Τετάρτη
24 Μαΐου 2017
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 2439RSS FEED
Όταν κατέκτησα το Κιλιμάντζαρο: "Όσο ψηλά κι αν φτάσει κάποιος, η μεγαλύτερη κορυφή βρίσκεται πάντα μέσα του"
Γράφει ο
Νίκος Μιχαλόπουλος

Πριν έξι χρόνια ξεκινούσα την μεγαλύτερη νύχτα της ζωής μου.

Πάνω από το κεφάλι μου η κορυφή του Κιλιμάντζαρο στα 6.000μ. και μέσα μου ο φόβος. Μεσάνυχτα επιχειρούσαμε 13 αθλητές απ’ όλο τον κόσμο από τους 28 που αρχικά είχαμε ξεκινήσει έξι μέρες πριν. Η αρχηγός μας, η Μαρτίνα Ναβρατίλοβα είχε εγκαταλείψει δύο μέρες πριν με βαρύ πνευμονικό οίδημα λόγω υψομέτρου και κάθε ένας που δήλωνε, πως δεν θα επιχειρούσε την τελική ανάβαση στην κορυφή, σήμαινε για σένα άλλο ένα βαρύ ερωτηματικό πάνω σου. Θα τα καταφέρω; Δεν θα το μάθεις ποτέ όμως, αν δεν το παλέψεις.

ΚΙ ΕΓΩ ΤΟ ΕΜΑΘΑ!!!

ΚΙΛΙΜΑΝΤΖΑΡΟ, 5.895 μέτρα.

Η υψηλότερη κορυφή της βασανισμένης Αφρικής.

Το βουνό αυτό είχε μπει από νωρίς την προηγούμενη χρονιά στη ζωή μου, όταν διάβασα, πως η θρυλική Μαρτίνα Ναβρατίλοβα, ένας από τους δύο ανθρώπους, που με έχει επηρεάσει περισσότερο στη ζωή μου, κυνηγώντας το όνειρό της με κάθε τίμημα, χωρίς να το φοβηθεί και μιλώντας για τα πάντα δυνατά, ακόμα και για αυτά, που για κάποιους δεν έπρεπε, σκόπευε να το ανέβει ως πείσμα στην διάγνωση της ασθένειάς της από καρκίνο στον μαστό και ταυτόχρονα απόδειξη, πως τίποτα δεν είναι ικανό να μπαίνει εμπόδιο στα όνειρά σου. Ούτε ίσως και το πιο μεγάλο. Γιατί τελικά σημασία έχει, πόσο μεγάλοι στεκόμαστε εμείς μπροστά στα μεγάλα.

Και ξαφνικά κάπου στα τέλη Αυγούστου διαβάζω, πως το Κιλιμάντζαρο δεν έχει σκοπό να το ανέβει μόνη της, αλλά μαζί με άλλους 27 αθλητές απ’ όλο τον κόσμο, που ακόμα δεν είχε βρει και γι’ αυτό έκανε ανοιχτή πρόσκληση προς όλους να τη συνοδεύσουν, αν φυσικά το έλεγε η καρδιά τους και αν φυσικά πληρούσαν τρεις βασικές προϋποθέσεις. Να είναι αθλητές, να έχουν σχέση σε κάποιο επίπεδο, επαγγελματικό, φιλανθρωπικό ή εθελοντικό με παιδιά και να μην έχουν ανέβει ποτέ σε βουνό μεγαλύτερο των 4.000μ.

Και τότε ήταν σαν να είδα τη ζωή μου μπροστά μου. Σαν κάτι να είχε σχεδιαστεί ειδικά για μένα.

Μια ζωή μέσα στον αθλητισμό. Τα τελευταία πολλά χρόνια μόνο με παιδιά και για παιδιά, μέσα από τη διδασκαλία μου και μέσα από τη συγγραφή των βιβλίων μου . Και φυσικά ποτέ πάνω από τα 4.000μ. Για ποιο λόγο άλλωστε; Δεν θα έλεγα, πως είμαι και ο αντιπροσωπευτικότερος άνθρωπος ούτε του camping, ούτε της αναρρίχησης. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά και μαζί με τη Μαρτίνα Ναβρατίλοβα. Κάποιος μου έκανε πλάκα, για να δοκιμάσει τα αντανακλαστικά μου.

