Τετάρτη
14 Νοεμβρίου 2018
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 2978RSS FEED
Υ/Β ΚΑΤΣΩΝΗΣ (Y1): Παράξενα και απρόσμενα συμβάντα
Γράφει η
Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου

Επί του ΚΑΤΣΩΝΗΣ δίπλα στο ΉΦΑΙΣΤΟΣ στο Πορτ Σουδάν
ΦΩΤΟ: Αρχείο Γ. Σπυριδάκη.

 

Η ζωή σ’ ένα υποβρύχιο εκείνη την εποχή δεν ήταν εύκολη. Όπως δεν είναι και η προσπάθεια να αποτυπωθεί όλη εκείνη η ατμόσφαιρα που επικρατούσε μέσα σε λίγες προτάσεις. Ενδεικτικώς θα αναφέρουμε ότι κατά τη διάρκεια της ημέρας το σκάφος περιπολούσε εν καταδύσει και μόνο τις νυχτερινές ώρες ταξίδευε στην επιφάνεια για να φορτιστούν οι συσσωρευτές και να ανανεωθεί ο αέρας. Στο εσωτερικό του υποβρυχίου επικρατούσε πάντοτε υγρασία, ο αέρας ήταν βρώμικος, το νερό διατίθετο σε περιορισμένες ποσότητες και μόνο για πόση και για πλύσιμο δοντιών. Το μπάνιο και το ξύρισμα ήταν απαγορευμένα. Κάθε τύπος οσμής, ανθρωπίνου σώματος αλλά και υλικών, αναμειγνύονταν με τον αέρα. Για την κατάσταση της αναγκαστικής αποχής των πληρωμάτων από το πλύσιμο και την μυρωδιά που ανέδιδαν επιβεβαίωσαν πολλοί. Όμως αυτό δεν απέτρεψε κανέναν να θέλει να αγκαλιάσει ένα πλήρωμα υποβρυχίου όταν εκείνο επέστρεφε από μια επιτυχημένη αποστολή. Για παράδειγμα, ο Επαμεινώνδας Μπαμπούρης ανέφερε ότι όταν το ΚΑΤΣΩΝΗΣ βύθισε το ισπανικό ατμόπλοιο SAN ISIDRO LABRADOR και επέστρεψε στη Βηρυτό στις 10 Απριλίου του 1943, βρήκε μεγάλη υποδοχή τόσο από τα πληρώματα των άλλων ελληνικών και αγγλικών υποβρυχίων όσο και από τον γηγενή πληθυσμό:

« Όταν το υποβρύχιον επλεύρισεν εις το «Κορινθία» όλος εκείνος ο κόσμος επήδησε σχεδόν εις το υποβρύχιον κι ήρχισε να καταφιλή τους άνδρας του παρά τα μεγάλα των γένεια και την φοβεράν απλυσιάν των 22 ημερών της περιπολίας και να  τους ερωτά δια τα καθέκαστα»[1].

Αλλά και έξω από το υποβρύχιο, στον πυργίσκο, ο φρέσκος αέρας επέφερε πολλούς κινδύνους. Ακόμα κι αν δεν συναντούσε το πλήρωμα κάποια εχθρική κίνηση βρισκόταν αντιμέτωπο με πολύ δύσκολες καιρικές συνθήκες.

 Ο τότε σημαιοφόρος τορπιλλητής του υ/β ΚΑΤΣΩΝΗΣ Γιώργος Σπυριδάκης ανέφερε για τα Χριστούγεννα του 1940:

«Το κρύο ήταν πάρα πολύ τσουχτερό. Όταν πλέαμε στην επιφάνεια, έκανα βάρδια οπτήρα στον πυργίσκο του υποβρυχίου. Παρ’ όλο που ήμασταν καλά ντυμένοι και φορούσαμε μάλλινα γάντια, τα χέρια μας κοκκάλωναν και πονούσαν, ενώ τα νύχια μας άσπριζαν και «φωσφόριζαν!»[2].

