Δευτέρα
20 Ιανουαρίου 2020
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 3410RSS FEED
Δυο μνήμες για τον ολοκληρωτισμό
Γράφει η
Ελένη Καρασαββίδου

Δυο μνήμες επιφανειακά διαφορετικές, μα που όμως τις συνδέουν ο ίδιος αγώνας κι οι ίδιες (για να θυμηθούμε τον Ρίτσο) «προαιώνια διαψευσμένες ελπίδες» απέναντι στον κάθε χρώματος ολοκληρωτισμό, που όσο κι αν δεν πρέπει να εξομοιώνουμε τα διαφορετικά του είδη θα πρέπει να τον καταδικάζουμε σε όλες του τις μορφές:

Ελλάδα 1952: Θα μπορούσε να είναι ένας από τους κορυφαίους φιλολόγους και ιστορικούς της ελληνικής λογοτεχνίας. Θα μπορούσε. Αν δεν είχε γεννηθεί σε εποχή που το σταυροδρόμι της ιστορίας απαιτούσε να βάλεις στο ζύγι τα όνειρα και τις δυνατότητες σου απέναντι στην έμπρακτη υπεράσπιση των αξιών σου, δηλαδή της αξιοπρέπειας σου. Η μελέτη του 'Βιβλία μέσα από τη φωτιά της παρανομίας και των αγώνων Σχέδιο για μια ιστορία της Nεοελληνικής Λογοτεχνίας' εκδόσεις Άγρα - είναι ένα γλωσσικό αποθησαύρισμα πέραν της γραμματολογικής συνθήκης, εκεί όπου η γλώσσα καταγράφει και καταγράφεται αλλά και υμνεί το ανείπωτο το δικό της και του τόπου της που ως ακρότατο σύνορο τη διαφυλάσσει. Κι αυτό ενώ ήταν γιος της πιο φτωχής μάνας του κόσμου, αγρότισσας της πιο χέρσας γης. Έγινε θύμα του ιστορικού αναθεωρητισμού των νεοφασιστών κι αυτός, καθώς του αποδόθηκε ακόμη και η πηγάδα, -η θεμέλια λίθος του μετεμφυλιακού κράτους που φούσκωνε σε νούμερα χρόνο με τον χρόνο-σε εποχή που δεν ήταν καν στην Πελοπόννησο. Διάλεξε. Και διάλεξε -στο ιστορικό πλαίσιο του- σωστά.

Μισήθηκε γιατί η δίκη του και η παράνομη κατάληξη της, θυμίζει αυτό που συμβαίνει ακόμη και σήμερα: Πως (για να αντιγράψω το σχόλιο του Κουγιουμτζόπουλου για την εποχή) όταν ο Φύσσας δολοφονείται από οργανωμένη συγκέντρωση μελών της Χρυσής Αυγής, ένοχος είναι μόνο αυτός που έδωσε την μαχαιριά. Όταν όμως καταλαμβάνεται ένα κτήριο και βρίσκεται μέσα μια μολότοφ τότε ένοχος δεν είναι μόνο αυτός που την έφτιαξε, αλλά ακόμη και περίοικοι οι οποίοι αξίζουν και ακραία αστυνομική βία και εξευτελισμό..../ ότι απαγορεύεται η χρήση ναρκωτικών μέσα σε μια κατάληψη αν όμως μεταφέρεις ναρκωτικές ουσίες με τα καράβια σου, τότε μπορείς να είσαι ακόμη και εκδότης εφημερίδων και καναλάρχης ή ιδιοκτήτης ομάδας χωρίς κανένα πρόβλημα ενώσω οι μάρτυρες δολοφονούνται...ότι μπορείς άνετα να καταχραστείς 2 εκατομμύρια ευρώ ή να είσαι παιδεραστής ή και να χτίζεις κτίρια με δημόσιο χρήμα και μετά να τα εγκαταλείπεις και να καταστρέφονται όπως τα Ολυμπιακά Ακίνητα, αλλά δεν μπορείς να τα καταλαμβάνεις διότι πρέπει να σέβεσαι το δημόσιο χρήμα. Κλπ κλπ. Εν ολίγοις κι επειδή οι εξουσίες κι άνθρωποι μισούν τις άβολες αλήθειες, εαν ο Μπελογιάννης είχε σταθεί με λιγότερη αξιοπρέπεια, αν είχε μικρότερο ΑΝΑΣΤΗΜΑ στην απολογία του μπορεί και να μην τον είχαν δολοφονήσει σαν κλεφτρόνια 4 και 10 το πρωί.

