Πέμπτη
4 Μαρτίου 2021
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 3819RSS FEED
Στην αχλύ του μύθου και της ιστορίας
Γράφει ο
Σάββας Καλεντερίδης

Η θάλασσα που εκτείνεται μετά τα Στενά του Βοσπόρου, σύμφωνα με το μύθο (που επιβεβαιώνεται από ευρήματα σε διάφορα σημεία και εσχάτως σε υποθαλάσσια ερείπια πόλης, τα οποία βρέθηκαν σε βάθος 90 μέτρων ανοικτά της Σινώπης), πριν τη 13η χιλιετία ήταν ξηρά και στο κέντρο της υπήρχε λίμνη. Μετά από κατακλυσμό υδάτων στην περιοχή σχηματίστηκε η θάλασσα. Επρόκειτο για μια άγνωστη και αφιλόξενη θάλασσα για τους Έλληνες θαλασσοπόρους, που την ονόμαζαν Άξενο Πόντο. Οι τρομερές δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι πρωτοπόροι Έλληνες ναυτικοί, επιχειρώντας να διανύσουν τον ανεξερεύνητο και «άξενο» Πόντο, αποτυπώθηκαν σε μύθους για άθλους ηρώων, τέρατα, μάγισσες και περίεργα όντα, που εντάχθηκαν γεωγραφικά και ιστορικά στη συγκεκριμένη περιοχή.

Το ταξίδι του Φρίξου και της Έλλης πάνω στο χρυσό κριό, πολλοί από τους Άθλους του Ηρακλή, η Αργοναυτική Εκστρατεία, η πάλη των ημιθέων Ηρακλή, Θησέα και Αχιλλέα με τις Αμαζόνες για τη ζώνη της βασίλισσάς τους Ιππολύτης, ακόμη και ο μύθος του Προμηθέα που δεμένος στο βράχο του Καυκάσου ξεπλήρωνε για αιώνες την ευεργεσία του απέναντι στους ανθρώπους, αναφέρονται σε αυτήν την περιοχή με την τόσο σπάνια και άγρια ομορφιά.

Οι απαρχές λοιπόν της ελληνικής παρουσίας στον Πόντο χάνονται στην αχλύ του μύθου. Οι πρώτοι Έλληνες θαλασσοπόροι εικάζεται ότι εμφανίστηκαν στην περιοχή γύρω στα 1400 π.Χ. και οι πρώτοι εμπορικοί σταθμοί δημιουργήθηκαν το 10ο αιώνα π.Χ. Ο συστηματικός αποικισμός των παραλίων όμως ξεκίνησε περί τα μέσα του 8ου, αρχές του 7ου αιώνα π.Χ.

Από το Βόσπορο μέχρι τον Καύκασο και την Αζοφική, οι άθλοι των ημιθέων και τα θρυλικά ταξίδια των τολμηρών θαλασσοπόρων αποκρυσταλλώθηκαν προς το τέλος της περιόδου αυτής σε εμπορεία και οργανωμένες αποικίες.

Με το «ιερόν πυρ» της μητροπόλεως ανά χείρας, οι Ίωνες της Μιλήτου, οι Μεγαρείς, οι Φωκαείς και οι Αθηναίοι έφτασαν στην περιοχή και μαζί με τα γηγενή φύλα ίδρυσαν -στις απολήξεις εμπορικών οδών- πόλεις που εξελίχθηκαν σε σημαντικά κέντρα πολιτισμικής και οικονομικής δραστηριότητας. Έτσι, σταδιακά, αυτή η άγνωστη, άγρια θάλασσα δαμάζεται και από Άξενος, μετατρέπεται σε Εύξεινο Πόντο.

Οι Αργοναύτες και το Χρυσόμαλλο Δέρας

Ένας από τους πιο γνωστούς και δημοφιλείς μύθους της αρχαιότητας είναι ο μύθος των Αργοναυτών που με το πλοίο τους, την Αργώ, διέσχισαν τον Εύξεινο Πόντο, για να πάρουν το Χρυσόμαλλο Δέρας.

Οι Αργοναύτες υπό την αρχηγία του Ιάσονα, που ήταν γιος του εκτοπισμένου βασιλιά της Ιωλκού, μετά από πολλές περιπέτειες έφτασαν στη Χαλκηδόνα και πάλεψαν με τον Άμυκο, τον κυρίαρχο της περιοχής. Αφού πέρασαν τις Συμπληγάδες Πέτρες, διαμέσου του Βοσπόρου, εισήλθαν στον Εύξεινο Πόντο. Στην Ηράκλεια οι νύμφες των υδάτων έκλεψαν τον Ύλα, σύντροφο του Ηρακλή. Στη Θεμίσκυρα πάλεψαν με τις Αμαζόνες και λίγο πιο πέρα γνωρίστηκαν με τους Τιβαρηνούς και τους Μοσσύνους. Αργότερα στο νησί του Άρεως, την Αρητιάδα, ήρθαν αντιμέτωποι με τις Στυμφαλίδες Όρνιθες και κατάφεραν να σωθούν. Εντέλει έφτασαν στην Κολχίδα.

Το χρυσόμαλλο δέρας ήταν στην κατοχή του μάγου Αιήτη, γιου του Ήλιου και βασιλιά της περιοχής, ο οποίος ζήτησε από τον Ιάσονα να σκοτώσει το δράκο που φυλούσε το δέρας και να φυτέψει τα δόντια του στη γη. Του ζήτησε ακόμη να χαράξει ένα βαθύ αυλάκι με τη βοήθεια ενός αρότρου, το οποίο θα τραβούσαν δύο ταύροι που έβγαζαν φλόγες απ’ το στόμα τους και είχαν χάλκινα πόδια. Ο Ιάσων εκτέλεσε τους άθλους αλλά ο βασιλιάς αρνήθηκε να του δώσει το δέρας. Η Μήδεια όμως, κόρη του βασιλιά, ερωτεύτηκε τον Ιάσονα, βοήθησε τους Αργοναύτες να το κλέψουν και τους ακολούθησε στην πατρίδα τους. Αργότερα η Μήδεια εγκαταλειμμένη και προδομένη από τον Ιάσονα, σε μια έκρηξη τρέλας σκότωσε τα δυο τους παιδιά.

Ο μύθος διασώζεται από τον Απολλώνιο το Ρόδιο στα «Αργοναυτικά», ένα ελληνιστικό έπος.