Υ1 ΚΑΤΣΩΝΗΣ
ΦΩΤΟ: Αρχείο Α. Δημητρακόπουλου


Μέσα σε όλο αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο δημιουργήθηκαν μεταξύ των πληρωμάτων φιλίες, κόντρες και κάθε λογής ανθρώπινες ιστορίες. Πολλές δεν είναι γνωστές. Κάποιες δεν έπρεπε να κοινοποιηθούν, τουλάχιστον την εποχή εκείνη. Και άλλες μαρτυρούν το ανθρώπινο ένστικτο ή τον αιφνιδιασμό από τα παιχνίδια της μοίρας.
Τα υ/β ήταν τότε ήδη γερασμένα, το  ΚΑΤΣΩΝΗΣ το γηραιότερο απ όλα, και κατά τις περιπολίες τα πληρώματα έπρεπε να αντιμετωπίσουν την άμεση λύση προβλημάτων και βλαβών με αυτοσχέδια ανταλλακτικά, πατέντες δηλαδή της τελευταίας στιγμής[3]. Αντιμέτωποι όμως βρίσκονταν και με ατυχείς συγκυρίες όπως, μεταξύ άλλων, τη μη έκρηξη των τορπιλλών όταν προσέκρουαν επί των εχθρικών στόχων, γεγονός που είχε άμεση επίπτωση στο ηθικό του πληρώματος[4] ή το ατύχημα που συνέβη αμέσως μετά το δεξαμενισμό του υ/β, μέσα στον λιμένα του Πορτ Σάιντ από αδέξιο χειρισμό ενός υπαξιωματικού[5].

Τα παραδείγματα που ακολουθούν είναι ενδεικτικά. Ας ρίξουμε μια ματιά:

Προλήψεις και δεισιδαιμονίες

Σύμφωνα με τον Ηλία Τσουκαλά οι ναυτικοί σέβονται τις 

συνήθειες κι έχουν  πολλές προλήψεις. Οι «υποβρύχιοι» περισσότερες.

«Για παράδειγμα: ποτέ οι συνάδελφοι από τα άλλα υ/β να μην κατεβαίνουν την τελευταία στιγμή στο υ/β που φεύγει! Γυρεύεις, με τις ανήσυχες σκέψεις τους, να του φέρουν γρουσουζιά. Μόνο ένα-δυό πρόσωπα, αναγνωρισμένα απ’ όλους για γουρλίδικα και που – πολύ χαρακτηριστικό αυτό – η δουλειά τους δεν είναι να πηγαίνουν περιπολία, μπορούν ή μάλλον υποχρεούνται να πατούν τελευταίοι το ποδάρι τους πάνω στο καράβι. Κι ένας απ’ τους γουρλήδες για το ΚΑΤΣΩΝΗΣ, ήταν ο Πλοίαρχος – ηλεκτρολόγος Χρυσίδης, με τη χρυσή καρδιά. Έλειπε όμως εκείνες τις ημέρες (5 Σεπ. 1943) για υπηρεσία στο Πόρτ-Σάιντ. Ο Λάσκος δεν μπορούσε να το χωνέψει πως τούτη τη φορά θα φεύγαμε για περιπολία δίχως να μας κατευοδώσει ο Χρυσίδης»[6].

 

Υ/Β ΚΑΤΣΩΝΗΣ   Με το μπλε κύκλο διακρίνεται ο 
μάγειρας Στέφανος Τοκακλίδης
ΦΩΤΟ: Συλλογή Ηλία Τσουκαλά.

12 Σεπτεμβρίου 1943 τα μεσάνυχτα ανοιχτά απ’ τη Σκύρο, το υ/β ΚΑΤΣΩΝΗΣ σταμάτησε δύο καΐκια. Αντάλλαξαν πληροφορίες και μάλιστα βρέθηκαν συμπατριώτες με τον κυβερνήτη. Πρόσφεραν στα πληρώματα του υ/β μυτζήθρα και κρεμμύδια και οι υποβρύχιοι αφού τους μοίρασαν κονσέρβες και τσιγάρα, τους άφησαν ελεύθερους. Χμ.. Προσέφεραν στου υποβρύχιους κρεμμύδια?

Ο Ηλίας Τσουκαλάς αφηγείται:

«Ο Οπλονόμος γκρίνιαζε – όπως πάντα – γιατί τα κρεμμύδια θα μύριζαν εν καταδύσει. Μα ο μάγειρας, Στέφανος Τοκακλίδης[7], έτριβε τα χέρια του από χαρά γιατί θα έκανε στιφάδο. Που νάξερε, ο άμοιρος, πως ο Λάσκος τώχε για το πιο γρουσούζικο φαγητό. Γιατί κάποτε που ταξίδευε – καπετάνιος εμπορικού, φορτωμένο κρεμμύδια – τόνε βούλιαξε γερμανικό υ/β την ώρα που έτρωγε στιφάδο!»[8].