Από την ώρα που έγραψα στο Laureus Sport For Good Foundation, για τις ανάγκες του οποίου γινόταν το εγχείρημα, πέρασα πολλά άγρυπνα βράδια. Από τη μία είχα μπροστά μου την τεράστια επιθυμία μου να το κάνω και από την άλλη είχα την ασθένεια του βουνού, τον κίνδυνο της ελονοσίας, την διαμονή στο βουνό σε ακραίες καιρικές συνθήκες και ακόμα την επικοινωνία με το ίδρυμα, που ήταν τυπικά εγγλέζικη και απαιτητική. Βουνό όλα μαζί και ίσως υψηλότερο από το Κιλιμάντζαρο. Ο σκοπός όμως δέσποζε πάνω απ’ όλα και η κορυφή της δυσκολίας ήταν το φιλανθρωπικό κομμάτι, που έπρεπε ο καθένας από εμάς και για τη χώρα του να διεκπεραιώσει. Χρήματα δηλαδή που θα πήγαιναν στο προτεινόμενο δύο φορές για το Νόμπελ Ειρήνης Mathare Youth Sport Association στο Ναϊρόμπι, που φιλοξενεί παιδιά-θύματα βίας, πολέμου και σε ποσοστό 80% πάσχοντα από AIDS και που με τα χρήματα αυτά χρηματοδοτεί αθλητικά προγράμματα, που ανοίγουν σ’ αυτά τα παιδιά ένα παράθυρο ελπίδας, όταν κάθε χαραμάδα είναι τελείως κλειστή. Ο αθλητισμός δηλαδή μέσο για θετικές κοινωνικές αλλαγές. Ο αθλητισμός δηλαδή στην πραγματική του διάσταση.

Ήθελα να το κάνω σαν τρελός και ταυτόχρονα φοβόμουνα. Που πήγαινα να μπλέξω; Περίμενα κάθε μέρα τα e mails μου και δεν ήξερα, τι περίμενα να διαβάσω. Aυτό που θα με ανακούφιζε ή αυτό που θα με εκτόξευε;

Και έγινε το δεύτερο.

Και ξεκίνησε η περιπέτεια. Η δυσκολότερη περιπέτεια της ζωής μου, που τότε δεν ήξερα, πως θα είναι και η ωραιότερη.

Στην αρχή μόνο κλειστές πόρτες για εύρεση χρημάτων. Στην Ελλάδα της κρίσης, όχι της οικονομικής αλλά της κρίσης αξιών, το δυσκολότερο είναι να σε πιστέψουν και να σε εμπιστευτούν.

Και μετά… Και μετά μερικές πόρτες άνοιξαν και κάποιες απ’ αυτές δεν ήταν ακριβώς πόρτες αλλά μπουκαπόρτες και το λέω με την κυριολεκτική σημασία του όρου. Αυτοί που πρέπει, καταλαβαίνουν και τους ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου γι’ αυτό, όχι μόνο για τη βοήθεια, αλλά γιατί με έκαναν να πιστέψω και πάλι στους ανθρώπους.

Έλιωσα στην προπόνηση και διάβασα πολύ. Έψαξα και ενημερώθηκα. Ετοιμάστηκα σε κάθε επίπεδο και περίμενα. Τι Θα το μάθαινα σε λίγο.

Πέταξα για το Λονδίνο και συναντήθηκα με την υπόλοιπη ομάδα.

Αναχωρήσαμε για Ναϊρόμπι.

Περάσαμε την πρώτη μας μέρα στο MYSA και παίξαμε ποδόσφαιρο με τα παιδιά. Μπήκαμε στα slums, στην καρδιά των παραγκουπόλεων, εκεί που το επίσημο κράτος απουσιάζει και τα παιδιά με τα ομορφότερα μάτια στον κόσμο τρώνε από το πιάτο του σκύλου και σου ζητάνε την καραμέλα από το στόμα σου και τα κορδόνια από τα παπούτσια σου, ως το πιο ακραίο σημάδι της δικής τους έννοιας πολυτέλειας, που διαφέρει πολύ από τη δική μας, που κινδυνεύει στις μέρες μας από το διεθνές νομισματικό ταμείο, που μας έχει κάνει να ξεχάσουμε, πως η μεγαλύτερη τελικά πολυτέλεια στη ζωή ίσως να είναι η τύχη του να γεννιέσαι , έχοντας τη δυνατότητα να πίνεις καθαρό νερό.

