Πέμπτη
25 Μαΐου 2017
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 2439RSS FEED
Πιο αποδοτικές οι δίαιτες με χαμηλούς υδατάνθρακες
29/09/2014

Κάνοντας μια δίαιτα που δίνει προτεραιότητα στην κατανάλωση λιγότερων υδατανθράκων και όχι στον περιορισμό των λιπών και των συνολικών θερμίδων, μπορεί να πετύχει κανείς καλύτερα αποτελέσματα τόσο στην μείωση του βάρους, όσο και στη διατήρηση της καρδιαγγειακής υγείας, από ό,τι με μια δίαιτα που δίνει έμφαση στα χαμηλά λιπαρά. Αυτό είναι το συμπέρασμα μιας νέας αμερικανικής επιστημονικής έρευνας, που συνέκρινε άμεσα τα δύο είδη διαιτών.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τη δρα Λίντια Μπατσάνο της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Τουλέιν της Νέας Ορλεάνης, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο αμερικανικό ιατρικό περιοδικό "Annals of Internal Medicine", σύμφωνα με το πρακτορείο Ρόιτερς και τους «Τάιμς της Νέας Υόρκης», μελέτησαν 150 παχύσαρκους άνδρες και γυναίκες ηλικίας 22 έως 75 ετών.

Οι μισοί (επιλεγμένοι τυχαία) ακολούθησαν επί ένα έτος τη δίαιτα με τα χαμηλά λιπαρά και οι υπόλοιποι, για το ίδιο χρονικό διάστημα, τη δίαιτα με τους χαμηλούς υδατάνθρακες. Οι συμμετέχοντες πήραν οδηγίες να μην αλλάξουν το επίπεδο σωματικής δραστηριότητάς τους και να τρώνε μερίδες φαγητού είτε με λιγότερα λιπαρά, είτε με λιγότερους υδατάνθρακες, αλλά χωρίς να μειώσουν το συνολικό επίπεδο των θερμίδων που κατανάλωναν.

Στη δίαιτα με χαμηλούς υδατάνθρακες επιτρεπόταν η κατανάλωση κόκκινου και λευκού κρέατος, τυριών, βουτύρου και γενικά πρωτεϊνών και λιπών (κυρίως ακόρεστων, αλλά και κορεσμένων). Συνολικά, τουλάχιστον το 13% των ημερησίων θερμίδων προερχόταν από κορεσμένα λίπη, που θεωρούνται ‘απαγορευμένα' στη δίαιτα με χαμηλά λιπαρά, ενώ πάνω από το 40% των θερμίδων της ημέρας προερχόταν από κάθε είδους λίπη (ακόρεστα και κορεσμένα).

Στο τέλος της μελέτης, που χρηματοδοτήθηκε από τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας των ΗΠΑ, μετά από ένα έτος, τα άτομα στην ομάδα των χαμηλών υδατανθράκων είχαν χάσει περισσότερο βάρος και πιο πολύ σωματικό λίπος σε σχέση με την ομάδα των χαμηλών λιπαρών. Κατά μέσο όρο, η δίαιτα με χαμηλούς υδατάνθρακες επέφερε μια πρόσθετη απώλεια βάρους σχεδόν τεσσάρων κιλών μέσα στο έτος.

Από την άλλη, δεν παρατηρήθηκε αύξηση στο επίπεδο ολικής ή «κακής» χοληστερόλης (LDL) σε καμία από τις δύο δίαιτες, πράγμα θετικό ιδίως για τη δίαιτα των χαμηλών υδατανθράκων, επειδή μερικοί επιστήμονες πίστευαν ότι θα αύξανε τους σχετικούς δείκτες λιπιδίων στο αίμα.

Μάλιστα, τα άτομα που είχαν ακολουθήσει τη δίαιτα των χαμηλών υδατανθράκων, είχαν πλέον χαμηλότερα επίπεδα εσωτερικής φλεγμονής, τριγλυκεριδίων και γενικά λιπιδίων στο αίμα τους, ενώ αντίθετα η «καλή» χοληστερόλη (HDL) τους ήταν πια μεγαλύτερη, παράγοντες που από κοινού μειώνουν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο στο μέλλον.

Για «πολύ εντυπωσιακό εύρημα» έκανε λόγο η Μπατσάνο, αν και, όπως είπε, παραμένει ασαφές γιατί η δίαιτα των χαμηλών υδατανθράκων φαίνεται να υπερτερεί. Ακόμη, ανέφερε πως, προς το παρόν, είναι άγνωστο αν αυτή η υπεροχή έναντι της δίαιτας με χαμηλά λιπαρά έχει ισχύ σε βάθος χρόνου.

Οι δίαιτες με χαμηλούς υδατάνθρακες και περισσότερα λιπαρά και πρωτεΐνες άρχισαν να γίνονται ευρέως γνωστές στη δεκαετία του ΄70, όταν εμφανίστηκε η σχετική δίαιτα του δρος Ρόμπερτ 'Ατκινς, η οποία μέχρι σήμερα έχει πολλούς ‘οπαδούς'. Οι συνήθεις κριτικές εναντίον αυτής της διαιτητικής προσέγγισης είναι ότι κανείς χάνει βάρος κυρίως με την μορφή σωματικών υγρών και όχι σωματικού λίπους, ενώ παράλληλα μπορεί να αντιμετωπίσει αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο λόγω αύξησης της χοληστερόλης εξαιτίας της μεγαλύτερης κατανάλωσης λιπών και πρωτεϊνών.

Όμως η νέα συγκριτική μελέτη φαίνεται να αναιρεί αυτούς τους φόβους. Εξάλλου, όπως αποκάλυψε, τα άτομα της δίαιτας με χαμηλά λιπαρά έχασαν βάρος περισσότερο με την μορφή μυών παρά λίπους, πράγμα που, σύμφωνα με τους επιστήμονες, δεν θεωρείται καλό από άποψη μεταβολισμού.

Οι υδατάνθρακες υπάρχουν σε πολλές τροφές και περιλαμβάνουν τα σάκχαρα, τις ίνες και τα άμυλα, που δίνουν ενέργεια στο σώμα. Μερικοί υδατάνθρακες, όπως αυτοί στα δημητριακά ολικής άλεσης και στα φρούτα, είναι πιο υγιεινοί από άλλους, όπως εκείνους στο άσπρο ψωμί και στα επεξεργασμένα τρόφιμα.