 

Οι πρώτες αποικίες, αρχαία φύλα του Ευξείνου Πόντου

Στις αρχές του 8ου αιώνα ιδρύθηκε από τους Ίωνες της Μιλήτου η Σινώπη, η πρώτη ελληνική αποικία στις νότιες ακτές του Ευξείνου Πόντου, περιοχή που στα αρχαία συγγράμματα αναφέρεται ως «Πόντος», χωρίς περαιτέρω προσδιοριστικά.

Αργότερα οι Σινωπείς ίδρυσαν με τη σειρά τους την Τραπεζούντα (756 π.Χ.), την Κρώμνα, την Κύτωρο και όλες σχεδόν τις αποικίες της περιοχής, ενώ η Αμισός συνοικίστηκε από Μιλησίους και Αθηναίους. Σύμφωνα με πληροφορίες αρχαίων συγγραφέων, του Ηροδότου, του Αισχύλου, του Ξενοφώντα και μεταγενέστερα του Στράβωνα, στην ποντιακή ενδοχώρα διαβιούσαν διάφοροι γηγενείς λαοί, οι οποίοι σταδιακά εξελληνίστηκαν.

Εκτός από τους Κόλχους ή Λαζούς, που ζούσαν ανατολικά της Τραπεζούντας, και τους Χάλυβες ή Χαλδαίους της αντίστοιχης περιοχής (Χαλδία), στο εσωτερικό του Πόντου κατοικούσαν επίσης και οι Μοσσύνοικοι (από την Κερασούντα ως την Τρίπολη), οι Μάκρωνες, οι Ταόχοι, οι Τιβαρηνοί, οι Παφλαγόνες (μεταξύ Βιθυνίας και Γαλατίας), οι Σύροι ή Λευκόσυροι (Συριάς Άκρα-Σινώπη), οι Μαριανδυνοί και άλλοι λαοί. Ο Ξενοφών μάλιστα αναφέρει πως την τρίτη σατραπεία του περσικού κράτους σχημάτιζαν οι Μαριανδυνοί, οι Παφλαγόνες και οι Σύροι του Θερμώδοντα.

 Ο Β΄ Ελληνικός Αποικισμός

Μετά την ολοκλήρωση του Α΄ Ελληνικού Αποικισμού και τη δημιουργία των ελληνικών πόλεων στα μικρασιατικά παράλια και την ιταλική χερσόνησο, ακολουθεί ο Β΄ Ελληνικός Αποικισμός, μέσα στα πλαίσια του οποίου κτίστηκαν και οι ελληνικές πόλεις του Ευξείνου Πόντου. Οι αποικίες ιδρύονταν για κοινωνικούς, οικονομικούς και πολιτικούς λόγους (ο Θουκυδίδης παραδίδει πως ορισμένες από αυτές ιδρύθηκαν από «στάσει εκπίπτοντες» πολίτες). Αργότερα με την ανάπτυξη των αποικιών και την ενίσχυση των εμπορικών συναλλαγών, το εμπόριο έγινε η σπουδαιότερη αιτία αποικισμού.

Οι πόλεις που ηγήθηκαν του Β΄ Αποικισμού ήταν η Μίλητος, η Χαλκίδα, η Ερέτρια, τα Μέγαρα και η Κόρινθος. Από τις εκατό περίπου αποικίες του Εύξεινου Πόντου, οι εξήντα τουλάχιστον είχαν ιδρυθεί από τη Μίλητο. Η πολιτεία ανελάμβανε την όλη οργάνωση της αποικίας και ανέθετε στον οικιστή, που ανήκε συνήθως σε επιφανές γένος, τη σχετική ευθύνη. Η αποστολή των αποίκων κατευθυνόταν από χρησμό πανελλήνιου ιερού. Οι Ίωνες της Μικράς Ασίας συμβουλεύονταν το μαντείο του Απόλλωνα στα Δίδυμα της Μιλήτου, ενώ οι άποικοι από την Ελλάδα ακολουθούσαν τους χρησμούς του μαντείου των Δελφών ή της Δωδώνης. Οι άποικοι έπαιρναν μαζί τους το ιερόν πυρ από το ναό της Εστίας στη μητρόπολη και φρόντιζαν να το μεταφέρουν άσβηστο στη νέα τους πατρίδα. Ο νέος ναός της Εστίας, όπου εναπόθεταν την ιερή φλόγα, συγκαταλεγόταν μεταξύ των πρώτων τους κτισμάτων στην αποικία.

Οι Έλληνες ανέπτυσσαν συνήθως ειρηνικές σχέσεις με τις ντόπιες φυλές και διατηρούσαν μαζί τους εμπορικές συναλλαγές. Τα προϊόντα της ελληνικής βιοτεχνίας ήταν περιζήτητα. Άλλωστε οι Έλληνες με την εντυπωσιακή για τους ιθαγενείς κοινωνική οργάνωση, με τις γιορτές, τους αγώνες και τις λοιπές πολιτιστικές εκδηλώσεις, προκαλούσαν συνήθως το θαυμασμό των τοπικών φυλών και έχαιραν σεβασμού. Δεν έλειπαν φυσικά και οι συγκρούσεις με τους ντόπιους, όπως μαρτυρούν τα λείψανα ακροπόλεων και οχυρών, που οι άποικοι αναγκάζονταν να χτίσουν.

Οι παλαιότερες αποικίες του Ευξείνου χτίστηκαν από τη Μίλητο, το πρώτο μισό του 8ου αιώνα π.Χ., στα νότια παράλια. Οι πιο σπουδαίες από αυτές ήταν η Σινώπη, πατρίδα του κυνικού Διογένη, η Αμισός, τα Κοτύωρα και η Τραπεζούντα. Τα υπόλοιπα παράλια του Ευξείνου Πόντου αποικίστηκαν από τη Μίλητο αργότερα.

Στην ανατολική ακτή της Κολχίδος, η κοιλάδα του ποταμού Φάση και η Διοσκουριάς ευνοήθηκαν πολύ από το εμπόριο, επειδή κατέληγαν στην περιοχή τους εμπορικές οδοί από τον Καύκασο. Δεν είναι τυχαίος ο μύθος του χρυσόμαλλου δέρατος που συμβολίζει τα κέρδη εκείνων που εμπορεύονταν στην περιοχή. Ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα με τα θεμέλια των κτιρίων τους και πολλά γλυπτά που βρέθηκαν πρόσφατα από ρωσική αρχαιολογική αποστολή στο βυθό της Διοσκουριάδος, δείχνουν την ακμή των πόλεων της περιοχής.

