Σαββατοκύριακo
19-20  Σεπτεμβρίου 2020
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 3653RSS FEED
Δεν θα μπορούσαμε να εκλέξουμε καλύτερο πρωθυπουργό
Γράφει ο
Αθανάσιος Μπουρούνης

      

     Είναι αλήθεια ότι ολόκληρη η πολιτισμική μας βάση έψαχνε πάντα ήρωες, προδότες, θρύλους και παραμύθια.

       Σε κάθε περίπτωση, οι επιλογές μας για να εισάγουμε «αγίους» στο πάνθεον των ηγετών μας, είναι το θυμικό.

       Αυτή η εσωτερική δύναμη αναζήτησης προσώπων, είναι εκείνη που θα υποκαταστήσει τη συμμετοχή μας και την υποχρέωση της ευθύνης που μας αναλογεί.

       Κατά συνέπεια ήταν επόμενο, στα μνημονιακά χρόνια, να αναδείξουμε άλλον έναν «σταρ».

       Άλλη μια προσωπικότητα  που θα ανταποκρίνεταιστα σύγχρονα πρότυπα του λαϊκού ήρωα. Τον αρχηγό του ΣΥΡΙΖΑ κ. Τσίπρα.

     Ωστόσο είναι γνωστό ότι κατά κανόνα οι λαϊκιστές κερδίζουν δύσκολα την εξουσία, αλλά εξίσου δύσκολα την χάνουν.

       Εξαίρεση, ευτυχώς, από τον παραπάνω κανόνα, αποτελεί η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019, μετά από μια μόνο πλήρη θητεία.  

       Και τούτο διότι ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ ακολούθησε το βασικό μοντέλο εξουσίας  που εφαρμόζουν  οι λαϊκιστικές κυβερνήσεις, δεν κατόρθωσε να το υλοποιήσει στο πεδίο της πολιτικής πράξης.

       Προσπάθησε να διοικήσει μέσα από το νεφελώδες σύννεφο των συναισθηματολογικών  δοξασιών που συζητούσαν στις κομματικές οργανώσεις, νομίζοντας ότι αυτό είναι η κοινωνία.

       Επειδή τους πίστεψαν οι αφελείς ότι είχαν το μαγικό ραβδί να βρουν λεφτόδενδρα για το πρόγραμμα Θεσσαλονίκης και ότι μαεστρικά θα στραπατσάριζαν τον Σόιμπλε με το δημοψήφισμα, νόμισαν ότι ολόκληρη η κοινωνία τους είχε αναθέσει την εκπροσώπησή της.

       Δεν θα πρέπει να λησμονούμε τη μάχη κατά του ορθού λόγου, κατά της αξιοκρατίας, κατά της επιστημονικής γνώσης και κατά της αριστείας.

       Έτσι λειτούργησαν στον καιρό του αντιμνημονίου, έτσι με μίσος μεγάλωσαν εδώ και δέκα χρόνια μια γενιά και αυτό διαχέεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

       Είναι γεγονός ότι  το ηγετικό χάρισμα του κ. Τσίπρα κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του, σταδιακά ξέφτιζε.

       Μετά την εκλογή του κ. Μητσοτάκη στην ηγεσία της ΝΔ, η δημοτικότητα τόσο της κυβέρνησης όσο και του κ. Τσίπρα, βρέθηκαν σε σταθερά καθοδική πορεία, η οποία συνεχίστηκε χωρίς διακοπή.

       Ωστόσο, οι περισσότεροι δεν πίστευαν ότι ο φιλελεύθερος, κοσμοπολίτης και γόνος μιας από τις αμφιλεγόμενες πολιτικές οικογένειες της χώρας, θα μπορούσε να ξεπεράσει τα όποια βάρη τον συνόδευαν και να αναδείξει ηγετικά χαρίσματα και ικανότητες, που θα τον καθιστούσαν αδιαμφισβήτητο ηγέτη,  αποδεκτό από την πλειονότητα των πολιτών.

       Η αλήθεια είναι ότι από την αρχή ανάληψης των καθηκόντων του στο κόμμα της ΝΔ, έδωσε δείγματα γραφής.

