Τρίτη
20 Απριλίου 2021
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 3866RSS FEED
Δυσοίωνες οι μελλοντικές εμπορικές σχέσεις Τουρκίας - ΗΠΑ
Γράφει ο
Βασίλης Γιαννακόπουλος

Ύστερα από μια χρηματοπιστωτική κρίση στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η οικονομία της Τουρκίας κατάφερε να ανακάμψει, κυρίως λόγω των μεταρρυθμίσεων στις οποίες προχώρησε η τουρκική κυβέρνηση, αλλά και της προοπτικής ένταξής της στην Ε.Ε., η οποία βοήθησε στην προώθηση των εν λόγω οικονομικών μεταρρυθμίσεων.

Το 2019, με το ΑΕΠ να αγγίζει τα 754 δισ. δολάρια ή 4,28 τρισ. τουρκικές λίρες (TurkStat), η Τουρκία ήταν η 19η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο. Σήμερα αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές προκλήσεις, όπως υψηλή διαφθορά (Δείκτης Αντίληψης της Διαφθοράς ή Corruption Perceptions Index - CPI: 40/100, που, για το 2020, την κατατάσσει στην 86η θέση ανάμεσα σε 180 χώρες), μεγάλο χρέος σε ξένα νομίσματα και υψηλός πληθωρισμός.

Πέραν αυτών, η συνεχιζόμενη νομισματική κρίση έχει προκαλέσει κάμψη της εμπιστοσύνης των επενδυτών, ενώ η πρόσφατη απομάκρυνση του γαμπρού του Ερντογάν, Μπεράτ Αλμπαϊράκ, από την ηγεσία του τουρκικού υπουργείου Οικονομικών χαρακτηρίζεται «αναποτελεσματική».

Τα τελευταία χρόνια η οικονομία της Τουρκίας γνώρισε βραδεία ανάπτυξη και το 2020, εν μέσω της πανδημίας που προκάλεσε ο SARS-CoV-2, συρρικνώθηκε περαιτέρω.

 

Πιο σημαντικές για την Άγκυρα

Το 2019, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξήγαγαν 10,3 δισ. δολάρια αγαθών στην Τουρκία, κυρίως πολιτικά αεροσκάφη, κινητήρες, ανταλλακτικά, βαμβάκι κ.λπ., και εισήγαγαν από την Τουρκία αγαθά αξίας 10,6 δισ. δολαρίων, κυρίως χαλιά, αυτοκίνητα, προϊόντα διύλισης, υπηρεσίες κ.λπ. (U.S. Bureau of Economic Analysis - BEA and U.S. International Trade Commission).

Σε κάθε περίπτωση, οι αμερικανοτουρκικές εμπορικές σχέσεις αξιολογούνται ως περισσότερο σημαντικές για την Τουρκία, καθώς, σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου για το 2019, στις Ηνωμένες Πολιτείες αντιστοιχούσε το 5% των συνολικών τουρκικών εξαγωγών. Δηλαδή, το 2019, οι ΗΠΑ κατατάσσονταν στην τέταρτη θέση μετά την Ε.Ε. (43,1%), το Ηνωμένο Βασίλειο (6,2%) και το Ιράκ (5,6%). Όσον αφορά τις εισαγωγές της Τουρκίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν μερίδιο 5,6%, μετά την Ε.Ε. (32,4%), τη Ρωσία (11%) και την Κίνα (9,1%).

 

 

Το 2019 οι αμερικανοτουρκικές εμπορικές συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών, ύψους 6,2 δισ. δολαρίων, αντιστοιχούσαν περίπου στο ένα τρίτο του συνολικού διμερούς εμπορίου. Οι εξαγωγές υπηρεσιών προς τις ΗΠΑ ανερχόταν στα 4,2 δισ. δολάρια και οι εισαγωγές στα 2 δισ. δολάρια, με αποτέλεσμα να προκύπτει εμπορικό πλεόνασμα της τάξης των 2,2 δισ. δολαρίων.

Στον τομέα των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων (Foreign Direct Investment - FDI) οι διμερείς επενδυτικοί δεσμοί θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αξιοσημείωτοι. Το 2018 οι πολυεθνικές εταιρείες στην Τουρκία, που στην πλειονότητά τους είναι αμερικανικές, απασχολούσαν 57.000 υπαλλήλους. Επιπρόσθετα, για ορισμένες αμερικανικές εταιρείες, η Τουρκία λειτουργεί ως περιφερειακός επιχειρησιακός κόμβος.

Σύμφωνα με επίσημα τουρκικά στοιχεία, μεταξύ 2003 και 2019 οι Ηνωμένες Πολιτείες συνιστούσαν αθροιστικά το 7,3% των εισερχόμενων Άμεσων Ξένων Επενδύσεων της Τουρκίας, κατατάσσοντάς τες ως τη δεύτερη μεγαλύτερη πηγή FDI της Τουρκίας. Πρόσφατα ο εκπρόσωπος Εμπορίου των ΗΠΑ (U.S. Trade Representative - USTR) ανέφερε ότι οι αμερικανικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Τουρκία αντιμετωπίζουν αρκετές προκλήσεις, όπως:

● Γραφειοκρατία και αποδυνάμωση του κράτους δικαίου.