Φύγαμε για Τανζανία. Πλησιάζαμε το βουνό σε ρεαλιστική βάση πια, γιατί νοητικά το είχαμε ανέβει όλοι μας και αρκετές φορές και αυτό φαινόταν από τις συζητήσεις μας, τα όνειρά μας ακόμα και από τους εφιάλτες μας.

Πρώτη μέρα και ανέβασμα στα 2.600μ. Περιμέναμε καλοκαιρία και ξηρασία, γι’ αυτό άλλωστε και η επιλογή του Δεκεμβρίου, ως πρώτου μήνα μετά το τέλος των βροχών και μας περίμενε η βροχή και η ομίχλη. Από αυτή που μπορεί να τρυπώσει οπουδήποτε και να σου κρύψει το οτιδήποτε, ακόμα και την ορατότητα προς τον στόχο σου.

Δεύτερη μέρα και συνέχεια στα 3.600μ. Περισσότερη βροχή, περισσότερη ομίχλη. Ο σάκος βαραίνει ακόμα περισσότερο από την υγρασία και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, λίγο πριν το camp πέφτω και γίνομαι ένα με τη λάσπη. Στραβώνει το ένα μου μπαστούνι και έχω να καθαρίσω τα ρούχα μου, που ούτως ή άλλως πασχίζω να κρατήσω στεγνά. Και αυτό δεν είναι εύκολο. Τα πράγματα δυσκολεύουν. Το βουνό αρχίζει να δείχνει το πραγματικό του πρόσωπο και δεν αστειεύεται.

Τρίτη μέρα. Πιο ψηλά. 4.330μ. Το νερό που πέφτει στο κεφάλι μας συναγωνίζεται αυτό, που πρέπει να πίνουμε κάθε μέρα. 6 λίτρα για να αποφύγουμε την αφυδάτωση λόγω υψομέτρου. Και αφυδάτωση σημαίνει χάσιμο του 50% της ενέργειάς σου. Και 6 λίτρα σημαίνει χάσιμο του ύπνου σου κάθε βράδυ, από τις φορές, που πρέπει να εγκαταλείψεις τη ζεστασιά του σάκου σου βγαίνοντας στους -25ο, που σε περιμένουν έξω, για να αποβάλλεται το νερό αυτό, που με τόση δυσκολία ήπιες. Χάνουμε και τον πρώτο μας βοηθό από εσωτερική αιμορραγία λόγω και πάλι υψομέτρου. Το κλίμα βαραίνει. Η Μαρτίνα δεν είναι καλά. Δυσκολεύεται. Αυτό το φαινόμενο δύναμης και αθλητικής ικανότητας δεν τραβάει και αυτό φαίνεται. Η πλάτη της πονάει πολύ και ο σάκος της τη σκοτώνει. Προσπαθώ να την τρίψω στον αυχένα και με ρωτάει πως λένε το ‘’σ’ αγαπώ’’ στα ελληνικά. Τι κρίμα που δεν είναι και η πιο χαρούμενη στιγμή για να μου το πει!