Όποιος/α έχει διαβάσει την απολογία του καταλαβαίνει τι εννοώ. Ίσως αυτό το πνεύμα της Αντιγόνης και του Ίκαρου τον έκανε ποίημα τραγούδι και πίνακα στις 4 γωνιές του πλανήτη. Οι στάχτες δια-γράφουν το ιστορικό τους περιβάλλον, χάριν μιας ανεικονικής δόξας, μιας «δόξας από στάχτες», όπως θα γράψει μελαγχολικά ο ποιητής Paul Celan. Αλλά μέσα από αυτές τις στάχτες η ιστορία του βρίσκει κι επανανοηματοδοτεί τον πηλό τον πρώτο. Την ημέρα που επανασυνδέθηκε με την σύντροφο του, την ημέρα που στο 2ο βάλαμε την στάχτη της Έλλης Παπά στον τάφο του (και πρέπει να βρω την ηχογραφημένη συνέντευξη που της είχα πάρει, μα γιατί δε σέβομαι το υλικό μου;), άφησα στον μνήμα ένα μικρό ποίημα του Χικμετ. Δείγμα μιας εποχής που η αριστερά ήταν συνδεδεμένη με την διανόηση. Τώρα πια έχει ξεχάσει να μελετάει. Αναμασά. Ενσωματώνεται. Ακκίζεται ενίοτε πρόστυχα την επαναστατημένη ενίοτε και σπαραχτικά μέσα στην αλήθεια της που δεν λέει να πεθάνει παρα τα ψέματα των ανθρώπων απέναντι και στο εσωτερικό της..
Το ποίημα ήταν ένα απόσπασμα από τον Κερεμ

Κάποιος μου λέει
Φωτιά θα πάρεις απ’ την ίδια σου φωνή
Θα γίνεις στάχτη
Στάχτη σαν τον Κερέμ
Που κάηκε απ’ τον έρωτά του

Και εγώ του λέω
Ας καώ, ας γίνω στάχτη σαν τον Κερέμ
Αν δεν καώ εγώ
Αν δεν καείς εσύ
Αν δεν καούμε εμείς
Πώς θα γενούν τα σκοτάδια λάμψη