Στην Ταυρική χερσόνησο (Κριμαία) χτίστηκαν η Χερσόνησος (κοντά στη Σεβαστούπολη) και η Θεοδοσιάς. Υποβρύχιες αρχαιολογικές έρευνες αποκάλυψαν εκεί σε βάθος 10 μέτρων την καλοχτισμένη προκυμαία της Θεοδοσιάδος και ναυάγια ελληνικών πλοίων, που διαπιστώθηκε ότι μετέφεραν κρασί, λάδι, μέταλλα και δέρματα.

Λίγο πιο πάνω, στα στενά του Κερτς, του Κιμμέριου Βοσπόρου των αρχαίων Ελλήνων, ιδρύθηκαν το Παντικάπαιο (Κερτς) και η Φαναγόρεια. Από εκεί διέρχονταν τα ελληνικά πλοία, για να πλεύσουν στην Αζοφική θάλασσα, τη Μαιώτιδα λίμνη των αρχαίων. Στο βορειότερο άκρο της χτίστηκε η Τάναϊς, η βορειότερη ελληνική αποικία.

Στα ΒΔ παράλια ιδρύθηκε από Μιλησίους η Ολβία, στη δεξιά όχθη της λιμνοθάλασσας που σχηματίζει στις εκβολές του ο ποταμός Δνείπερος, ο Βορυσθένης των αρχαίων Ελλήνων. Στη δυτική παραλία, στις εκβολές του Ίστρου (Δούναβη), χτίστηκε η αποικία Ίστρος. Νοτιότερα χτίστηκαν οι Τόμοι (Κωστάντζα), η Οδησσός (Βάρνα), η Απολλωνία και η Μεσημβρία. Η Μεσημβρία χτίστηκε από Μεγαρείς που ίδρυσαν και την Ηράκλεια την Ποντική στα νότια παράλια του Ευξείνου Πόντου.

 

Τα Νομισματοκοπεία του Ευξείνου Πόντου

 

Βιθυνία

· Δία

· Ηράκλεια

· Τίος

 

Παφλαγονία

· Άμαστρις

· Κρώμνα

· Σήσαμος

· Σινώπη

 

Πόντος

· Αμισός

· Τραπεζούς

· Φαρνακεία

 

Θρακικός Πόντος

· Απολλωνία

· Ίστρος

· Κάλλατις

· Μεσημβρία

· Οδησσός

· Τόμοι

 

Σκυθικός Πόντος

· Γοργιππία

· Ολβία

· Τύρα

· Φαναγόρια

 

Κριμαία

· Παντικάπαιον

· Χερσόνησος

 

Κολχίς

· Διοσκουριάς

 

Κλασσικοί και Ελληνιστικοί Χρόνοι

Κατά τη διάρκεια της περσικής επικυριαρχίας, οι πόλεις των νοτιοδυτικών παραλίων του Ευξείνου Πόντου υπάγονται στο «μέγα βασιλέα» των Περσών διατηρώντας παράλληλα την αυτονομία τους.

Την εποχή της άφιξης των Μυρίων στην Τραπεζούντα (401 π.Χ.) η πόλη ήταν υποτελής στη μητρόπολη Σινώπη. Ο Ξενοφών αναφέρεται στη βοήθεια που προσέφεραν οι παραλιακές πόλεις του Πόντου (Κερασούς, Κοτύωρα, Σινώπη, Ηράκλεια) προκειμένου να διεκπεραιωθούν οι Μύριοι στη Θράκη.

Την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου οι ελληνικές πόλεις της περιοχής γνωρίζουν μεγάλη άνθηση, ενώ παράλληλα συνεχίζεται ο εξελληνισμός των παραλίων. Η οικονομική και εμπορική ανάπτυξη των πόλεων της περιοχής απεικονίζεται στη νομισματοκοπία, ενώ παράλληλα διατηρείται και η πολιτική τους ανεξαρτησία. Αναφέρεται μάλιστα ότι ο Μέγας Αλέξανδρος επανέφερε στην Αμισό το δημοκρατικό πολίτευμα, που είχε καταργηθεί κατά τη διάρκεια της περσικής επικυριαρχίας.

Μιθριδατικό Βασίλειο

Κατά την περίοδο των μεταλεξανδρινών χρόνων ιδρύθηκε στην περιοχή του Πόντου ένα βασίλειο, το οποίο αν και στηριζόταν αρχικά σε περσικά και ανατολικά κοινωνικά πρότυπα σταδιακά ενσωμάτωσε τόσα πολλά στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού, ώστε να θεωρείται εξελληνισμένο.

Το ελληνιστικό Βασίλειο του Πόντου ιδρύθηκε από το Μιθριδάτη Α΄, τον επονομαζόμενο και Κτίστη, με πρωτεύουσα την Αμάσεια. Το 2ο αιώνα π.Χ. ο βασιλιάς Φαρνάκης Α΄ κατέλαβε τη Σινώπη και πολλές από τις πόλεις της παραλιακής ζώνης του Ευξείνου φτάνοντας έως την Τραπεζούντα.

Την εποχή της βασιλείας τού Μιθριδάτη Ε΄ του Ευεργέτη δημιουργήθηκε μισθοφορικός στρατός, ενώ το βασίλειο έφτασε στο υψηλότερο σημείο της ακμής του επί Μιθριδάτη Στ΄ Ευπάτορα (120-63 π.Χ.), που προσπαθώντας να επεκτείνει την κυριαρχία του στην Ανατολή ήρθε αντιμέτωπος με τις ρωμαϊκές λεγεώνες, κατά τη διάρκεια των περίφημων Μιθριδατικών Πολέμων.