Τέταρτη μέρα. Κατεβαίνουμε στα 3.700μ για εγκλιματισμό. Η ομίχλη και το χιόνι πια δεν μας αφήνει να δούμε τίποτα από το τοπίο και φυσικά η κορυφή δεν μας αποκαλύπτεται. Κρατάει καλά τα μυστικά της. Η Μαρτίνα δυσκολεύεται ακόμα περισσότερο. Στο εστιατόριο δεν θα αγγίξει τίποτα από το πιάτο της και θα αποχωρήσει νωρίς. Όλοι κοιτιόμαστε περίεργα, αλλά κανένας δεν μιλάει. Κατά τα μεσάνυχτα μια απίστευτη φασαρία και κινητοποίηση έξω από τις σκηνές μας μας ξυπνάει. Όμως κανένας δεν βγαίνει. Εκτός από αυτούς που πραγματικά πρέπει. Γιατρούς και αρχηγούς αποστολής. Η Μαρτίνα δεμένη σε ένα αυτοσχέδιο κάρο και στα χέρια οχτώ αχθοφόρων, που εναλλάσσονται όλο το βράδυ κατεβαίνει γρήγορα το βουνό. Όσο πιο γρήγορα, τόσο καλύτερα. Είναι το πρώτο βράδυ, που θα καταφέρει να δει τ’ αστέρια στον ουρανό, έτσι όπως είναι ανάσκελα στο φορείο της. Κάθε μέτρο που κατεβαίνει την κρατάει στη ζωή. Έχει πάθει πνευμονικό οίδημα. Ο φόβος μας από την πρώτη στιγμή, τώρα πια είναι πάνω από τα κεφάλια μας. Την άλλη μέρα το πρωί βρίσκουμε τη ρακέτα της. Την είχε φέρει μαζί της για να ρίξουμε μερικές μπαλιές στην κορυφή, εκεί που το μπαλάκι, λόγω της έλλειψης οξυγόνου, θα πήγαινε γρηγορότερα. Δεν τα κατάφερε. Θα προσπαθήσουμε εμείς τώρα για εκείνη.

Πέμπτη ημέρα. Σε ένα απίστευτο έδαφος, κάτι μεταξύ κρανίου τόπου και απόλυτης καταστροφής φτάνουμε στα 4.600μ. Οι αντοχές δοκιμάζονται στο έπακρο. Ο πονοκέφαλος σου σπάει το κεφάλι και η βροχή το τελευταίο ίχνος αντίστασής σου. Έχεις δύο ώρες να ξεκουραστείς, να στεγνώσεις και να φας, κάτι που ούτε σκέφτεσαι και να ξεκινήσεις μεσάνυχτα για την κορυφή. Μια συναθλήτριά μας, μέλος των ειδικών δυνάμεων του αμερικανικού στρατού έχει ακόμα αναχωρήσει για το νοσοκομείο και τρεις ακόμα δηλώνουν, πως δεν θα επιχειρήσουν την κορυφή. Οι υπόλοιποι συνεχίζουμε να πίνουμε νερό. Αισθάνομαι πιο δυνατός από ποτέ, πιο αποφασισμένος από ποτέ, αλλά και πιο κουρασμένος και πιο φοβισμένος από ποτέ. Πως άραγε θα καταλάβω ποιο είναι το όριό μου;

Ξεκινάμε. Είναι μεσάνυχτα. Μέχρι την ανατολή, καλώς εχόντων των πραγμάτων, θα είμαστε ψηλά. Χρειαζόμαστε τον πάγο της νύχτας, που κρατάει τα πετρώματα κάτω από τα πόδια μας συμπαγή. Μας συμβουλεύουν να μην κοιτάμε ψηλά, για να μην εντοπίζουμε τους φακούς των προπορευομένων μας, ώστε να μην μπορούμε να υπολογίσουμε τον όγκο, που μας περιμένει. Φυσικά δεν το κάνει κανένας και τα πόδια μας κόβονται. Όχι όμως μόνο από το δέος, αλλά και από την κούραση. Μια κούραση, που δεν έχεις ξανααισθανθεί ποτέ. Μια κούραση, που μοιάζει με ανημπόρια. Το οξυγόνο έχει μειωθεί τόσο πολύ, που δεν επαρκεί για τίποτα. Κάθε βήμα μια τεράστια προσπάθεια. Χρειάζομαι τον πρώτο μου βοηθό για πρώτη φορά όλες αυτές τις μέρες. Μου παίρνει την τσάντα και δεν σταματάει να μου μιλάει και να μου τραγουδάει. Τον λένε Alpha κι αυτό είναι καλό σημάδι.

