Πέμπτη
4 Μαρτίου 2021
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 3819RSS FEED
Μπορεί η Τέχνη να εξημερώσει τα θηρία;
Γράφει η
Ελένη Καρασαββίδου

Μπορεί η Τέχνη να εξημερώσει τα θηρία; Και υπάρχει κάτι απόλυτα κακό; Όσο τρομακτικό κι αν είναι να σκέφτεται κανείς αυτά τα ερωτήματα η σχέση μεταξύ του Μπόρις Πάστερνακ και του Ιωσήφ Στάλιν βάζει στο κέντρο της σκηνής αυτά τα ερωτήματα ακριβώς.

Υπάρχουν περίεργες ιστορίες στον κόσμο της γραφής που αγαπάμε να τις σκεφτόμαστε ή να τις μοιραζόμαστε στις παρέες αλλά η δική τους είναι μια από τις πιο περίεργες. Σε μια λίστα που βρέθηκε μετά τον θάνατο του Ιωσήφ Βισαριόνοβιτς το όνομα του μεγάλου αντεπαναστάτη ποιητή και συγγραφέα ήταν ανάμεσα σε αυτά που έγραφαν δίπλα «μην αγγίζετε».

Δεν χρειαζόταν αυτό ακριβώς για να σκεφτεί κανείς πως ο Πάστερνακ, ακόμα και μετά την φυγάδευση του βιβλίου του στη Δύση και το Νόμπελ λογοτεχνίας που κέρδισε για το βαθιά κριτικό απέναντι στην Σοβιετική Εξουσία βιβλίο του δεν στάλθηκε, σε αντίθεση με τόσους άλλους, ποτέ στην εξορία, ούτε οδηγήθηκε στην αυτοκτονία.

Ο Μπόρις Λεονίντοβιτς Πάστερνακ γεννήθηκε στις 29 Ιανουαρίου 1890 στη Μόσχα, παιδί βαθιά καλλιεργημένων Εβραίων διανοούμενων και καλλιτεχνών, με ένα από τα κακλύτερα φιλολογικά σαλόνια της πόλης. Ο πατέρας του Λεονίντ Πάστερνακ, καθηγητής καλών τεχνών και πολύ καλός ζωγράφος που είχε φιλοτεχνήσει τα πορτρέτα του Λέοντος Τολστόι, του Ράινερ Μαρία Ρίλκε του Σεργκέι Ραχμάνινοφ και του Λένιν, πολλοί από τους οποίους σύχναζαν στο σπίτι και η μητέρα του η πιανίστρια Ρόζα Κάουφμαν.

Ο Πάστερνακ κολύμπησε βαθιά σε αυτόν τον κόσμο, έμαθε μουσική, έγραψε ποίηση, σπόυδασε φιλοσοφία στη Ρωσία και στη Γερμανία. Με την εγκαθίδρυση της εφόδου «προς τον ουρανό» ο Πάστερνακ αρνήθηκε να ακολουθήσει την οικογένεια του στην Αγγλία (δεν θα τους ξαναέβλεπε ποτέ- άγριοι άνεμοι της ιστορίας του ταραγμένου 20ου) κι αποφάσισε να προσπαθήσει για την δημιουργία του νέου ανθρώπου στις αχανείς εκτάσεις της καθημαγμένης Ρωσίας υπηρετώντας στο Σοβιετικό Υπουργείο Παιδείας. Φίλος με τον Μαγιακόβσκι, τον άλλον μεγάλο, είχε ήδη εκδώσει την 1ητου ποιητική συλλογή στα ταραγμένα προεπαναστατικά χρόνια, ανήκοντας κριτικά στον κύκλο των φουτουριστών ποιητών. Ενώ στα 1922 είχε ήδη αναγνωριστεί ως ένας μεγάλος λυρικός ποιητής. Την ίδια εποχή ο σκληρόπετσος αγρότης Ιωσήφ Βισαριόνοβιτς, (εάν θυμάμαι καλά κάποιες καταγραφές του) πήγαινε ξανά και ξανά στις Μοσχοβίτικες όπερες και στα κονσέρτα (και ω του θαύματος, το όνομα του Σοστακόβιτς ήταν πρώτο σε κείνη την λίστα αυτών που δεν θα πειράζονταν ποτέ) προσπαθώντας να κερδίσει όσα η ζωή και το Τσαρικό καθεστώς του είχαν στερήσει. Τον κύκνο της τέχνης μέσα σε έναν κόσμο άδειων ουρανών, το άγριο ταξίδι της Παιδείας.