       Φανέρωσε επαγγελματισμό, εργάστηκε άοκνα, με μέθοδο και συνέπεια χαρακτηριστική, προκειμένου να αναγεννήσει  το πληγωμένο από την κρίση κόμμα του και μαζί, χωρίς να κρύψει πεποιθήσεις  και αντιλήψεις, προετοιμάστηκε συστηματικά και οργανωμένα τόσο για τη διεκδίκηση της εξουσίας, όσο και για την πρόκληση της διακυβέρνησης.

       Όταν έφτασαν οι εκλογές της 7ης Ιουλίου, η τακτική πόλωσης που επιχείρησε ο ΣΥΡΙΖΑ σε όλα τα επίπεδα, αρχικά συσπείρωσε ένα μεγάλο μέρος των οπαδών του, χωρίς όμως συνέχεια.

       Και τούτο διότι, κρίνοντας πλέον με άλλη σκοπιά μετά τις εκλογές και το σχηματισμό της νέας κυβέρνησης, το μεγάλο ποσοστό που έδειξε την εμπιστοσύνη του στον κ. Τσίπρα, έχει τώρα απογοητευτεί.

       Κατάλαβε ότι έθεσε από την αρχή λάθος όρους.

       Κατάλαβε για μια ακόμη φορά ότι θέλησε να τιμωρήσει κάποιον, για να αποθεώσει κάποιον άλλον.

       Ο Κυριάκος Μητσοτάκης κέρδισε, γιατί ανταποκρίθηκε στα αιτήματα της κοινωνίας.

       Κέρδισε, γιατί σε όλα τα χρόνια που βρίσκεται στην ηγεσία της ΝΔ δεν άλλαξε καθόλου. Ακολουθεί την ίδια ρητορική και τα ίδια τεχνάσματα.

       Αποδείχθηκε ότι δεν είπε ψέματα προεκλογικά και δεν λέει ψέματα σήμερα.

       Μπορούμε να πούμε, χωρίς μεγάλο ρίσκο, ότι είναι από τους λίγους πολιτικούς που μπορεί να δημιουργήσει σχολή.

       Ωστόσο και πάλι ο όποιος επαγγελματισμός και η οργανωτική του ικανότητα, δεν ήταν αρκετός ούτε ικανός να διαλύσει το σύννεφο καχυποψίας και αμφισβήτησης που τον ακολουθούσε.

       Από την άλλη πλευρά, ο κ. Τσίπρας  έχασε, γιατί οι ιδεοληψίες και η αλαζονεία της εξουσίας, τον απέκοψαν από την κοινωνική πραγματικότητα.

        Έχασε, γιατί ψέματα έλεγε ως κυβέρνηση και επιπλέον ακόμη μεγαλύτερα ψέματα λέει ως αντιπολίτευση.

       Έχασε γιατί απευθύνθηκε στους πολίτες που υποτιμούσαν την αυθεντία της γνώσης, οι οποίοι αδυνατούσαν να κατανοήσουν την συνθετότητα των καταστάσεων.

       Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε την ανακάλυψη φανταστικών εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών, τη δημιουργία ενός βαθέως διχαστικού λόγου, καθώς και τη χρήση φτηνών αγοραίων επιχειρημάτων.

       Είναι αλήθεια ότι ο κ. Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ   ξεκίνησαν  την αντιπολιτευτική τους τακτική με αληθοφανή επιχειρήματα.

       Δεν ήταν απαραίτητο να είναι αληθή, αρκεί να φαίνονται έτσι. Υπολόγιζε στο γεγονός ότι η πολιτική μνήμη της κοινής γνώμης, μηδενίζεται πολύ γρήγορα.

       Κατά συνέπεια, δεν είναι καθόλου απίθανο η ΝΔ να θεωρηθεί υπεύθυνη για τους γόρδιους δεσμούς που κληρονόμησε, ξεχνώντας ότι σε πολλές περιπτώσεις απαιτούν πολύ χρόνο να λυθούν.

       Είναι γενικώς παραδεκτό ότι η δυσφήμιση είναι πολύ πιο αποδοτική από τη διαφήμιση.