Το «λάφυρο»[9] 

Την 1η Απριλίου του 1943 το υ/β ΚΑΤΣΩΝΗΣ περιπολούσε κοντά στον Κάβο Μαλιά.  Τρία ιστιοφόρα εμφανίστηκαν. Το υ/β αναδύθηκε και ανάγκασε τα δύο να πλησιάσουν ενώσω το τρίτο είχε απομακρυνθεί. Τα δύο ιστιοφόρα μετέφεραν λάδι και σταφίδα για τα λαϊκά συσσίτια της Αθήνας. Το τιμόνι του ενός, το διεύθυνε ένας ηλιοκαμένος καπετάνιος με το αριστερό του χέρι. Το δεξί το είχε χάσει στην Αλβανία. Ο Λάσκος δεν εννοούσε να βουλιάξει καϊκι εάν δεν έβρισκε μέσα Γερμανούς ή Ιταλούς. Τον κατηγόρησαν αργότερα ότι πρόδιδε έτσι την παρουσία του ΚΑΤΣΩΝΗ. Όμως εκείνος αποφάσισε να μην στερήσει τα μικρά αλλά πολύτιμα αυτά φορτία από τον πεινασμένο λαό της πρωτεύουσας. Σκέφτηκε και τον ανάπηρο καπετάνιο, που δεν είχε άλλο τίποτε από το καϊκι του. Σε περίπτωση που το βούλιαζε ο Λάσκος, δεν θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί η Πατρίδα, στην οποία θυσίασε το ένα του χέρι, θέλησε να του στερήσει και το βιός του. Έτσι τα ιστιοφόρα αφέθηκαν ελεύθερα. Όμως, λίγο πριν απομακρυνθεί το υποβρύχιο, ένας από τους ναύτες των ιστιοφόρων πήδηξε στο κατάστρωμα του Κατσώνης και γονυπετής παρακαλούσε να τον πάρουν μαζί τους.  Ο νεαρός ονομαζόταν Χριστόφορος Μιτσιάλης και γνώριζε καλά τις ακτές και τις κινήσεις των εχθρικών πλοίων στην περιοχή εκείνη. Έτσι τον κράτησαν στο υποβρύχιο ως πρότακτο. Το πλήρωμα του ΚΑΤΣΩΝΗΣ του προσέδωσε το παρατσούκλι : «το λάφυρο».

Το «λάφυρο» έδωσε σημαντική πληροφορία στον Κυβερνήτη σχετικά με ένα εχθρικό πλοίο, το οποίο αναμενόταν στο λιμάνι του Γυθείου[10]. Το ΚΑΤΣΩΝΗΣ το βύθισε στις 2 Απριλίου του 1943.

Παιγνίδια της μοίρας

Περίπτωση Υποκελευστού Β’ τροπιλιστή Γ. Σπυριδάκη

«Όταν λοιπόν καταπλεύσαμε στο Πορτ Σάιντ, ο Λάσκος φώναξε εμένα και τον ομοιόβαθμό μου Νικόλαο Μαντωνανάκη, και μας είπε ότι ένας από τους δύο περίσσευε και, συνεπώς, θα έπρεπε να μετατεθεί από το υποβρύχιο. Άφησε σε μας την επιλογή, αλλά δεν τα βρήκαμε. Και οι δυο θέλαμε να μείνουμε στο Κατσώνης, ο δε Μαντωνανάκης υποστήριζε  ότι ήταν παλαιότερος στο Κατσώνης και άρα δεν ήταν αυτός που θα έπρεπε να φύγει. Τελικά, φύλλο πορείας πήρα εγώ (σ.σ. ο Σπυριδάκης)  και έτσι επέζησα.  Ο καημένος ο Μαντωνανάκης χάθηκε κι αυτός με το Κατσώνης (σ.σ. 14 Σεπ 1943)»[11].

Σημαιοφόρος (Π.Υ. σηματωρ.) Γεώργιος Σωτήρου

Ο Σημαιοφόρος (Π.Υ. σηματωρός) 
Γεώργιος Σωτήρου
ΦΩΤΟ: Αρχείο Γ. Σωτήρου. 

