιά της φωτιάς. Από τις επάλξεις της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικών Προβλημάτων (Ε.Μ.Ε.Π.), δεξαμενή σκέψης και προπύργιο αγώνα κατά της δικτατορίας, ανέλαβε με μια ευάριθμη ομάδα συντρόφων της και εξ’ ονόματος ενός καταπτοημένου λαού την ευθύνη να καθάρει την ύβριν, να απαλλάξει την πολιτεία από το άγος, να σώσει τη χαμένη υπόληψη του πολιτικού κόσμου και την απωλεσθείσα τιμή της ευρισκόμενης σε γενετική αδυναμία ελληνικής «αστικής» τάξης να εκπληρώσει τον ιστορικό της ρόλο.

 

Στ’ αλήθεια τι ήταν αυτό που έκανε μια μεγαλοαστή γυναίκα, κόρη ενός τέως πρωθυπουργού της χώρας, να αναλάβει στους ώμους της το βάρος της ευθύνης να αντισταθεί και να αντιταχθεί στο στρατιωτικό καθεστώς; Τι άλλο από το αδιαπραγμάτευτο σύστημα των αξιών της, το οποίο συγκρότησε την υποκειμενικότητα της, διαμορφώνοντας την σε ελεύθερο πνεύμα και δρώσα δύναμη. Η Τσουδερού υπήρξε καρπός ενός βαθύρριζου κρητικού δέντρου, του κρητικού βιταλισμού και βολονταρισμού, συνεχιστής μιας μακραίωνης ιστορικής παράδοσης που ανατρέχει πίσω στα βυζαντινά χρόνια στους Καλλέργη, παράδοσης αγώνων για την ελευθερία και τη δημοκρατία.

 

Η συνειδητοποίηση της, ότι ήταν φορέας μιας μεγάλης πολιτικής κληρονομιάς, εξηγεί το τι ήταν αυτό που την ώθησε «να ανέβει στις πλάτες των προγόνων της για να δει το μέλλον» (A. Einstein), στη βάση της αντίληψης ότι το παρόν μιας κοινωνίας συνιστά μετασχηματισμό του παρελθόντος και προαναγγελία του μέλλοντος. Ευρισκόμενη σε ζωντανή επαφή με τις αξιακές της παρακαταθήκες και σε συνεχή διάλογο με τις εμπειρίες και τα βιώματα της, όπως αυτά διερμηνεύθηκαν με αγωγό τη συνείδηση, την αυτοπραγματοποιούμενη αυτοσυνειδησία, είχε από  νωρίς αντιληφθεί τον προορισμό της στον κόσμο, υπερπηδώντας στερεότυπα και εμπόδια, που συνδέονται με το φύλο της. Δηλαδή, θέλησε, όπως έλεγε ο F.Nietzsche, «ν’ αποσπαστεί από το φαινομενικό κόσμο και να εισδύσει στον αληθινό».

 

Οπλισμένη με θέληση, και εμποτισμένη με αίσθημα αποστολής, κατανόησε την πολιτική ως λειτούργημα, παιδαγωγία, κοινωνικό καθήκον και ιστορικό χρέος και όχι πηγή πλουτισμού, άντλησης θεμιτών ή αθέμιτων εσόδων, γεγονός που την έκανε να στρατευθεί στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου. Και για να θυμηθούμε τη διάκριση του Max Weber, η Τσουδερού ζούσε για την πολιτική και όχι από την πολιτική. Στην ενάσκηση του πολιτικού της έργου συγκέρασε την «ηθική της ευθύνης» με την «ηθική της πεποίθησης ή του φρονήματος» , δηλαδή τον «λόγο» (ratio) με το συναίσθημα και όπως σημείωνε «στην πολιτική απαιτούνται και τα δύο. Όταν λείπει η λογική, γίνονται λάθος επιλογές. Όταν λείπει η καρδιά, το κοινό σου δε σε καταλαβαίνει.»