 Μιθριδάτης ΣΤ΄ ο Μέγας και Ευπάτωρ

Πρόκειται για χαρισματική φυσιογνωμία, με εξαιρετικά φυσικά και πνευματικά προσόντα. Είχε νυμφευθεί Ελληνίδα και είχε λάβει λαμπρή ελληνική μόρφωση, ενώ λέγεται ότι μιλούσε 22 γλώσσες και διαλέκτους. Ανήλθε στο θρόνο σε ηλικία 13 ετών και για να μείνει μακριά από τις ραδιουργίες του περιβάλλοντος της Αυλής κατέφυγε σε έρημη ασφαλή τοποθεσία, όπου άσκησε το πνεύμα και το σώμα του. Ο τελευταίος των Μιθριδατών, για να αποφύγει το ενδεχόμενο δηλητηριάσεώς του, δέχτηκε την καθοδήγηση του Κρατεύα που ήταν ο προσωπικός του γιατρός. Ο Κρατεύας, βοτανολόγος με ζωηρό ενδιαφέρον για φαρμακευτικά και τοξικά φυτά, κατέστησε άνοσο το βασιλιά Μιθριδάτη δίνοντάς του σταδιακά μικρές δόσεις από δηλητήριο. Ο Μιθριδάτης ο ΣΤ΄ ο Ευπάτωρ, παρουσιαζόταν ως καταγόμενος από τους Αλέξανδρο, Κύρο και Σέλευκο Νικάτωρα, ενώ στα νομίσματα απεικονιζόταν με τη μορφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Επί των ημερών του Μιθριδάτη ΣΤ΄ του Ευπάτορα το βασίλειο του Πόντου άρχιζε από την Ταυρική χερσόνησο, έφθανε ως τον Καύκασο, περιελάμβανε τις ακτές του Ευξείνου Πόντου και εκτεινόταν μέχρι το εσωτερικό της μικρασιατικής χερσονήσου. Ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ ο Ευπάτωρ, διέλυσε τη συμμαχία που είχε συνάψει με τους Ρωμαίους ο πατέρας του Μιθριδάτης Ε΄ ο Ευεργέτης και εξελίχθηκε σε αδυσώπητο εχθρό της Ρώμης, εναντίον της οποίας διεξήγαγε επί 27 συναπτά έτη (90-63 π.Χ.) τους περίφημους Μιθριδατικούς Πολέμους.

Οι πόλεμοι αυτοί συνιστούσαν την πιο αξιόλογη προσπάθεια για την αναχαίτιση της ρωμαϊκής κυριαρχίας. Με την έναρξη του αγώνα εναντίον των Ρωμαίων, ο Μιθριδάτης διέταξε να σκοτώνουν κάθε Ρωμαίο πολίτη όπου και μόλις τον έβλεπαν, ώστε να μη μείνει κανένας Ρωμαίος στη Μικρά Ασία. Σε μία μέρα σκοτώθηκαν πάνω από 80.000 Ρωμαίοι σε διάφορες πόλεις της Μικράς Ασίας, ενώ άλλοι υπολογισμοί διπλασιάζουν τον αριθμό αυτό. Στο πλευρό του Μιθριδάτη, που εμφανιζόταν πλέον ως απελευθερωτής, στάθηκαν πολλές ελληνικές πόλεις και νησιά, όπως η Αθήνα, η Σπάρτη, η Δήλος, η Χίος, η Κρήτη αλλά και ηγεμόνες των βασιλείων της Μικράς Ασίας, καθώς και ο βασιλιάς της Αρμενίας Τιγράνης.

Κατά τον Α΄ Μιθριδατικό Πόλεμο (88 π.Χ.) ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ ο Ευπάτωρ αφού κατανίκησε τους Ρωμαίους στη Μικρά Ασία, επιχείρησε να απελευθερώσει την Ελλάδα, έχοντας κατά νου να επιτεθεί και να καταλάβει την ίδια τη Ρώμη. Το 86 π.Χ. αποβίβασε στρατό στον Πειραιά και απελευθέρωσε την Αθήνα. Οι Ρωμαίοι ως απάντηση απέστειλαν στην Ελλάδα ρωμαϊκές λεγεώνες υπό το στρατηγό Σύλλα, επανακατέλαβαν την Αθήνα και σε μάχες που έγιναν στον Ορχομενό και τη Χαιρώνεια νίκησαν δύο στρατιές του Μιθριδάτη. Στη συνέχεια οι ρωμαϊκές λεγεώνες επέλασαν ΒΔ, υποχρεώνοντας το Μιθριδάτη να υπογράψει τη Συνθήκη Ειρήνης της Δαρδάνου το 84 π.Χ. και να καταβάλλει 3.000 τάλαντα στους Ρωμαίους.

Το 81 π.Χ. ξεκίνησε ο Β΄ Μιθριδατικός Πόλεμος, ο οποίος πυροδοτήθηκε από τις αυθαιρεσίες του ανθυπάτου της Μικράς Ασίας Λικινίου Μουρήνα. Οι Ρωμαίοι ηττήθηκαν κατά κράτος και υποχρεώθηκαν να συνθηκολογήσουν με τον Μιθριδάτη το 81 π.Χ.

Ο Γ΄ Μιθριδατικός Πόλεμος ξέσπασε το 74 π.Χ. όταν ο Μιθριδάτης συμμάχησε με το βασιλιά της Αρμενίας Τιγράνη και τους πειρατές του Αιγαίου, καταλαμβάνοντας τη Βιθυνία μέχρι τη Χαλκηδόνα. Ο Ρωμαίος ύπατος Λεύκιος Λούκουλλος επιτέθηκε και νίκησε τον Μιθριδάτη, υποχρεώνοντάς τον να υποχωρήσει στον Πόντο. Οι Ρωμαίοι συνέτριψαν το στρατό των Αρμενίων στην Τιγρανόκερτα (69 π.Χ.), υπέστησαν όμως δεινή ήττα από τον Μιθριδάτη κοντά στα Ζήλα (68 π.Χ.). Τότε ανεκλήθη ο Λούκουλλος και τον διαδέχθηκε ο Πομπήιος, ο οποίος το 66 π.Χ. κατατρόπωσε τον Μιθριδάτη, σε μάχη παρά το Λύκο ποταμό. Από τότε ο Μιθριδάτης έχασε μεγάλο μέρος της δύναμής του και αποσύρθηκε στις κτήσεις του στον Κιμμέριο Βόσπορο, όπου προσπάθησε και πάλι να ξεσηκώσει τους Σκύθες και τους άλλους γηγενείς λαούς εναντίον των Ρωμαίων. Ο γιος και διάδοχός του Φαρνάκης συνθηκολόγησε με τους Ρωμαίους, και οδήγησε το θρυλικό πατέρα του στην αυτοκτονία.