«Δεν μπορώ να αποφύγω να τονίσω πόσο σημαντικό ρόλο παίζει στη ζωή μας η τύχη.… Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1943, το ΚΑΤΣΩΝΗΣ απέπλευσε για νέα περιπολία. Τη φορά αυτή, ανήκοντας στο 1/3 του προσωπικού του, που σε κάθε περιπολία έμενε έξω, δεν έφυγα με το καράβι. … Με αντικατέστησε ο συμμαθητής μου στη Σχολή Ναυτοπαίδων Δημήτρης Αναγνωστόπουλος. … Στο σημείο αυτό οφείλω μια εξήγηση: τα υποβρύχια είχαν περισσότερο πλήρωμα από το κανονικό και κάθε φορά άφηναν στη Βάση Υποβρυχίων ένα μέρος του. Όταν το υποβρύχιο επέστρεφε, έμπαινε μέσα το 1/3 που είχε μείνει έξω και τα άλλα δύο τρίτα πήγαινα στη Χαμάνα, στα ορεινά του Λιβάνου, για ανάπαυση και κυρίως για «αεροθεραπεία», θα λέγαμε. Αυτό έχει χαρακτηριστεί ως αναγκαίο, λαμβανομένων υπ’ όψιν των ανθυγιεινών συνθηκών που επικρατούσαν στο εσωτερικό των σκαφών. 

Έμεινα, λοιπόν, έξω κι έτσι γλίτωσα το θάνατο ή την αιχμαλωσία όταν το Κατσώνης χάθηκε ηρωϊκά μαχόμενο μέχρι την τελευταία στιγμή»[12].

Σηματωρός Κ. Βυθούλκας ΝΗΡΕΥΣ

«Μια μέρα, ο ανθυποπλοίαρχος Τρουπάκης του 

ΚΑΤΣΩΝΗΣ, μου είπε ότι θα έφευγαν για περιπολία, και ο σηματονόμος τους, ο συμμαθητής μου Σάββας Χαρίδης, ήταν άρρωστος. Μου πρότεινε να πάω εγώ στη θέση του. Την εποχή εκείνη το ΝΗΡΕΥΣ ήταν σε επισκευή , και εξάλλου, ευχαρίστως θα πήγαινα περιπολία με τον Λάσκο. Ο Διευθυντής μου, ο Ανθυποπλοίαρχος Μάριος Χορς, είχε αντιρρήσεις να λείψω, αλλά άλλαξε γνώμη όταν έμαθε ότι θα πήγαινε στο ΚΑΤΣΩΝΗΣ ως εκπαιδευόμενος Ύπαρχος. Έτσι, θα πηγαίναμε και οι δύο. Τελικά στη θέση του Χόρς πήγε ο Ανθυποπλοίαρχος Σοφοκλής Μυκόνιος, ο δε Χαρίδης επέστρεψε στο πλοίο του έστω και άρρωστος. Έτσι, η τύχη θέλησε να χαθεί ο Μυκόνιος με το υποβρύχιο, να συλληφθεί ο Χαρίδης και να γλυτώσουμε ο Χορς κι εγώ»[13].

Αντιπλοίαρχος Ευάγγελος Κουρής

«Την πρακτική εκπαίδευση την έκανα στο υ/β ΝΗΡΕΥΣ και μετά πήγα στο Κατσώνης, με κυβερνήτη τον αντιπλοίαρχο Β. Λάσκο. Κάναμε μια περιπολία κατά την οποία παρουσιάστηκε κάποια ανωμαλία, και καταπλέυσαμε στο Πόρτ Σάιτ για επισκευή από το πλωτό Συνεργείο Ήφαιστος. Εκεί ήλθε ένα σήμα να αντικατασταθούμε με τον υποπλοίαρχο Σ. Μυκόνιο που υπηρετούσε στο υ/β ΜΑΤΡΩΖΟΣ. Δεν πληροφορήθηκα το λόγο, ωστόσο στα υ/β ήταν συνήθεις τέτοιες μετακινήσεις προσωπικού. Έτσι χάθηκε ο Μυκόνιος μαζί με το ΚΑΤΣΩΝΗΣ ενώ, κανονικά, θα έπρεπε να χαθώ εγώ. Στη Σχολή Δοκίμων, ο ουσιαστικά κατά 3 τάξεις μεγαλύτερός μου Μυκόνιος, με είχε πάρει υπό την προστασία του. Χρόνια μετά, τον Σεπτέμβριο του 1943, με «προστάτεψε» ξανά»[14].

Σύγχυση και χιουμοριστικές ανατροπές!

Ο Κυβερνήτης του Υ/Β ΚΑΤΣΩΝΗΣ Αθανάσιος Σπανίδης έγραψε για τις πρώτες 4 μέρες  του πολέμου του 1940:

«Χαρακτηριστικό της απειρίας των στελεχών μας και του δέους που είχε κατορθώσει η ιταλική προπαγάνδα να μας προκαλέσει, είναι ένα επεισόδιο, σ’ έναν από τους αεροπορικούς συναγερμούς. Ένα παρατηρητήριο ειδοποίησε από τηλεφώνου ότι «φίλια αεροσκάφη» κατευθύνονται προς τον ναύσταθμο και ο τηλεφωνητής του ναυστάθμου, προφανώς ευρισκόμενος υπό της επήρειαν της αναμενομένης αεροπορικής επίθεσης και ίσως και από φόβο, το εξέλαβε ως «χίλια αεροσκάφη» χωρίς ο αριθμός αυτός να τον εντυπωσιάσει. Βεβαίως επακολούθησε σύγχυση, αλλά σύντομα η ηρεμία αποκαταστάθηκε, όταν το λάθος διευκρινήσθηκε»[15].