 

Έχοντας ζήσει από μικρή την αγριότητα του πολέμου που έριξε αιμόφυρτες τις ανθρώπινες αξίες στην «κοιλάδα των δακρύων της ιστορίας» και βιώνοντας την προσφυγιά και την ξενιτιά, αγωνίστηκε για την ειρήνη, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ισότητα των φύλων, προσδοκώντας στην έλευση ενός καλύτερου και δικαιότερου κόσμου. Προς την κατεύθυνση αυτή το «εγώ» της ήρθε να συναντήσει το «εσύ», αλληλοδιεξιωνόμενα και αγαστά συνεργαζόμενα τα δύο, βρήκαν το σημείο συνάντησης τους στο μεγάλο ρεύμα του «εμείς», στην οντική εκείνη σχέση που γνωρίζοντας τον εαυτό της αυτοπραγματώνει τον κατ’ αληθείαν βίο.

 

Με τη μεστή νοήματος συμπεριφορά της και την ενθουσιώδη δράση της αγωνίστηκε να αλλάξει ότι κρατούσε σε αγκύλωση και ακινησία την ελληνική κοινωνία, να απαλλάξει τις συνειδήσεις από τις απονεκρωτικές και καθηλωτικές τους ψευδαισθήσεις ότι «πάντα οι Άλλοι και οι Ξένοι φταίνε!». Με το προσωπικό της παράδειγμα θέλησε να δείξει ότι οι Έλληνες μπορούν να ξεπεράσουν τον μικροαστικό αυτιστικό ατομικισμό τους, όταν η ζωή τους αποκτήσει νόημα και θέσει στόχους, όταν φαντασιωθούν έναν άλλο κόσμο.

 

Η Τσουδερού ήταν κατ’ εξοχήν ευφάνταστο όν, με τη δημιουργική της φαντασία συνελάμβανε εικόνες και παραστάσεις, οι οποίες, ως σχήματα αντίληψης και σκέψης, έγιναν άξονες προσανατολισμού της δράσης της, επίτευξης των σκοπών της, όπως μαρτυρούν τα πλείστα όσα έργα της. Τα τελευταία χρόνια του βίου της οραματιζόταν, όπως μου είχε πει, να αναβιώσει την Πλατωνική Ακαδημία, να την καταστήσει πνευματικό κέντρο της οικουμένης. Θέλησε να γίνει εμπρόσωπος συντελεστής ανασύνθεσης της εξαντικειμενικευμένης εμπειρικής πραγματικότητας, να αποβεί παράγοντας διάνοιξης νέων οριζόντων και καινούργιων πεδίων παρέμβασης στο κοινωνικό είναι.

 

Εμφορούμενη από σοσιαλδημοκρατικές ιδέες, συνιδρύτρια του θνησιγενούς Κόμματος Δημοκρατικού Σοσιαλισμού (ΚΟ.ΔΗ.ΣΟ.), προσπάθησε με την ανάληψη πρωτοβουλιών και δράσεων, όπως έγραφε, «να ρίξει τους τοίχους  της άγνοιας, της αδυναμίας, της αντίδρασης, των τάξεων, της διαφοράς φύλου, της διαφοράς θρησκείας, οικονομικών συμφερόντων, της διαφθοράς». Δηλαδή τους τοίχους που στήριζαν το συντηρητικό και παρηκμασμένο θεσμικό οικοδόμημα, έτσι ώστε να γίνει εφικτή ή θεμελίωση της συλλογικής ταυτότητας πάνω σε νέες βάσεις και άξονες αναφοράς.

 

Ενδεικτικά των δραστηριοτήτων και πρωτοβουλιών της Τσουδερού - είτε ως μέλους της κυβέρνησης, είτε ως εξωκοινοβουλευτικής προσωπικότητας -  είναι η ίδρυση και λειτουργία εθελοντικών αφιλοκερδών οργανώσεων, ιδρυμάτων, νέων θεσμών. Δημιούργησε στην πολύπαθη και διαφιλονικούμενη γεωγραφική περιοχή της Θράκης, το Ίδρυμα Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης, κύτταρο πνευματικής αναζωογόνησης του ακριτικού ελληνισμού, στη Κρήτη το Μουσείο της Μάχης της Κρήτης, στη Θεσσαλονίκη το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα και κατά την διάρκεια της υπουργικής της θητείας με πρωτοβουλία της έγινε το Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού, σκοπός του οποίου είναι η διαμόρφωση μιας δυναμικής πολιτιστικής εξωτερικής πολιτικής σε διεθνές επίπεδο κ.α.. Τα ως άνω έργα φανερώνουν τη συμβολή της στο πολιτισμικό γίγνεσθαι, Ο πολιτισμός ως πλαίσιο ζωής και ιστορικής μνήμης, αλλά και ως δυναμική σχέση, με το πλέγμα σχέσεων αναγνώρισης ένταξης, συμμετοχής και κοινωνικής συνοχής, που εξυφαίνει και τις κοινωνικές νοηματοδοτήσεις που συνοψίζει και εκφέρει, μετέτρεψε τα πολιτιστικά αυτά ιδρύματα σε κέντρα προβολής ενός άλλου πολιτισμικού παραδείγματος.