Όμως μια δεκαετία αργότερα η ισορροπία είχε πλήρως αντιστραφεί. Ο Στάλιν ήταν ο νέος Πατερούλης, κι ο Πάστερνακ είχε πέσει σε δυσμένεια και δεν μπορούσε πια να δημοσιεύσει. Η τάση του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, με τις ευθείες, απόλυτες, συλλογικές γραμμές της, συνέτριβε έναν λεπτολόγο ποιητή που μέσα από την «φυγοκέντριση» των φουτουριστών αναζητούσε από τα νιάτα του την ακατάληπτη μα παρούσα προσωπική μαγεία. Κι όμως όσο κι αν ο Πάστερνακ είχε βρεθεί στο στόχαστρο οι Μεγάλες Δίκες της Μόσχας δεν τον ακούμπησαν ποτέ. Εξάλλου το σοβιετικό καθεστώς τον έστειλε εκ μέρους της ΕΣΣΔ στο αντιφασιστικό Πρώτο Διεθνές συνέδριο για την Υπεράσπιση του Πολιτισμού στο Παρίσι. Ο ίδιος ανταπέδωσε την εύνοια το 1936, δημοσιεύοντας στην εφημερδία “Ισβέστιγια” ποιήματα που δόξαζαν το Στάλιν και παρουσίαζαν τη σοσιαλιστική εξουσία ως απόπειρα για έναν χριστιανικότερο κόσμο. Ήταν μάλιστα η περίοδος των μεταφράσεων του λόγου άλλων (Σαίξπηρ, Βερλέν, Γκάιτε, Ρίλκε) η Έφοδος στον ουρανό, το όραμα για μια άλλη παιδεία κι έναν νέο άνθρωπο είχαν συντριφτεί, όμως οι λέξεις του δίναν ψωμί και καταφύγιο. Οι λέξεις των άλλων

"Η αδελφή μου η ζωή, με μια πλημμύρα σ' ανοιξιάτικη βροχή πάνω σ' όλους θρυμματίστηκε" θα γράψει.

Η ναζιστική απειλή και η αντίσταση «της μεγάλης Σοβιετικής πατρίδας» που ο Πατερούλης ενορχήστρωσε και ο λαό εκτέλεσε, ξαναέδωσαν στον Πάστερνακ ένα κίνητρο «Ιδέας». «Τα πρωινά τρένα» («Na rannikh poezdakh», 1943) και «Γήινες εκτάσεις» («Zemnoy prostor», 1945) μιλούν γι αυτό καταγράφοντας την εποποιία των λαών της Σοβιετικής Ένωσης. Για να πέσει μετά πάλι στη σιωπή. Αλλά στη μόνωση του δεν σταμάτησε να παρατηρεί την πτώση των οραμάτων και των ανθρώπων και να γράφει.