Ο Μιθριδάτης πέθανε το 63 π.Χ. σε ηλικία 69 ετών. Αποκλεισμένος με γυναικόπαιδα σε φρούριο στο Παντικάπαιο, αντίπαλος με τον ίδιο του το γιο που υπεραγαπούσε και υποπτευόμενος ότι οι αντίπαλοί του ήθελαν να τον παραδώσουν στους Ρωμαίους, διέταξε τους οικείους του να αυτοκτονήσουν με δηλητήριο και έπειτα δοκίμασε να αυτοκτονήσει και ο ίδιος. Το δηλητήριο όμως δεν επενεργούσε λόγω του ότι ο οργανισμός του είχε εθιστεί από μικρή ηλικία, κι έτσι διέταξε τον Κέλτη αξιωματούχο-μισθοφόρο Βίτοιτο να τον σκοτώσει με το ξίφος του.

Η είδηση του θανάτου του βρήκε το Ρωμαίο στρατηγό Γνάιο Πομπήιο στην Ιουδαία, από όπου ανήγγειλε στη Ρώμη το τέλος του πολέμου. Το γεγονός γιορτάστηκε επίσημα από τους Ρωμαίους για 10 ημέρες.

 

Οι βασιλείς του Μιθριδατικού Βασιλείου του Πόντου

Η Αμάσεια ήταν η πρώτη πρωτεύουσα του Βασιλείου του Πόντου, που ίδρυσε ο Μιθριδάτης Α΄, και η οποία επί βασιλείας Φαρνάκη Α΄ μεταφέρθηκε αργότερα στη Σινώπη.

Το όνομα Μιθριδάτης προέρχεται από το Μίθρα, θεό του ήλιου για τους Πέρσες, τη σπουδαιότερη μη ελληνική θεότητα που λατρεύτηκε στον Πόντο, πριν την εξάπλωση του χριστιανισμού. Η δυναστεία των Μιθριδατών αποτελείται από τους εξής βασιλείς :

 

Μιθριδάτης               402-363

Αριοβαρζάνης          363-337

Μιθριδάτης               337-302

Μιθριδάτης Α΄ ο Κτίστης   302-266

Αριοβαρζάνης          266-250

Μιθριδάτης Β΄          250-222

Μιθριδάτης Γ΄          222-184

Φαρνάκης Α΄           185-156

Μιθριδάτης Δ΄ Φιλοπάτωρ         156-150

Μιθριδάτης Ε΄ Ευεργέτης 150-120

Μιθριδάτης Στ΄ Ευπάτωρ  120-63

Φαρνάκης Β΄           63-47

 

Ρωμαϊκή εποχή

Το 64/63 π.Χ. ο Πομπήιος ίδρυσε κατά μήκος των νοτίων παραλίων του Ευξείνου Πόντου το Κοινόν Πόντου-Βιθυνίας, που περιελάμβανε ουσιαστικά τις επαρχίες Βιθυνία, Παφλαγονία και Πόντο. Η περιοχή δυτικά του Ίριδος ποταμού, χωρίς την Αμισό και προς την ενδοχώρα, ονομάστηκε Γαλατικός Πόντος, μιας και τη διοίκησή της ανέλαβε ο τετράρχης Γαλατίας.

Το ανατολικό τμήμα του Πόντου ονομάστηκε Πολεμωνιακός Πόντος, καθώς αποδόθηκε το 36 π.Χ. στον Πολέμωνα, εγγονό του Μιθριδάτη. Αργότερα ο Γαλατικός και ο Πολεμωνιακός Πόντος ενσωματώθηκαν στην Επαρχία Γαλατίας και Καππαδοκίας και την εποχή του Τιβερίου ο Πόντος περιελάμβανε μόνο την περιοχή των έξι (6) μεγάλων παραλιακών πόλεων από την Ηράκλεια ως την Αμισό.

Επί Διοκλητιανού και των διαδόχων του ο Πόντος διαιρούνταν σε τρεις επαρχίες. Το δυτικό τμήμα, μέχρι τον ποταμό Θερμώδοντα, με την ονομασία Διόσποντος συμπεριλάμβανε τις πόλεις Ίβωρα, Ευχάιτα, Ζήλα, Σινώπη, Αμισό, και την πρωτεύουσα Αμάσεια. Ο Πολεμωνιακός Πόντος, ανατολικότερα, είχε ως πρωτεύουσα τη Νεοκαισάρεια και σημαντικότερες πόλεις τα Κόμανα, το Πολεμώνιο, την Κερασούντα και την Τραπεζούντα. Τα δύο αυτά τμήματα ενώθηκαν επί Ιουστινιανού μετά το 536 μ.Χ. και έλαβαν την ονομασία Ελενόποντος προς τιμήν της Αγίας Ελένης. Το τρίτο τμήμα, η Μικρή Αρμενία, περιελάμβανε περιοχές του Άνω Ευφράτη μέχρι τα Σάταλα και την Αρσίγγη με πρωτεύουσα τη Σεβάστεια και άλλες πόλεις τη Νικόπολη, την Κολώνεια, έως και τη Διοσκουριάδα. Οι ελληνικές πόλεις κατά την περίοδο της ρωμαϊκής κυριαρχίας συνέχισαν να ακμάζουν και να ευημερούν, με προσωρινή διακοπή τις ληστρικές επιδρομές των Γότθων το 257/58 μ.Χ. στη Νικομήδεια, τη Νίκαια και την Τραπεζούντα.

Βυζαντινοί Χρόνοι

Ο χριστιανισμός διαδόθηκε πολύ νωρίς στον Πόντο από τους αποστόλους Ανδρέα και Πέτρο, αρχής γενομένης από την Αμισό.

Γύρω στο 2ο αιώνα είχε ήδη αρχίσει να επικρατεί, αλλά η ουσιαστική νίκη του επί της προγενέστερης λατρείας και κυρίως της λατρείας του Μίθρα, συνδέεται με τη δράση και το μαρτυρικό θάνατο του Αγίου Ευγενίου και των συναθλητών του Ουαλεριανού, Κανιδίου και Ακύλα την εποχή του διωγμού του Διοκλητιανού στην Τραπεζούντα (292 μ.Χ.).

Επί αυτοκράτορα Θεοδοσίου χτίζεται η μονή της Παναγίας Σουμελά, που μαζί με άλλα μοναστήρια του Πόντου, τον Άγιο Ιωάννη το Βαζελώνα, τον Άγιο Γεώργιο τον Περιστερεώτα, την Παναγία Γουμερά, την Παναγία τη Σταυροπηγιανή (Νικόπολη) πρωταγωνίστησαν για πολλούς αιώνες στην πνευματική ζωή και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο σε ό,τι αφορά την επιβίωση του ελληνισμού κατά τη δύσκολη περίοδο που ακολούθησε. Τον 6ο αιώνα μ.Χ. ξεκινά η πολυετής διαμάχη του Βυζαντίου με την περσική δυναστεία των Σασσανιδών.