 

Η Βιργινία, ως γυναίκα και πολιτικός, πρόβαλλε στο κέντρο του πολιτικού πεδίου και στη μικρονοϊκή φιλισταϊκή κοινωνία του τελευταίου τετάρτου του 20ου αιώνα ως εξαίρεση κι ως εξαίρεση ήταν κάτι το  εξαιρετικό. Η παρουσία της στο ανδροκρατούμενο ελληνικό κοινοβούλιο και η παρρησία του λόγου της έκαναν αισθητή την ποιοτική της διαφορά από τους συναδέλφους της. Η Βιργινία δεν ήταν πολιτικός «προκάτ», που στο όνομα της κομματικής πειθαρχίας συμμορφωνόταν, συνεργώντας στην ανακύκλωση ενός άγονου, αυτοαναφορικού και αυτοαναπαραγωμένου λόγου, που ενσωμάτωνε όλα τα στοιχεία της πολιτικής αναξιοπιστίας, αλλά ανθύπαρκτη και αυτοπροσδιοριζόμενη οντότητα, ως ελεύθερο πνεύμα ενδιαφερόταν για την πολιτική παιδεία της νέας γενιάς. Προς την κατεύθυνση της πολιτικής διαπαιδαγώγησης των νέων ίδρυσε το 1983 το Ελεύθερο Πολιτικό Εργαστήριο (ΕΛ.ΠΟ.Ε.), σωματείο πολιτικού προβληματισμού και όπως σημείωνε: «Μόνο με συνειδητούς πολίτες λειτουργεί το πολίτευμα μας [...]Κυρίως πρέπει να κατανοήσουν οι πολίτες ότι αν θέλουν να λειτουργήσει σωστά το πολίτευμα όπου οι πολίτες να ελέγχουν καθημερινά τους αντιπροσώπους που έστειλαν στην Βουλή, οφείλουν οι ίδιοι να αναλογισθούν την ευθύνη του». Συνεπώς, ζητάει την ενεργό συμμετοχή των πολιτών στα κοινά, τη συγκρότηση ελεγκτικών της κρατικής αυθαιρεσίας μηχανισμών, τη θεσμοθέτηση αντίρροπων των εξουσιαστικών δομών τάσεων, αυτό που σήμερα ονομάζουμε «κοινωνία των πολιτών».

 

Στο πολιτικό της όραμα συμπυκνώνεται το αίτημα της ανασύνθεσης, της ελευθερίας και της ισότητας, των αρχών και των θεσμών, που εγγυώνται τα ανθρώπινα δικαιώματα και ενσαρκώνουν τη δημοκρατία, ενώ το προσωπικό της παράδειγμα φανερώνει τη διαδικασία, μέσω της οποίας η συνείδηση αυτοχειραφετούμενη καλείται να επιταχύνει τον ιστορικό χρόνο με το «συμβολικό σπινθήρισμα του ιστορικού συμβάντος» (W.Benjamin), επιβεβαιώνοντας την ύπαρξη της στο γίγνεσθαι της ιστορίας. Δεν είναι τυχαίο ότι ο βηματισμός της ιστορίας στο «μικρό και μέγα κόσμο» μας επιταχύνθηκε στο μέτρο του δυνατού και με τη συμβολή μιας πρωτοπόρας γυναίκας, της Βιργινίας Τσουδερού, που άφησε το δικό της διακριτό αποτύπωμα στην ελληνική κοινωνία.