       Η προσδοκία του ΣΥΡΙΖΑ ήταν να δουλέψει η προσπάθεια αυτή για τον εαυτόν του τώρα που βρίσκεται στην αντιπολίτευση, παρ’ ότι δεν δούλεψε για την κυβέρνησή του.

       Στο ΣΥΡΙΖΑ ούτε τα στελέχη του, αλλά ούτε και ο ίδιος ο Τσίπρας  δεν έχουν καταλάβει ακόμα γιατί ηττήθηκαν.

       Αλλά έχει πολύ μεγάλη σημασία να το καταλάβουν, δεδομένου πως υφίσταται ανάγκη να πάψει ο κόσμος να ¨διαπαιδαγωγείται» με κορώνες και άχρωμα μηδενιστικά συνθήματα.

       Ωστόσο η αδυναμία κατανόησης της ήττας από την αξιωματική αντιπολίτευση, παγιδεύει ακόμα περισσότερο ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας σε αδιέξοδο, σε κενό πολιτικής σκέψης και σε αντιπαραγωγικό τρόπο αντίληψης των πραγμάτων.

       Το 31,5% των πολιτών που ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ στις τελευταίες εκλογές, προφανώς:

-       Δεν είδαν ότι ο άκρατος λαϊκισμός, η ασυνέπεια και το θράσος, είναι βασικά συστατικά του DNA του ΣΥΡΙΖΑ ως κόμματος συνολικά.

-       Δεν κατάλαβαν, επίσης, ότι μέρος της στρατηγικής τους ήταν η ναρκοθέτηση του πεδίου, για να μη μπορεί να προχωρήσει η επόμενη κυβέρνηση.

-       Κυρίως όμως, δεν κατάλαβαν ότι με την ψήφο τους επιβράβευσαν τον ΣΥΡΙΖΑ για τη συμπεριφορά και τις επιλογές του, για όσα υποσχέθηκε και δεν έκανε και για όσα έκανε όπως τα έκανε.

         Μετά την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, σήμερα υπάρχει μια μοναδική ευκαιρία για το χώρο της κεντροδεξιάς να «διορθώσει» τις στρεβλώσεις του παρελθόντος που κατέστησαν την αριστερή ιδεολογία κυρίαρχη στην Ελλάδα, μετά από τεσσερισήμισι   χρόνια διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.

       Τα πρώτα δείγματα γραφής της νέας κυβέρνησης, αξιολογούνται  από τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών ως  θετικά.

       Οι πρώτες κινήσεις της κυβέρνησης ήταν θετικές.

       Και τούτο διότι αγγίζοντας αρκετά ευαίσθητα θέματα, δεν προκάλεσε υπερβολικές αντιδράσεις.

       Η αρχή έγινε με τον αντικαπνιστικό νόμο. Ουδείς περίμενε πως η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας θα υλοποιούσε με επιτυχία μια πολιτική, που και άλλοι προηγουμένως αποπειράθηκαν να εφαρμόσουν, χωρίς αποτέλεσμα.

       Μάλιστα, επειδή ήταν από τα πρώτα μέτρα της νέας κυβέρνησης, είναι ευνόητο πως η αποτυχία στην εφαρμογή του, θα ήταν ένα πολιτικό πλήγμα γι’ αυτήν, νωρίς – νωρίς.

       Όμως υπήρχε κάτι βαθύτερο που συντέλεσε στη σταδιακή μεταμόρφωση των συνειδήσεων των πολιτών.

       Η δεκαετής κρίση, λειτούργησε αυτοκριτικά και λυτρωτικά για την πλειοψηφία του λαού.

       Ένα πρώτο επίπεδο αυτής της μεταμόρφωσης, είναι η υπακοή στις αποφάσεις της πολιτικής ηγεσίας.

       Αλλά και αυτό δεν είναι αρκετό από μόνο του.

       Πρέπει να υπάρχει και μια ηγεσία που να εμπνέει και να είναι πειστική για την αναγκαιότητα των μέτρων που λαμβάνει.

       Ηγεσία, που να επιλέγει ως συνεργάτες άτομα αξιόπιστα, σοβαρούς επιστήμονες, με ήθος στην εκφορά του λόγου τους.