Ο Ιουστινιανός προχωρεί σε διοικητική αναδιοργάνωση της στρατηγικής αυτής περιοχής, κατασκευάζει τείχη, δρόμους και δημόσια έργα και συμβάλλει με κάθε τρόπο στην ανάπτυξή της. Παρά την σύναψη συμφωνίας με τους Πέρσες, οι συγκρούσεις συνεχίζονται μέχρι τα χρόνια του Ηρακλείου (610-641).

Στις αρχές του 8ου αιώνα, ο Πόντος ήταν κατανεμημένος σε δύο Θέματα, αυτό των Αρμενιάκων (από την Ιβηρία του Καυκάσου ως τη Σινώπη) και του Οψικίου, στα όρια του οποίου συμπεριλαμβάνονταν η Ποντοηράκλεια, η Γάγγρα, η Άμαστρις, η Ινέπολη και η Κασταμονή.

Αργότερα το Θέμα Αρμενιάκων περιορίζεται στις περιοχές της Σινώπης, της Νεοκαισάρειας, της Αμάσειας και της Αμισού, και δημιουργείται επίσης το Θέμα Χαλδίας (περιοχές Τραπεζούντας-Κερασούντας) και Κολωνείας (Κολώνεια, Νικόπολη και γύρω περιοχές). Από το Θέμα Οψικίου προκύπτει το Θέμα Παφλαγονίας (Γάγγρα, Κασταμονή, Ινέπολη κλπ) και Βουκελλαρίων με τις πόλεις Ηράκλεια και Τίειον.

Ωστόσο, τα ανατολικά σύνορα της Αυτοκρατορίας γνωρίζουν συνεχείς αλλαγές. Παράλληλα διευρύνεται η μεγάλη γαιοκτησία, και οι διάφορες αρχοντικές οικογένειες προσπαθούν να αυτονομηθούν έναντι της κεντρικής εξουσίας.

Παρά τα κατά καιρούς μέτρα των Βυζαντινών αυτοκρατόρων προς ενίσχυση των μικροκαλλιεργητών, οι «δυνατοί», όπως ονομάζονται οι πλούσιοι γαιοκτήμονες, καταφέρνουν να επικρατήσουν.

Η πρώτη εμφάνιση των Τούρκων στην περιοχή

Από τα μέσα του 11ου αιώνα αρχίζει η σταδιακή εγκατάσταση των Σελτζούκων και άλλων τουρκομανικών φύλων στη Μικρά Ασία. Αρχικά διεισδύουν στα υψίπεδα της Περσίας προς αναζήτηση βοσκοτόπων. Στη συνέχεια εισβάλλουν στις αρμενικές περιοχές και με τις λεηλασίες τους προκαλούν μετακινήσεις των ντόπιων πληθυσμών προς τα δυτικά. Μετά την ήττα του Ρωμανού Διογένη στο Ματζικέρτ (1071) αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση για την Αυτοκρατορία. Την ίδρυση του σελτζουκικού Σουλτανάτου του «Ρουμ», που περιλαμβάνει τις πρώτες βυζαντινές κτήσεις στη Μικρά Ασία, με πρωτεύουσα πρώτα στη Νίκαια και μετά στο Ικόνιο, ακολουθεί η ίδρυση του Εμιράτου των Δανισμενιδών με έδρα την ποντιακή Νεοκαισάρεια. Μόνο το θέμα της Χαλδίας αντιστέκεται, ενώ ο «δουξ» Θεόδωρος Γαβράς απομακρύνει τους Σελτζούκους από την Τραπεζούντα και επεκτείνει την κυριαρχία του ανατολικά εκδιώκοντας τους Τουρκομάνους. Τελικά όμως συλλαμβάνεται και εκτελείται από τον εμίρη των Τουρκομάνων της Θεοδοσιούπολης (Έρζουρουμ), Αμιράλη (1098). Το 1107 ελευθερώθηκαν η Γάγγρα, η Σινώπη και η Τραπεζούντα (που είχε καταληφθεί πάλι από τους Τούρκους), αλλά οι Δανισμενίδες κυριάρχησαν στη Θεοδοσιούπολη και τη Νεοκαισάρεια.

Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας

Το 1204, όταν οι σταυροφόροι της Δ΄ Σταυροφορίας κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη, οι εγγονοί του Ανδρόνικου Α΄ Κομνηνού, Αλέξιος Α΄ και Δαβίδ, που είχαν βρει καταφύγιο στην αυλή της θείας τους Θάμαρ, βασίλισσας της Γεωργίας, κατόρθωσαν να καταλάβουν μεγάλο μέρος της παραλιακής ζώνης στη νοτιοανατολική πλευρά του Ευξείνου Πόντου και να ιδρύσουν την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. Μετά το θάνατο του Δαβίδ Κομνηνού και την αποτυχία του να προσαρτήσει την Ποντοηράκλεια, την Άμαστρη και τη Σινώπη, η Αυτοκρατορία εκτείνεται ανατολικά της συγκεκριμένης περιοχής. Σταδιακά, το κράτος αυτό αποκτά καλές σχέσεις με τα γειτονικά σουλτανάτα και εμιράτα και λειτουργεί ως οικονομικός διάμεσος μεταξύ αυτών και των Γενουατών και Ενετών που διαθέτουν εμπορικές αποικίες στα παράλια του Πόντου.

 

Οι Αυτοκράτορες της Τραπεζούντας

Οι ηγεμόνες που κυβέρνησαν την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας απο το 1204 μέχρι το 1461 ήταν οι παρακάτω :

1. Αλέξιος Α’ (1204-1222)

2. Ανδρόνικος Α’ ο Γίδος ή Γήδωνας (1222-1235)

3. Ιωάννης Α’ ο Αξούχος (1235-1241)

4. Μανοuήλ Α’ (1241-1263)

5. Ανδρόνικος Β’ (1263-1266)

6. Γεώργιος Α’ (1266-1280)

7. Ιωάννης Β’ (1280-1297)

8. Αλέξιος Β’ (1297-1330)

9. Ανδρόνικος Γ’ (1330-1332)

10. Μανοuήλ Β’ (1332-1336)

11. Βασίλειος Α’ (1336-1340)

12. Ειρήνη Παλαιολογίνα (1340-1341)

13. Άννα Κομνηνή (1341-1342)

14. Ιωάννης Γ’ (1342-1344)