ΝΙΚΟΣ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
22 Δεκέμβρη 1915

23 Δεκέμβρη 1953: Εκτελείτε από τους πολιτικούς του αντιπάλους μια από τις σκοτεινότερες φιγούρες της ιστορίας... Ο Σταλινιστής που δολοφόνησε τόσους αντιπάλους, ο σταλινιστής που ενδέχεται να έφαγε στο τέλος τον Στάλιν. Ο Λαυρέντι Μπέρια. Τι καλά να μην ήταν διαπερατά τα σύνορα του κακού και να ήταν αποκαθαρμένες οι ιδεολογίες και οι εαυτοί μας... Αλλά δεν είναι. Δεν είμαι. Δεν είσαι. Τι καλά να μην είχαμε την ευθύνη και να έφταιγαν πάντοτε οι άλλοι... Τι καλά να μπορούσαμε να γράφουμε πάντοτε ωραία λόγια για μας και να ήταν κάθε κριτική σκοτεινή συνομωσία... Να θυμίσω ότι στις 12 Αυγούστου 1952 εκτελέστηκαν, στη λεγόμενη «Νύχτα των δολοφονημένων ποιητών», μια σειρά διακεκριμένοι (κυρίως προοδευτικοί Εβραίοι διανοούμενοι της διασποράς, τι συγκλονιστικό είδος ανθρωπων που ήταν!) και ποιητές που είχαν συλληφθεί το 1948-49.
Στην Μνήμη όλων αυτών (ιδεολόγων κομμουνιστών, Εβραίων, αντιφρονούντων κλπ) ένα απόσπασμα από τις αναμνήσεις του παιδιού του διάσημου αφροαμερικανού κομμουνιστή ποιητή Πολ Ρόμπσον (κι έχει ιδιαίτερη αξία η άγνωστη σύνδεση των αφροαμερικανών με τους Εβραίους της ΕΣΣΔ, αλλά αυτή είναι μελέτη γι’ αργότερα) με τίτλο
Η Δύναμη της Τέχνης
Πολλά χρόνια πριν, ο πατέρας μου μου είπε μια δραματική ιστορία για μια συνάντη­ση που είχε με τον Ιτζίκ Φέφερ κατά την επίσκεψή του το 1949 στη Σοβιετική Ένωση…
Μόλις ο Πολ έφτασε στην ΕΣΣΔ κατά το ταξίδι του στα 1949, του έκανε εντύ­πωση η μοχθηρή επίθεση σε όλο τον Τύπο ενάντια στους «Κοσμοπολίτες» και τους «Σιωνιστές». Ο τόνος μερικών από τα άρθρα του θύμιζε τις εκκαθαρίσεις στα μέσα της δεκαετίας του ’30. Και μπορούσε να αισθανθεί τις υπόκωφες αντισημιτικές νότες στα κύρια άρθρα.
Βαθιά ανήσυχος για την τύχη πολλών φίλων του στην εβραϊκή πολιτιστική κοινότη­τα, ο Πολ προσπάθησε να έρθει σε προσωπική επαφή με αυτούς. Αφού ήταν πολιτισμέ­να αλλά αδυσώπητα επίμονος, οι οικοδεσπότες του κανόνισαν τελικά να έρθει ο Ιτζίκ Φέφερ να τον δει. (Ο Πολ δεν είχε τρόπο να γνωρίζει ότι ο Φέφερ είχε συλληφθεί στις 24 Δεκέμβρη του 1948).
Ένα απόγευμα ο Φέφερ ήρθε να επισκεφθεί τον Πολ. Τον συνόδευαν και έδειχνε πολύ καλά. Χαιρετίστηκαν εγκάρδια και άρχισαν μια ζωηρή συζήτηση στα ρωσικά. Αλλά ο Πολ γρήγορα πρόσεξε ότι τα σχόλια του Φέφερ ήταν σε διάσταση με τις χειρο­νομίες του. (τρομερό ε;; ιδού η ιερότητα του σώματος να μεταδίδει μηνύματα πέρα από την γλώσσα).
Συνεχίζοντας μια «κανονική» συζήτηση, ο Πολ αποκρίθηκε σε αυτή τη «σωματική γλώσσα» και με τη βοήθεια λίγων χειρόγραφων λέξεων και φράσεων (που ο Πολ κατέ­στρεψε αργότερα) ο Φέφερ του «είπε» μια τρομερή ιστορία με το λαθραίο τρόπο του.
Το δωμάτιο είχε κοριούς. Ο Μίκοελς είχε δολοφονηθεί την προηγούμενη χρονιά με προσωπική διαταγή του Στάλιν. Ο Φέφερ βρισκόταν σε μεγάλο πρόβλημα και πολλοί από τους πιο επιφανείς Εβραίους είχαν ήδη συλληφθεί. Θα έρχονταν για τους υπόλοι­πους πολύ σύντομα. Υπήρχε λίγη ελπίδα για τον καθένα τους, περιλαμβανόμενου του Φέφερ (εδώ ο Φέφερ έσυρε το χέρι του στο λαιμό του). Και μόλις είχε διεξαχθεί μια εκκαθάριση του Κόμματος στο Λένινγκραντ -όπως στις απαίσιες μέρες του 1937.
Όταν ο Φέφερ σηκώθηκε για να φύγει, αυτός και ο Πολ αγκαλιάστηκαν σαν αδέλ­φια· και οι δυο τους είχαν δάκρυα στα μάτια, επειδή γνώριζαν ότι πιθανά έβλεπαν ο ένας τον άλλο για τελευταία φορά.
Αμέσως μετά, ο Πολ τραγούδησε σε ένα κοντσέρτο στη μεγαλύτερη αίθουσα συ­ναυλιών του Λένινγκραντ -μιας ηρωικής πόλης που είχε αντέξει σε μια παρατεταμένη και ερημωτική ναζιστική πολιορκία στην οποία εκτιμάται ότι χάθηκαν ένα εκατομμύριο πολίτες της. Αφού τέλειωσε το «Όουλντ μαν ρίβερ», το τελευταίο τραγούδι στο πρό­γραμμα, ανακοίνωσε ότι θα τραγουδούσε μόνο ένα τελευταίο τραγούδι –ένα ιδιαίτερο τραγούδι που είχε μόλις μάθει.
Μετά ο Πολ μίλησε με μεγάλη συγκίνηση για τους βαθείς και διαρκείς πολιτιστι­κούς δεσμούς ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Σοβιετική Ένωση, το μεγάλο Εβραίο συγγραφέα Σόλεμ Αλέιχεμ και τους σοβιετικούς και αμερικανούς συγγραφείς και ηθοποιούς που συνέχιζαν την παράδοσή του. Στο τέλος μίλησε για τη στενή προ­σωπική φιλία του με τον Μίκοελς και τον Φέφερ, και τη μεγάλη του ευχαρίστηση που συνάντησε ξανά τον Φέφερ.
Καθώς τα έλεγε αυτά, είχε απλωθεί σιγή στο ακροατήριο. Ο Πολ πήρε μια βαθιά ανάσα και εξήγησε το τραγούδι που επρόκειτο να τραγουδήσει -το τραγούδι του Χιρς Γκλικ για τους Εβραίους παρτιζάνους μαχητές που έγινε ο ύμνος της εβραϊκής αντί­στασης. Θα το τραγουδούσε στα εβραϊκά, αλλά πρώτα απάγγειλε τους στίχους του στα ρώσικα:

Ποτέ μην πεις πως έφτασες οριστικά στο τέλος
Όταν ο μολυβένιος ουρανός προμηνά ένα μαύρο μέλλον
Γιατί σίγουρα η ώρα που λαχταράμε θα έλθει
Και τα βήματά μας κραταιά θα αντηχούν: επιζούμε!

 

Θα πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο, έγραψε ο Καμύ, μιλώντας για τον και την άνθρωπο που επιλέγει στο ιστορικό του πλαίσιο με βάση κάτι μεγαλύτερο από την προσωπική του ασφάλεια, είτε τον λένε Μπελογιάννη είτε Φέφερ, κι ακόμη κι αν τον διαψεύσουν οι καιροί εκείνος θα πάρει στα χέρια του το βάρος του βράχου και πάλι, αναγνωρίζοντας την ηθική αξία αυτής της επιλογής…