ΤΟ Υ/Β ΚΑΤΣΩΝΗΣ (Υ-1)
Ελαιογραφία του Αγγελή Κορρού


Ο Βρετανός εκπαιδευτής Αντιπλοίαρχος Henry Baker περιγράφεται από τον κυβερνήτη του ΚΑΤΣΩΝΗΣ Αντιπλοίαρχο Αθανάσιο Σπανίδη ως ισχυρογνώμων, υπερόπτης και αντιπαθής. Τον καιρό εκείνο, μεταξύ άλλων προβλημάτων, τα υ/β δεν είχαν  ραδιογωνιόμετρο ΡΓ (radio direction finder – RDF) και πορειογράφο, και ήταν δύσκολο να καταγραφεί η πορεία, η ταχύτητα πλεύσεως και το στίγμα του πλοίου αφού αυτά καθορίζονταν μέσω παρατηρήσεων (διοπτεύσεων). Το έργο της διοπτεύσεως ήταν εξαιρετικά δύσκολο ιδιαίτερα σε περιπτώσεις πορείας με κακοκαιρία και ισχυρά τοπικά ρεύματα και μακριά από τις ακτές. Ο Baker όμως επέμενε ότι τα πληρώματα δεν ήξεραν να κάνουν σωστή αναμέτρηση. Γράφει χαρακτηριστικά ο Σπανίδης:

«…Ο Baker, ο οποίος και αυτός πολεμικά άπειρος επέμενε, όταν οι Έλληνες κυβερνήτες επιστρέφοντας από τις περιπολίες στην Αδριατική ανέφεραν τις δυσκολίες που συναντούσαν από τις κακοκαιρίες και άλλες  αντίξοες συνθήκες να ευρίσκουν το στίγμα του πλοίου των, ότι ετηρείτο κακή αναμέτρηση και ότι δεν εχρησιμοποιείτο με εμπιστοσύνη το δρομόμετρο, το οποίο και επαινούσε, γιατί ήταν αγγλικής κατασκευής προφανώς. Στην περιπολία αυτή (σσ. 18η Ιανουαρίου του 1941 με τον «Νηρέα» στην Αδριατική) έλαβε μέρος (ενν. ο Baker) για να αποδείξει την ορθότητα των επιχειρημάτων του και την έπαθε αγρίως με την συνωμοσία των συμπτώσεων να βρεθεί και ο ίδιος στο μυχό του Αυλώνος»[16].

Το απόγευμα του Μ. Σαββάτου στις 19 Απριλίου του 1941 το υ/β ΚΑΤΣΩΝΗΣ με Κυβερνήτη τον Αντιπλοίαρχο Αθανάσιο Σπανίδη εντάχθηκε στη μεγάλη συμμαχική νηοπομπή AS26, η οποία απέπλευσε από τον όρμο Φαλήρου με κατεύθυνση προς την Αλεξάνδρεια. Το υ/β ΚΑΤΣΩΝΗΣ είχε τοποθετηθεί στο αριστερό άκρο της νηοπομπής[17] και δεχόταν τις περισσότερες αεροπορικές επιθέσεις. Το γεγονός αυτό υπήρξε η αιτία να αποχωριστεί από την νηοπομπή και να καταδυθεί πλέοντας όμως εκτός της γραμμής ασφαλείας των φίλιων υ/β. Το επόμενο βράδυ, 20 Απριλίου, έπλεε εν επιφανεία με γαλήνη. Τότε  δέχθηκε ομοβροντία 4 αντιτορπιλλικών. Αναγκάστηκε να εκτελέσει ταχεία κατάδυση σε βάθος 30 μέτρων[18]. Σε αυτό το σημείο αναφέρεται ότι o Ύπαρχος δεν μπορούσε να κλείσει το πώμα καθόδου γιατί είχε σφηνώσει και ακολούθως να δώσει τη διαταγή ανοίγματος των κεντρικών  θαλασσερμάτων, ώστε το  υ/β να φθάσει το επιθυμητό βάθος. Αναγκάστηκε να ανεβεί ο Σπανίδης και να το πετύχει στο πιο κρίσιμο λεπτό[19]. Επί μία ώρα τα αντιτορπιλλικά περνούσαν πάνω από το υ/β ευτυχώς δίχως να προκαλέσουν ζημιές. Αργότερα πληροφορήθηκαν  ότι «επρόκειτο περί αγγλικής μοίρας της οποίας ο Διοικητής αποφάσισε να μην επιτεθεί διότι είχε την πληροφορία ότι ελληνικά υ/β θα έπλεαν προς Αλεξάνδρεια»[20].