15. Μιχαήλ Α’ (1344-1349)

16. Αλέξιος Γ’ ο Μέγας (1349-1390)

17. Μανοuήλ Γ’ (1390-1417)

18. Αλέξιος Δ’ (1417-1446)

19. Ιωάννης Δ’ ο Καλογιάννης (1446-1458)

20. Δαβίδ (1458-1461)

 

Η Άλωση του Πόντου

Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς, το 1453, ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής επιδιώκει να επεκτείνει την κυριαρχία του. Το 1456 παραγγέλνει στον πασά της Αμάσειας, που είναι υπό οθωμανική κατοχή ήδη από το 1389 (όπως και η Αμισός από το 1428), να εκστρατεύσει εναντίον της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. Ο αυτοκράτορας Ιωάννης Δ΄ ο Κομνηνός αναγκάζεται να κλείσει συμφωνία υποτέλειας το 1458, δεσμευόμενος να καταβάλλει ετησίως το ποσό των 3.000 χρυσών νομισμάτων. Παράλληλα όμως στρέφεται στα γειτονικά κρατίδια, αναζητώντας συμμάχους προκειμένου να απομακρύνει τον οθωμανικό κίνδυνο. Προσεταιρίζεται τον ηγεμόνα της ορδής των Ασπροπροβατάδων, Ουζούν Χασάν, προσφέροντάς του για σύζυγο την πριγκίπισσα Θεοδώρα, και συμμαχεί με τον εμίρη της Κασταμονής Ισφεντιγιάρογλου Ισμαήλ και της Καραμανίας Ιμπραήμ μπέη.

Μετά το θάνατό του στο θρόνο ανεβαίνει ο γιος του, Δαβίδ, που επισκέπτεται πολλούς ηγεμόνες της Δύσης προσπαθώντας να συνάψει νέες συμμαχίες. Μια αδέξια κίνηση όμως του Ουζούν Χασάν, από τον οποίο είχε ζητήσει ο αυτοκράτορας μεσολάβηση για να καταργηθεί ο φόρος υποτέλειας στους Οθωμανούς, στρέφει τον Μωάμεθ τον Πορθητή εναντίον της Αυτοκρατορίας. Το 1461 ο Οθωμανός σουλτάνος σαρώνει τα νότια παράλια του Ευξείνου Πόντου. Υποτάσσει πρώτα την υπό γενουατική διοίκηση Άμαστρη και φτάνοντας έξω από τα τείχη της Σινώπης πείθει τον Ισφεντιγιάρογλου Ισμαήλ μπέη να παραδώσει την πόλη, λαμβάνοντας σε αντάλλαγμα τη Φιλιππούπολη.

Ο σουλτάνος δίνει εντολή να κατευθυνθεί ο στόλος του στην Τραπεζούντα και ακολουθώντας την οδό Αμάσειας-Σεβάστειας-Ερζερούμ, σταματά έξω από την Τοκάτη και κυριεύει το κάστρο Κογιουνλού Χισάρ. Έξω από το Ερζιγγιάν συναντά τη Σάρα Χατούν, μητέρα του Ουζούν Χασάν, που έρχεται για να τον προϋπαντήσει, ζητώντας του να θεωρήσει το γιο της φίλο και σύμμαχο.

Μετά την απώλεια και των τελευταίων συμμάχων η μοίρα της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας σφραγίζεται. Σε λίγο καιρό η πρωτεύουσα των Μεγάλων Κομνηνών, ύστερα από απελπισμένη αντίσταση 28 ημερών, παραδίδεται στο Μωάμεθ Β΄ με απόφαση του αυτοκράτορα Δαβίδ. Ωστόσο, παρά τις προθέσεις του, με αυτή του την απόφαση ο τελευταίος αυτοκράτορας δεν έσωσε τελικά ούτε την πόλη του και τους κατοίκους της, οι οποίοι παραδόθηκαν στη λεηλασία και τη σφαγή, ούτε τον ίδιο και την οικογένειά του. Ο Οθωμανός μονάρχης υποπτευόμενος συνομωσία διέταξε να θανατωθεί μαζί με όλους τους γιους του δυο χρόνια αργότερα.

Οθωμανική Περίοδος

Η πρώτη περίοδος της οθωμανικής κυριαρχίας στιγματίστηκε από ομαδικούς εξισλαμισμούς που οδήγησαν τους Έλληνες του Πόντου σε εκτεταμένες μεταναστεύσεις προς την ομόδοξη Ρωσία και σε μετακινήσεις προς την ενδοχώρα καθώς και σε δύσβατες ορεινές περιοχές. Την ίδια εποχή, αλλά και μετέπειτα, παρατηρείται άλλωστε το φαινόμενο του κρυπτοχριστιανισμού (επιφανειακή προσχώρηση στο Ισλάμ για την αποφυγή των διώξεων και κρυφή τήρηση των χριστιανικών θρησκευτικών καθηκόντων). Μόνο στην περιοχή της Χαλδίας οι μεταλλουργοί κάτοικοί της αποτέλεσαν μια ξεχωριστή τάξη ραγιάδων με ειδικά προνόμια.

Κατά το 16ο αιώνα παρατηρείται ένα νέο κύμα μετακινήσεων. Περιοχές του δυτικού Πόντου που είχαν γνωρίσει την τουρκική κατάκτηση από πολύ νωρίς (ήδη από την εποχή των τουρκομανικών και σελτζουκικών εμιράτων) και των οποίων ο χριστιανικός πληθυσμός είχε μειωθεί δραματικά, γνωρίζουν νέα ανάπτυξη. Τα στοιχεία που προκύπτουν από τα οθωμανικά αρχεία είναι ενδεικτικά της κατάστασης: Ο χριστιανικός πληθυσμός της Κασταμονής από 570 οικογένειες αυξήθηκε σε 1.889, της Γάγγρας από 81 οικογένειες σε 453. Στο Μπόλου, όπου σε προηγούμενες απογραφές δεν σημειώνονταν χριστιανοί κάτοικοι, στην απογραφή του 1570-1580 εμφανίζονται 134 χριστιανικές οικογένειες. Στην Ποντοηράκλεια, την Άμαστρη, την Αμισό, τα Κοτύωρα, την Κερασούντα, στο μικρό πυρήνα των χριστιανών που προϋπήρχε προστίθενται Έλληνες άλλων περιοχών του Πόντου και της Καππαδοκίας, ενώ η ανάπτυξη της οικονομίας συντελεί στην πνευματική και πολιτιστική ανάπτυξη των ελληνικών κοινοτήτων της περιοχής.