       Άλλωστε, είναι γνωστό ότι οι ηγέτες κρίνονται και από την επιλογή των συνεργατών τους. 

       Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδειξε ετοιμότητα, αποφασιστικότητα και ταχύτητα, στοιχεία απαραίτητα για να κερδηθεί ο χαμένος χρόνος.

       Ανταποκρίνεται στις προεκλογικές του δεσμεύσεις, αλλά και στις προσδοκίες των πολιτών.

       Όμως, πόσο διαφορετικά μπορούν να ξεκινήσουν το βίο τους δύο κυβερνήσεις.

       Η νέα κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη, με την ανάληψη των καθηκόντων της, έκανε επίθεση εμπιστοσύνης.

       Αντίθετα πριν τεσσεράμισι χρόνια, είχαμε την κυβέρνηση της συγκρουσιακής ανατροπής.

       Οι πρώτες ημέρες της κυβέρνησης Μητσοτάκη μας επέτρεψαν να ελπίζουμε ότι η Ελλάδα μπορεί πλέον να σταθεί στα πόδια της και να αναζητήσει τρόπους αντιμετώπισης του μέλλοντος.

       Η εμπιστοσύνη των πολιτών  ενθαρρύνουν όσους έχουν την ευθύνη να οδηγήσουν τη χώρα μπροστά.

       Η πορεία δεν θα ήταν εύκολη, αφού το υπέρογκο Δημόσιο και Ιδιωτικό χρέος,  ο δημογραφικός μαρασμός και το μεταναστευτικό, αποθάρρυναν  το όποιο σχέδιο ανάπτυξης. 

       Ωστόσο η επιτυχία της νέας κυβέρνησης δεν θα κριθεί μόνο από τις πολιτικές που θα εφαρμόσει, αλλά και από την ποιότητα της αντιπολίτευσης.

       Και τούτο διότι στα μεγάλα προβλήματα της εποχής, η κοινωνία  απαιτεί συνεννόηση, για να βρεθούν συλλογικές λύσεις.

        Σχεδόν στην αρχή της θητείας της, η κυβέρνηση κλήθηκε να αντιμετωπίσει μια   τεράστια διπλή  πρόκληση και κρίση: την πίεση μεταναστών στα σύνορα του Έβρου και την πανδημία του κορονοϊού.

       Ο κ. Μητσοτάκης κρίθηκε ως προς τις ηγετικές του ικανότητες και κέρδισε την πραγματική εκτίμηση της πλειονότητας των πολιτών, όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με εξελίξεις απρόβλεπτες και κρίσεις μοναδικές.

       Στην κρίση του Έβρου, απέδειξε αποφασιστικότητα, χωρίς να ταλαντευτεί ούτε στιγμή. Επέμεινε στην προστασία των συνόρων και τα υπερασπίστηκε με σθένος, χωρίς εκπτώσεις.

       Εκεί που ωστόσο εξέπληξε τους πάντες με την ευθυκρισία του, την ευθύτητα των επιλογών, την αποφασιστικότητα και την ταχύτητα της αντίδρασής του, ήταν στη διαχείριση  της οικουμενικής κρίσης του κορονοϊού.

       Θεώρησε χωρίς δισταγμό, ότι ως κυβέρνηση της χώρας έχει πρώτιστο καθήκον να προστατεύσει την υγεία και τη ζωή των Ελλήνων και όλα τα άλλα έπονται.

       Εμφανίστηκε επαρκής σε κάθε δυνατό επίπεδο.

       Ωστόσο, δεν ήταν  αυτονόητη η συγκεκριμένη στάση και επιλογή.

       Θα μπορούσε να ταλαντευτεί ή και να πλανηθεί από θεωρίες, όπως έπραξαν ηγέτες μεγάλων και ισχυρών χωρών.

       Από την άλλη πλευρά, ο κ. Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε να υποβαθμίσει και να απαξιώσει την επιτυχή αντιμετώπιση των προβλημάτων στα σύνορα του Έβρου, διότι ουδείς ασχολήθηκε με τις κραυγές υπέρ των δήθεν μεταναστών.