Το έτος είναι το 1956, στην αυγή της αποσταλινοποίησης, κι ο Παστερνάκ τολμά το ανήκουστο. Υποβάλει στο μηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό της Μόσχας «Novy Mir» («Νέος Κόσμος»), το χειρόγραφο του μυθιστορήματος «Δόκτωρ Ζιβάγκο». Το έργο έντονα αντισοβιετικό και πρωτόλεια θραυσματα του λένε πως ίσως έφτασαν στα χέρια του Πατερούλη λίγα χρόνια πριν τον θάνατο του στα 1953. Ίσως τα χέρια του το κράτησαν σκληρά αλλά να γέλασε τρυφερά κάτω από τα μουστάκια του. (ακόμη κι αν δεν έχουμε απόδειξη είναι μια ωραία εικόνα να σκέφτεται κανείς) Στο κάτω κάτω ο Πάστερνακ ήταν ο αγαπημένος ποιητής της νιότης του, πριν πιάσει την καρέκλα, και είχε μεταφράσει ποιήματα της γενέτειρας του της Γεωργίας. Με έναν αξιομνημόνευτο τρόπο ο Πάστερνακ κατάφερε να δώσει ένα αντίγραφο του Ζιβάγκο στον Φελτρινέλι που τον είχε επισκεφθεί και από 1957 άρχισε να κάνει συγκλονιστική καρριέρα στη Δύση. Έγγραφα που αποχαρακτηρίστηκαν στα τέλη του 20ου αιώνα δείχνουν πως τη μεγάλη επιχείρηση προώθησης του έργου του (δίχως να μειώνεται η λογοτεχνική του αξία) είχε αναλάβει η CIA. Μέσα σε έναν χρόνο το έργο έγινε παγκόσμια επιτυχία και κυκλοφόρησε παντού κακολογώντας την Σοβιετική εξουσία. Στην πατρίδα του τα νέα πρέπει να έφτασαν γρήγορα. Όμως ο Πάστερνακ δεν είχε την μοίρα του Σολτζενίτσιν, ούτε το τραγικό τέλος των εξαιρετικών Ρωσωεβραίων ποιητών «την εποχή του μεγάλου τρόμου» (κι αυτό παρά την αρχικά θετική δημιουργία της Σοβιετικής Σιών, την Εβραϊκή Αυτόνομη Περιφέρεια στην Άπω Ανατολή, την απόπειρα για μια1η δική τους πατρίδα). Αν και η αποσταλινοποίηση είχε μόλις αρχίσει «το μην αγγίζετε» του Ιωσήφ Βισαριόνοβιτς έπαιζε ακόμη ρόλο. Ίσως ήταν η καλλιτεχνική του συνθετότητα, που αρνήθηκε τους διαχωρισμούς σε «καλούς» και «κακούς», κι έδωσε μία έντιμη εικόνα της Σοβιετικής κοινωνίας.

Η απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας ξεσήκωσε μία εκστρατεία συκοφάντησης εναντίον του. Ο Πάστερνακ εκδιώχθηκε από τη Ένωση Σοβιετικών Συγγραφέων και σε δημόσιες συγκεντρώσεις ζητήθηκε η εκτόπισή του. Ο Πάστερνακ έγραψε στον Χρουτσώφ: «το να φύγω από την πατρίδα μου θα είναι ο θάνατός μου». Ο Γιούρι Ζιβάνγκο είχε βρει τη Λάρα του στη γη του και γραπωνόταν γερά.

Στα 1959, ήδη χρόνιος καρκινοπαθής και καρδιοπαθής που όμως καλυπτόταν πλήρως από το ΕΣΥ της ΕΣΣΔ, έγραψε την τελευταία ποιητική συλλογή του με τον τόσο συμβολικό τίτλο: «Όταν θα φτιάξει ο καιρός», αφήνοντας ανοιχτή την ελπίδα. Τελείωσε την ζωή του, πολλά χρόνια μετά τον Ιωσήφ, «τον δικτάτορα που τον προστάτευε», στο Περεντέλκινο, στα περίχωρα της Μόσχας.

Λοιπόν; Μπορεί η Τέχνη να εξημερώσει τα θηρία;

Στη Μνήμη του Μπόρις Πάστερνακ που γεννήθηκε (με το Νέο Ημερολόγιο) σαν σήμερα το 1890...