Στα μέσα του 17ου αιώνα παρατηρείται το τελευταίο κύμα βίαιων εξισλαμισμών στην περιοχή Όφεως και Ριζαίου. Είναι η περίοδος των ντερεμπέηδων, τοπικών αρχόντων, των οποίων η βία και η αυθαιρεσία στρέφεται εναντίον του ντόπιου χριστιανικού πληθυσμού. Το 1856 με το διάταγμα Χάτι Χουμαγιούν αναγνωρίζονται ορισμένα δικαιώματα στους «αλλόθρησκους» υπηκόους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έχει προηγηθεί, ιδίως μετά το Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1828-1830, μεγάλο ρεύμα φυγής των Ελλήνων του Πόντου προς τη Ρωσία και μετακινήσεις στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας. Τα μεταλλεία των ανατολικών περιοχών (Αργυρούπολη) κλείνουν. Αντιθέτως, τα ορυχεία άνθρακα της Ποντοηράκλειας και του δυτικού Πόντου αναπτύσσονται. Σταδιακά παρατηρείται ανάκαμψη.

 

Τέλος 19ου - αρχές 20ού αιώνα

Στα λιμάνια της Τραπεζούντας, της Αμισού, της Κερασούντας σημειώνεται μεγάλη κίνηση. Ιδρύονται τράπεζες και μεγάλες επιχειρήσεις που βρίσκονται σε ελληνικά χέρια. Χτίζονται παράλληλα πολλά εκπαιδευτήρια (Φροντιστήριο Τραπεζούντος, Ψωμιάδειος Σχολή Κοτυώρων, Παπαζόγλειος Σχολή της Κασταμονής, Τσινέκειο Γυμνάσιο Αμισού, Κολέγιο της Μερζιφούντας κ.ά.). Στα τέλη του 19ου αιώνα - αρχές 20ού οι ευρωπαϊκές δυνάμεις εισέρχονται και αυτές (έχει προηγηθεί η Ρωσία) στον ανταγωνισμό για την εκμετάλλευση του Χριστιανικού Ζητήματος. Το κίνημα των Νεοτούρκων (1908) δημιούργησε ελπίδες στους υπόδουλους Έλληνες, καθώς υποσχόταν ισονομία και ελευθερία σε όλους τους λαούς της Αυτοκρατορίας. Οι ελπίδες όμως γρήγορα διαψεύστηκαν, όταν έγινε ξεκάθαρο ότι θα ακολουθήσει νέο κύμα διώξεων εναντίον των μη μουσουλμανικών πληθυσμών.

Το σχέδιο εξόντωσης των Χριστιανών

Από το 1914 αρχίζουν οι αναγκαστικές μετακινήσεις και οι ομαδικές εξορίες του πληθυσμού των παραλίων του δυτικού Πόντου, με υπόδειξη Γερμανών στρατιωτικών συμβούλων. Αφού ολοκληρώνεται το έργο της εξόντωσης των Αρμενίων, έρχεται η σειρά των Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας.

Οι άντρες επιστρατεύονται στα διαβόητα «αμελέ ταμπουρού» (τάγματα εργασίας) ενώ τα γυναικόπαιδα σύρονται στην ενδοχώρα καταδικασμένα σε έναν αργό βασανιστικό θάνατο. Αρνούμενοι να υποταχτούν σε αυτήν τη μοίρα, οι Πόντιοι οργανώνουν την αυτοάμυνά τους, δημιουργώντας το ηρωικό «αντάρτικο του Πόντου». Το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, παρά τη νίκη των δυνάμεων της Αντάντ, βρίσκει τους Έλληνες του Πόντου χωρίς καμία προστασία, εκτεθειμένους στα βάρβαρα ένστικτα των ένοπλων παραστρατιωτικών συμμοριών που χρηματοδοτούνται και κατευθύνονται από τους Νεότουρκους.

Ο διαβόητος Τοπάλ Οσμάν διαπράττει φρικαλεότητες, σκορπώντας τον τρόμο στα ελληνικά χωριά της Σαμσούντας, της Αμάσειας, της Κερασούντας. Το σχέδιο για τη δημιουργία ανεξάρτητης Ποντιακής ή Ποντοαρμενικής Δημοκρατίας ματαιώνεται και οι Πόντιοι διανοούμενοι (δεκάδες δάσκαλοι, ιεράρχες, δημοσιογράφοι κ.ά.) απαγχονίζονται, αφού έχουν καταδικαστεί με συνοπτικές διαδικασίες στα περίφημα «Δικαστήρια της Ανεξαρτησίας» στην Αμάσεια.

 

Ανταλλαγή των Πληθυσμών

Μετά την Ανταλλαγή των Πληθυσμών ήρθαν στην Ελλάδα οι εναπομείναντες Πόντιοι χριστιανοί στο θρήσκευμα. Παρέμειναν στον Πόντο οι ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι του Όφεως, των Σουρμένων, της Θοανίας και άλλων περιοχών, αφού η Ανταλλαγή έγινε βάσει θρησκεύματος και όχι γλώσσας ή εθνικής καταγωγής. Στις νέες τους εστίες στην Ελλάδα οι πρόσφυγες από τον Πόντο με εφόδια την αστείρευτη ζωτικότητα, τη φιλοπονία και τον πατριωτισμό τους δημιούργησαν καινούριες γερές ρίζες.

Στη Μακεδονία κυρίως, αλλά και στη Θράκη, τη Θεσσαλία και σε όλη την Ελλάδα οι Πόντιοι, μαζί με τους πρόσφυγες από άλλα μέρη της Μικράς Ασίας, της Θράκης και της Ανατολικής Ρωμυλίας συνέβαλαν στην ανάπτυξη του αγροτικού τομέα, της βιοτεχνίας, της βιομηχανίας και όλων των κλάδων της οικονομίας. Με τους συλλόγους και τα σωματεία τους, την αγάπη προς τα γράμματα και τις τέχνες διέπρεψαν και διαπρέπουν ακόμη, αποτελώντας μια ζωηρή και ξεχωριστή πολιτισμική συνιστώσα του σύγχρονου Ελληνισμού.

 

Πολιτιστική ζωή μετά την Ανταλλαγή

Σύλλογοι, θέατρο, μουσική, χορός

Λυράρηδες και καλλιτέχνες 1ης και 2ης γεννιάς