● Υψηλό μέσο όρο γεωργικών δασμών (20,4% έναντι 4,6% από τις ΗΠΑ) και γενικότερα αυξητικές τάσεις δασμών σε πολλούς τομείς, γεγονός που αυξάνει την αβεβαιότητα των Αμερικανών εξαγωγέων.

● Ανεπαρκές Καθεστώς Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας (Intellectual Property Rights - IPR), συμπεριλαμβανομένου του ρόλου της Τουρκίας ως πηγής αλλά και ως σημείου μεταφόρτωσης προϊόντων απομίμησης - παραποίησης.

 

Ο πόλεμος των δασμών

Στο πρόσφατο παρελθόν η κυβέρνηση Τραμπ διόρθωσε δύο φορές τους δασμούς στις εισαγωγές χάλυβα και αλουμινίου από την Τουρκία. Συγκεκριμένα, τον Αύγουστο του 2018, ο τέως Πρόεδρος των ΗΠΑ διπλασίασε τους δασμούς του τουρκικού χάλυβα, ένεκα της φυλάκισης του Αμερικανού ευαγγελικού πάστορα Άντριου Μπράνσον, που κατηγορήθηκε για προσπάθεια ανατροπής του Ερντογάν στο αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, αλλά και των επιθετικών - αποσταθεροποιητικών ενεργειών των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων στη βόρεια Συρία. Σε αντίποινα η Τουρκία προχώρησε σε αντίστοιχες αυξήσεις δασμών (4% έως 140%) στα εισαγόμενα αμερικανικά προϊόντα.

 

 

Δύο μήνες αργότερα (Οκτώβριος 2018) ο Μπράνσον αφέθηκε ελεύθερος και τον Μάιο του 2019 ο Πρόεδρος Τραμπ μείωσε πάλι τους δασμούς του τουρκικού χάλυβα, οπότε αποσύρθηκαν και οι αυξήσεις δασμών από τουρκικής πλευράς. Έκτοτε, η Τουρκία επιδιώκει να μετατοπίσει τις εξαγωγές χάλυβα, κυρίως προς την Ευρώπη.

Να τονίσουμε ότι, λίγο μετά το πρώτο εξάμηνο του 2018, η τουρκική λίρα κατέγραφε απώλειες άνω του 35%, ενώ εντός ολίγων λεπτών από την απόφαση του Τραμπ για διπλασιασμό των δασμών η τουρκική λίρα διολίσθησε περαιτέρω κατά 19% έναντι του δολαρίου.

 

Χάραξη νέας πολιτικής;

Πρόσφατα η Υπηρεσία Έρευνας του Κογκρέσου (Congressional Research Service - CRS) εκπόνησε ένα έγγραφο με θέμα «Αμερικανο-Τουρκικές Εμπορικές Σχέσεις». Σκοπός του εν λόγω εγγράφου είναι αφενός η ενημέρωση των επιτροπών και των μελών του Κογκρέσου σχετικά με το status quo των αμερικανοτουρκικών εμπορικών σχέσεων, αφετέρου η απαίτηση χάραξης μιας νέας εμπορικής πολιτικής επί διακυβέρνησης Μπάιντεν.

 

Επομένως σύντομα θα πρέπει να απαντηθούν μια σειρά ερωτήματα, όπως:

● Σε ποιο βαθμό προτίθεται η κυβέρνηση Μπάιντεν να αλλάξει την εμπορική πολιτική των ΗΠΑ με την Τουρκία;

● Συμφέρει τις Ηνωμένες Πολιτείες η συνέχιση των αυξομειώσεων των δασμών ή ένας διμερής διακανονισμός;

● Ποιες είναι οι επιλογές τόσο των Ηνωμένων Πολιτειών όσο και της Τουρκίας για την επαναδιαπραγμάτευση και ανάπτυξη των διμερών εμπορικών τους σχέσεων; Είναι επιθυμητή για τις Ηνωμένες Πολιτείες αυτή η επιλογή;

 

Η Τουρκία, ως σύμμαχος και αναδυόμενη αγορά στην Ευρώπη και στη Μέση Ανατολή ενδεχομένως προσφέρει ευκαιρίες σε εμπορικό και επενδυτικό επίπεδο για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, στην παρούσα φάση, οι αμερικανοτουρκικοί εμπορικοί δεσμοί χαρακτηρίζονται ως σχετικά αδύναμοι, ενώ η περαιτέρω επέκτασή τους εξαρτάται από μια σειρά οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες. Αυτή η κατάσταση στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις ανησυχεί ιδιαίτερα τον Ερντογάν, που έσπευσε να προτείνει ενίσχυση της διμερούς συνεργασίας στη βάση του «καζάν - καζάν».

Σε μια περίοδο συνεχιζόμενης διμερούς έντασης, λόγω της στάσης της Τουρκίας στον συριακό εμφύλιο, αλλά και των αμερικανικών κυρώσεων κατά της Τουρκικής Υπηρεσίας Προμηθειών Άμυνας για την αγορά του ρωσικού συστήματος αεράμυνας S-400, η κυβέρνηση Μπάιντεν αναμένεται να επιδιώξει τον ενδελεχή έλεγχο των αμερικανοτουρκικών εμπορικών δεσμών, σε συνάρτηση πάντα με τις λοιπές διμερείς σχέσεις σε πολιτικό επίπεδο.

http://www.topontiki.gr/article/428568/dysoiones-oi-mellontikes-emporikes-sheseis-toyrkias-ipa