       Απέτυχε επίσης να υποβαθμίσει και να απαξιώσει την επιτυχή διαχείριση της πανδημίας στη χώρα μας, διότι το μόνο που είχε να προτείνει, ήταν οι επιτάξεις των ιδιωτικών ΜΕΘ και των ιδιωτικών θεραπευτηρίων.

       Κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι ακολούθησε λανθασμένη πολιτική, ότι δεν έγιναν μαζικά τεστ, ότι δεν ακολουθήθηκαν οι οδηγίες και οι αποφάσεις του Π.Ο.Υ., ότι δεν έδωσε εμπροστοβαρώς χρήματα (που δεν υπήρχαν) για την ενίσχυση της οικονομίας και τέλος μιλούσε για ελλείψεις παντού.

       Η χώρα όμως πέτυχε. 

       Ο Κυριάκος Μητσοτάκης κέρδιζε συνεχώς την εμπιστοσύνη και το σεβασμό των πολιτών με τις αποφάσεις και τις επιλογές του.

        Εξακολουθεί να μιλά με ένα σύγχρονο λόγο, στραμμένο στο μέλλον.

       Μιλά όχι για γενικές ιδέες και δεν προβάλλει καλές προθέσεις, αλλά δρα στοχευμένα, συγκεκριμένα και αποφασιστικά.

        Αποδεικνύει με την καθημερινή του πρακτική, πως τελικά δεν είναι όλοι ίδιοι.

       Στην προσπάθειά του αυτή, είναι θετικό το γεγονός  ότι στη σημερινή εποχή η ελληνική κοινωνία μπήκε, έχοντας το προνόμιο της πρότερης επώδυνης γνώσης, δηλαδή:

-     πώς κυβερνάται μια χώρα από ανίδεους, επικίνδυνους, λαϊκιστές, «σωτήρες» και «φίλους του λαού»,

-     πώς ουδέτεροι και ισορροπιστές χάνουν πολύτιμο κεφάλαιο που θα μπορούσε να τεθεί στην υπηρεσία της χώρας, στην προσπάθεια να ισορροπήσουν  ανάμεσα στα θεωρητικά εξ ίσου κακά,

-    πώς επιτήδειοι πατριδοπώλες και γενικώς πωλητές, μετεκπαιδεύουν τους ευάλωτους να μετατραπούν σε ανεγκέφαλους,

-      πώς πολιτικοί νάρκισσοι, μετατρέπουν την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα σε καθρέπτη να αντιφεγγίζει το είδωλό τους.

       Είναι αλήθεια ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έχει τα χαρακτηριστικά του χαρισματικού ηγέτη, αλλά ούτε και  του συναρπαστικού ρήτορα.

       Είναι ένας σωστός, μετριοπαθής, μετρημένος και πρακτικός άνθρωπος. Έχει παιδεία που χρειάζεται ένας σύγχρονος και καταρτισμένος πολιτικός, ξέρει να επιλέγει συνεργάτες, έχει επεξεργαστεί αρκετά μεταρρυθμιστικά σχέδια και αντέχει στα δύσκολα.

       Σήμερα το αριστερά -  δεξιά δεν σημαίνει και δεν περιγράφει τίποτα.

       Τώρα το εκλογικό σώμα αλλάζει ραγδαία κριτήρια αποτίμησης της πραγματικότητας και αξιολογεί την κυβέρνηση  της χώρας σε άλλη βάση.

       Είναι αλήθεια ότι η αρχή της πολιτείας του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη ξεκίνησε με κρίσεις, στη συνέχεια όμως εξελίχθηκε σε εντυπωσιακό επίτευγμα.

        Αν η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη συνεχίσει έτσι, είναι βέβαιο ότι θα διαμορφώσει ένα σύγχρονο πρότυπο ηγεσίας, που τιμά τη χώρα και το λαό της.

        Είναι στο χέρι  της κυβέρνησης της ΝΔ  να σοκάρει θετικά τον πλανήτη και να τον κάνει να παραμιλάει με τα κατορθώματά της Ελλάδας.    

 

-Ο κ. Αθανάσιος Μπουρούνης είναι Επίτιμος Δ/ντής Σχολικής Μονάδας Δ.Ε.