Πλησιάζω αλλά δεν έχω φτάσει ακόμα. Το φως έχει βγει και με τυφλώνει. Είμαστε κατά πολύ πάνω από τα σύννεφα και είναι απόκοσμα όμορφα. Σαν να ανοίξανε την πόρτα του αεροπλάνου και με κατεβάσανε. Την πρώτη φορά που είχα δει αυτή την εικόνα, ήταν μερικές ημέρες πριν μέσα από το αεροπλάνο και ήταν στο ίδιο ακριβώς ύψος με αυτό που πετούσαμε. Είμαι σχεδόν στην κορυφή του κόσμου. Είμαι σίγουρα στην κορυφή της Αφρικής. Προσεγγίσω το Stella point, την πράσινη κορυφή και θέλω κάτι λιγότερο από 200μ για την χρυσή. Την Uhuru point, την κορυφή της ελευθερίας, όπως λέγεται στα σουαχίλι, στην ίδια γλώσσα, που το όνομά μου σημαίνει ‘’ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ’’. Μια στροφή γύρω από τον κρατήρα αυτού του ηφαιστείου σε οριστική σβήση και τα έχω καταφέρει. Μου παίρνει μία ώρα. Την δυσκολότερη της ζωής μου. Μια ώρα όμως που άξιζε τον κόπο.

Βρίσκομαι ψηλά, πιο ψηλά απ’ όσο είχα ποτέ μου φανταστεί. Δεν πετάω στα σύννεφα, είμαι πάνω από τα σύννεφα και το απολαμβάνω. Ανοίγω τη σημαία μας όπως ακριβώς το είχα οραματιστεί. Και αυτή δεν είναι μια οποιαδήποτε σημαία. Είναι η σημαία, που κάποτε κυμάτισε για την Άννα, την γυναίκα μου και τον δεύτερο άνθρωπο, που με έχει επηρεάσει καθοριστικά στη ζωή μου, πριν καν τη γνωρίσω, στον υψηλότερο ιστό του Ολυμπιακού σταδίου για εκείνη τη νίκη της, που στάθηκε η αιτία για την δική μου πορεία στον αθλητισμό, για τη δική μου πορεία στη ζωή, που σήμερα με φέρνει εδώ.

Τι τέλειος κύκλος!!! Τι ωραία πτήση!!!

Προσπαθώ να ξεπεράσω τη σύγχυσή μου και δυσκολεύομαι. Μιλάω ελληνικά και απαιτώ να με καταλάβουν, αρνούμαι να συνεχίσω την κάθοδο και πεισμώνω. Με περιμένουν 5 ώρες απίστευτης κατάβασης, μια ώρα ξεκούρασης και άλλες πέντε ώρες κατάβασης για διανυκτέρευση στα 2.500μ.Την ονομάζουν Victory day και πράγματι είναι. Ημέρα νίκης για όλους μας. Νίκης απέναντι στο βουνό, νίκης απέναντι στο υψόμετρο, απέναντι στον καιρό, απέναντι στις δυσκολίες, απέναντι στις αμφισβητήσεις, τους φόβους, τα όρια, τα εμπόδια, τα ‘’δεν πρέπει’’, τα ‘’δεν θέλω’’, τα ‘’δεν μπορώ’’, νίκη απέναντι ακόμα και στις αναπηρίες (ο Michael Tauber o παραολυμπιονίκης της ποδηλασίας ανέβηκε με τα τεχνητά του μέλη, γιατί έχει χάσει και τα δύο του πόδια). Μια νίκη που σε οδηγεί τελικά στην μεγαλύτερη αλήθεια ενός τέτοιου οδοιπορικού, πως οποιαδήποτε μεγάλη κορυφή και αν ανέβεις, η μεγαλύτερη κορυφή είναι ΠΑΝΤΑ ΜΕΣΑ ΣΟΥ!!!

Και είναι πάντα εκεί και περιμένει να την ανακαλύψεις και να την κατακτήσεις.

Κιλιμάντζαρο, 14 Δεκεμβρίου 2010

Αφιερωμένο στην Μαρτίνα Ναβρατίλοβα.

Την αθλήτρια. Τον άνθρωπο. Την έμπνευση.

Νίκος Μιχαλόπουλος.

Αθλητής Συγγραφέας Δάσκαλος

Μέλος του

LAUREUS SPORT FOR GOOD FOUNDATION

 

(Συγγραφέας του βιβλίου "ΟΙ ΚΟΡΥΦΕΣ ΜΕΣΑ ΜΑΣ", Εκδόσεις Άγκυρα)