Σε όλο αυτό το διάστημα από την ώρα που το υ/β καταδύθηκε ταχέως έως την ώρα της αναδύσεως ο ανθυποπλοίαρχος Τσουκαλάς, δεν εμφανίστηκε καθόλου (γιατί δεν είχε θέση στη συγκεκριμένη περίπτωση). Η πρώτη σκέψη του πληρώματος ήταν ότι δεν πρόφθασε να κατεβεί και τον άφησαν στη γέφυρα όπου παρασύρθηκε στη θάλασσα! Το πλήρωμα άρχισε με αγωνία να τον ψάχνει στο υ/β.

Γράφει ο Σπανίδης: «Με αγωνία ερευνήσαμε την καμπίνα  των Αξιωματικών όπου βρέθηκε κοιμώμενος μακαρίως. Όταν τον φωνάξαμε, μου είπε σύντομα και απλά ότι άκουσε τον συναγερμό, αλλά επειδή δεν επρόκειτο να προσφέρει τίποτα, ξανακοιμήθηκε. Η τερατώδης αυτή ψυχραιμία  με αφόπλισε αλλά με έκανε να αισθανθώ υπερηφάνεια για τους Αξιωματικούς μου. Ο Τσουκαλάς, Αξιωματικός με εξαιρετικές ικανότητες, θα διακριθεί αργότερα ως Ύπαρχος του πλοίου, όταν αυτό κυβερνώμενο από τον Αντιπλοίαρχο Β. Λάσκο θα βυθισθεί το 1943 στο Αιγαίο. Θα το εγκαταλείψει τελευταίος, θα αποφύγει την εντόπισή του και την αιχμαλωσία από τους Γερμανούς τη νύχτα της βυθίσεως, θα κολυμπήσει επί 12ωρο, θα καταφύγει στα βουνά του Πηλίου και από εκεί μέσω των Άγγλων συνδέσμων θα επανέλθει στην Αλεξάνδρεια για να συνεχίσει τον αγώνα»[21].

Το τελευταίο απρόοπτο συμβάν

14 Σεπτεμβρίου 1943. Το ΚΑΤΣΩΝΗΣ περιπολούσε εν καταδύσει  μεταξύ Σκιάθου και Πηλίου προσπαθώντας με τα ακροαστικά των μικροφώνων να πιάσει ήχους έλικος. Κανένα πλοίο όμως δεν έγινε αντιληπτό. Γράφει ο Πλωτάρχης αρμενιστής Αντώνιος Αντωνίου:

«Στις 3 το απόγευμα, βγήκαμε σε περισκοπικό βάθος για να δούμε τι γίνεται στην επιφάνεια γιατί, έως εκείνη την ώρα, τα ακροαστικά των μικροφώνων δεν μας είχαν δώσει ήχους έλικος. Μόλις, όμως ο κυβερνήτης έβγαλε το περισκόπιο στην επιφάνεια εκέρωσε και εφώναξε  σ’ εμένα, που ήμουν στο τιμόνι του πυργίσκου, κάπως απότομα, εντελώς ασυνήθιστα: «Αυτού πορεία. Πρόσεχε πολύ. Το νου σου στις παρατιμονιές!»

Τι συνέβαινε; Περνούσαμε ανάμεσα από δύο επιπλέουσες νάρκες που είχαν κοπεί από ένα συμμαχικό ναρκοπέδιο,  το οποίο είχαν ποντίσει αγγλικά υποβρύχια κοντά στο Τρίκερι για να παρεμποδίσουν την κίνηση των γερμανικών σκαφών. 

Οι νάρκες παρεσύροντο από τα κύματα σαν επιπλέοντες 

Χάροι, η μια δεξιά μας και η άλλη αριστερά. Η τύχη θέλησε, όταν βγήκαμε στο περισκοπικό βάθος, να βρεθούμε ανάμεσα σε αυτές και να γλιτώσουμε. Αν ήμαστε λίγο δεξιώτερα ή αριστερώτερα, ο Θεός ξέρει τι θα γινόταν. Γλυτώσαμε και συνεχίσαμε την πορεία μας εν καταδύσει. Στη θάλασσα δεν φαινόταν τίποτε. Ήταν έρημη έως εκεί που έβλεπε το μάτι μέσα από το περισκόπιο»[22].

 ΦΩΤΟ: George Mastrogeorgiou

Εν κατακλείδι…

Το πλήρωμα του ΚΑΤΣΩΝΗΣ, όπως εξάλλου και όλα τα πληρώματα των υποβρυχίων μας, ήταν πολεμιστές που διέθεταν όλα τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Είχαν, μεταξύ άλλων, γενναιότητα, ευστροφία, γρήγορα αντανακλαστικά και μεγάλη αντοχή. Διακατέχονταν από χιούμορ, δεισιδαιμονίες, κι εξέφραζαν ανοιχτά τις όποιες ανησυχίες τους. Στα παιχνίδια της μοίρας, από τα πιο ασήμαντα ή κωμικά έως τα πιο σημαντικά ή δραματικά χειρίζονταν  την ανθρώπινη φύση τους με μοναδικότητα, η οποία δικαίως τους τοποθέτησε σε μια ιδιαίτερη, ξεχωριστή θέση.
ΠΗΓΗ: Περί Αλός https://perialos.blogspot.gr/2018/01/y1.html

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Επαμεινώνδας Μπαμπούρης,  «Πως το Υ/Β «Κατσώνης» εβύθισεν εις Θερμιά και Πλατανιά Βόλου δύο Ισπανογερμανικά σκάφη», Ναυτική Ελλάς, τ. 211, Μάιος 1950, ανατ. τ. 947 σ. 84. ΑΥΓ. 2012, εκδ. ΕΘΕ/ΓΕΝ.

[2] Από συνέντευξη στον Α. Δημητρακόπουλο της 28ης Απριλίου 2010. Στο Αναστάσιος Κ. Δημητρακόπουλος, Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Οι πολεμιστές του Ναυτικού θυμούνται…, Πειραιάς: Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος, τόμος Ε’ (2011), σσ. 9-10.

[3] Περισσότερα περί του γηραιού των Ελληνικών Υποβρυχίων κατά την πρώτη πολεμική περίοδο (Οκτ. 1940 – Απρ. 1941) όρα: Κ.Ε. Ιωαννίδου, «Γηραιοί Θηρευτές: Πολεμώντας τον εχθρό με απαρχαιωμένο υλικό»,Ναυτική Ελλάς, Αθήνα, ΕΑΑΝ, τ. 980, 2005,  σ. 45-50 .

[4] Τ.Γ Μασούρας και Θ.Π. Κατωπόδης, Τα Ελληνικά Υποβρύχια, Πειραιάς, Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος, 2010, τ. 1. σελ. 165.

[5] Καββαδίας, Ε.Π., Ο Ναυτικός Πόλεμος του 1940 όπως τον έζησα, Αθήνα, 1950,

σελ. 508-509, και Μασούρας-Κατοπώδης, σελ. 157.

[6] Τσουκαλάς, Υποβρύχιον Υ1 Λάμπρος Κατσώνης, Αθήνα, Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού, 2009, σσ. 58-59.

[7] Για το επώνυμο του μαγείρου δεν υπάρχει συμφωνία στις πηγές. Αναφέρεται ως:

Τοκακλίδης (Τσουκαλάς, Δαμβέργης), Τοκαλίδης (Μασούρας), Τυκατλίδης (Καββαδίας) και Τοκατλίδης (Φωκάς).

[8] Τσουκαλάς, σ. 74.

[9] Φωκάς, Δ., Έκθεση σχετικά με τη δράση του Ναυτικού κατά τον πόλεμο 1940-1944,  έκδοση Πολεμικού Ναυτικού, 1953, σ. 530, και Τσουκαλάς, 47-50.

[10] Σε ορισμένες ελληνικές πηγές (βλ. Φωκάς, Β΄, σ. 217 και Μασούρας, σ. 19) αναφέρεται ότι το πλοίο ήταν γερμανικό. Όμως, σύμφωνα με το Ufficio Storico della Marina Militare και το Lloyd´s Register of Shipping το πλοίο ήταν ένα μικρό επιταγμένο ιταλικό επιβατηγό το οποίο είχε ενταχθεί, σαν βοηθητικό περιπολικό «F.77», στην Regia Marina Italiana. Έφερε το όνομα TERGESTE, ήταν 212 ΚΟΧ, είχε κατασκευαστεί το 1913 στην Ολλανδία και ανήκε στην ιταλική ναυτιλιακή εταιρεία Navigazione Capodistriana Soc. Anon. με έδρα της την Τεργέστη.

[11] Γ. Σπυριδάκης, «Με το Κατσώνης στη Μέση Ανατολή και το Πόρτ Σουδάν», στο Αναστάσιος Κ. Δημητρακόπουλος, Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Οι πολεμιστές του Ναυτικού θυμούνται…, Πειραιάς: Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος, τόμος Ε’ (2011), σελ. 14-15.

[12] Δημητρακόπουλος, τ. Ε, σσ. 110-111.

[13] Δημητρακόπουλος, τ. Α, 2011, σελ. 312.

[14] Δημητρακόπουλος, τ. Β, σελ. 459.

[15] Σπανίδης, Α., Αναμνήσεις και Μαρτυρίες, Παπαζήσης, Αθήνα, 1987.

σσ. 151-152.

[16] Σπανίδης, σελ. 155. Για το συμβάν επιβεβαιώνει και ο Καββαδίας σελ. 202.

[17] Καββαδίας σς. 352-353.

[18] Κατά τον Σπανίδη 40 μέτρων, σελ. 184.

[19] Καββαδίας σελ. 353, Σπανίδης σελ. 184.

[20] Σπανίδης σελ. 184 καθώς και Μασούρας-Κατοπώδης σελ. 153.

[21] Σπανίδης, σ. 185.

[22] Περιοδικό Ναυτική Ελλάς, τ. Ιουλίου και Αυγούστου 1945, εκδ. ΕΘΕ, καθώς και στο Δημητρακόπουλος, τ. Α΄, σελ. 208.

 

Βιβλιογραφία:

Δαμβέργης, Ν.Γ., Ο Σιωπηλός Πόλεμος. Η δράση των Ελληνικών Υποβρυχίων 1940-1944, Αθήνα, Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος, 1995.

Δημητρακόπουλος, Α.Κ., Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Οι πολεμιστές του Ναυτικού θυμούνται…,  Πειραιάς, Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος, 2011.

Ιωαννίδου Κ.Ε., «Γηραιοί Θηρευτές: Πολεμώντας τον εχθρό με απαρχαιωμένο υλικό», Ναυτική Ελλάς, Αθήνα, ΕΑΑΝ, τ. 980, 2005,  σ. 45-50 .

Ιωαννίδου Κ.Ε., «Ο Υ/Β Στόλος στην Αλεξάνδρεια. Προετοιμασία, κατάπλους, προβλήματα», Ημερίδα Ελληνικού Συνδέσμου Υποβρυχίων: «Ιούνιος 1941. Η αποδημία του Στόλου στην Αλεξάνδρεια. 75 χρόνια μετά». Κυριακή 15 Μαΐου 2016. Πολεμικό Μουσείο Αθηνών.

Καββαδίας, Ε.Π., Ο Ναυτικός Πόλεμος του 1940 όπως τον έζησα, Αθήνα, 1950.

Μαδωνής Α. και Γ. Μαστρογεωργίου, Ελληνικά Υποβρύχια 1885 – 2010, Αθήνα, Κλειδάριθμος, 2010.

Μασούρας Τ.Γ. και Θ.Π. Κατωπόδης, Τα Ελληνικά Υποβρύχια, Πειραιάς, Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος, 2010, τ. 1.

Σπανίδης, Α., Αναμνήσεις και Μαρτυρίες, Παπαζήσης, Αθήνα, 1987.

Τσαπράζης, Ν.Γ., Ο Πολεμικός Ναύσταθμος Σαλαμίνος, ΥΙΝ, 1991.

Φωκάς, Δ., Έκθεση σχετικά με τη δράση του Ναυτικού κατά τον πόλεμο 1940-1944,  έκδοση Πολεμικού Ναυτικού, 1953.

Χαρατσής, Στ., 1023 Αξιωματικοί και 22 Κινήματα, Αθήνα, 1985, τ. Α’.

 

Ομιλία στην Ημερίδα του Ελληνικού Συνδέσμου Υποβρυχίων με θέμα: «ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΤΣΩΝΗΣ ένα όνομα δύο ιστορίες» στο Πολεμικό Μουσείο Αθηνών, 5 Νοεμβρίου 2017. Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΛΛΑΣ, έκδοση της Ενώσεως Αποστράτων Αξιωματικών Ναυτικού, τεύχος 1.010, (Δεκέμβριος 2017),  σελ. 56.

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Ενιαίος Ευρωπαϊκός Αριθμός Έκτακτης Ανάγκης