Τετάρτη
12 Δεκεμβρίου 2018
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 3006RSS FEED
Επικίνδυνοι και καταστροφικοί οι ανιστόρητοι πολιτικοί
Γράφει ο
Αντώνης Τσίχλης

Η  γνώση και η συνεχής μελέτη της Ιστορίας ανέκαθεν απετέλεσε βασικό στοιχείο της παιδείας και μορφώσεως των ανθρώπων, πρωτίστως όσων ασχολούνταν με τη δημόσια ζωή. Ο γνώστης της ιστορίας πείθεται ότι στην ιστορική εξέλιξη ενός λαού επιδρά η δύναμη του παρελθόντος, η κληρονομιά που αφήνουν στην ψυχοσύνθεση των μεταγενεστέρων γενεών οι προγενέστερες. Έτσι ο μελετητής και γνώστης της ιστορίας ενημερώνεται σχετικώς με τα ιστορικά φαινόμενα και αποκτά την ικανότητα να συμπεράνει ποίου είδους αποτελέσματα είναι δυνατόν να επακολουθήσουν. Γενικώτερον διευρύνει τους ορίζοντες της σκέψεώς του και την καθιστά ελαστικότερη, διαμορφώνει το χαρακτήρα και υποβοηθεί στη συγκρότηση της προσωπικότητός του. Εν κατακλείδι η μελέτη της ιστορίας αποτελεί αστείρευτη πηγή μορφώσεως και αντλήσεως διδαγμάτων, διότι αυτή πληροφορεί, διαφωτίζει και ο άνθρωπος με βάση τα ιστορικά δεδομένα ερμηνεύει γεγονότα και καταστάσεις, προλαμβάνει εθνικές και άλλου είδους καταστροφές, ρυθμίζει την ιστορία την οποία ο ίδιος γράφει.

Ο τραγικός ποιητής Ευριπίδης σε μία απωλεσθείσα τραγωδία του γράφει ότι " είναι ευτυχής όποιος μελετά και γνωρίζει την ιστορία, διότι αυτός ούτε τους πολίτες παρακινεί στην καταστροφή, ούτε ο ίδιος γίνεται άδικος". Μεγάλες προσωπικότητες, όπως ο Μέγας Αλέξανδρος (ο Μακεδών). ο Αννίβας, ο Φρειδερίκος ο Μέγας, ο Μέγας Ναπολέων, ο Καποδίστριας, ο Χίντεμπουργκ, ο Φος, ο Αϊζενχάουερ, ο Μοντγκόμερυ, υπήρξαν φανατικοί μελετητές και γνώστες της ιστορίας. Όλοι τους αυτοί οπωσδήποτε θα είχαν υπ΄ όψιν τους την προτροπή του Αριστοτέλους: "πρέπει να γνωρίζομε την ιστορία, διότι τα μέλλοντα είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος όμοια με όσα έχουν συμβεί".

Σύμφωνα με την ως άνω αναντιρρήτως ορθή αντίληψη για το όφελος που προκύπτει από τη μελέτη και γνώση της ιστορίας και προκειμένου να κατανοηθούν ευκολώτερον τα τεκταινόμενα σήμερον περί τα εθνικά μας θέματα, και δη περί την Μακεδονία (Σκοπιανό), επιβάλλεται να ανατρέξομε εν τάχει στην παρόμοια (τηρουμένων των αναλογιών) πολιτική, διπλωματική, γεωπολιτική και στρατιωτική κατάσταση στα Βαλκάνια, και γενικώτερον στην Ανατολή, στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ου μ.Χ. αιώνος. Από αυτήν την αναδρομή διαπιστώνομε ότι ο αποικιακός ανταγωνισμός των ευρωπαϊκών χωρών, που είχε κλιμακωθεί τις δύο τελευταiες δεκαετίες του 19ου αιώνος και είχεν καταλήξει στη διανομή ολοκλήρου του πλανήτη, ωξύνθηκε επικίνδυνα στις αρχές του 20ου αιώνος. Έλαβε την μορφή όχι μόνον εδαφικών διεκδικήσεων αλλά και πολύμορφης οικονομικής διεισδύσεως από τις βιομηχανικές χώρες προς τις οικονομικώς ασθενείς και εξαρτημένες. Αυτή η οικονομική διείσδυση σήμαινε, συν τοις άλλοις, δανεισμό προς τις πτωχές χώρες με όρους οικονομικής υποδουλώσεως του δανειζομένου στο δανειστή (ας παραβάλομε προς την τακτική αυτή τα 4 μνημόνια της Ελλάδος με τους δανειστές-πιστωτές). Ακόμη η οικονομική αυτή διείσδυση σήμαινε εκτέλεση μεγάλων δημοσίων έργων, που για μεγάλο χρονικό διάστημα θα τα εκμεταλλευόταν ο χρηματοδότης (παραβάλατε ως προς αυτό τη διαχείριση του "Ελευθέριος Βενιζέλος" από γερμανική εταιρεία). Και ακόμη σήμαινε προνομιακή εκμετάλλευση πλουτοπαραγωγικών πηγών της εξαρτημένης χώρας από εταιρείες της δανείστριας χώρας (παραβάλατε ως προς αυτό την εκμετάλλευση της ενέργειας στην Ελλάδα από ξένες εταιρείες και την μεθοδευομένη με ποικίλα προσχήματα εκμετάλλευση-αρπαγή του ορυκτού  συνολικώς πλούτου της Ελλάδος από εταιρείες της Δύσεως). Και φυσικόν ήταν η οικονομική διείσδυση μίας μεγάλης δυνάμεως να αποτελεί απειλή πολλαπλή για τα συμφέροντα κάποιοας άλλης. Σε αυτόν τον αποικιακό ανταγωνισμό ανταπαιτητές στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνος ήταν η Αγγλία, η Γαλλία, η Ισπανία, η Ολλανδία, η Αυστροουγγαρία, η Ιαπωνία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Ρωσία και οι Η.Π.Α. Εν μέσω αυτού του οικονομικού ανταγωνισμού, και μάλιστα στο σκέλος του που αφορούσε στα Βαλκάνια, φθάσαμε στους Βαλκανικούς πολέμους, και κυρίως στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με διαμορφωμένους τους δύο μεγάλους συνασπισμούς (συμμαχίες), των Κεντρικών Αυτοκρατοριών  και της Εγκάρδιας Συνεννόησης (Entente Cordiale).

Ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνος και τις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων οι Κεντρικές Αυτοκρατορίες (Γερμανία και Αυστροουγγαρία) υπεστήριζαν φανερά την Τουρκία (όπως ακριβώς και σήμερα η Γερμανία) στα Βαλκάνια, ενώ παραλλήλως προσπαθούσαν να καταπολεμήσουν την οικονομική παρουσία στα Βαλκάνια, και κατ΄επέκταση την πολιτική επιρροή, τόσο των Δυτικοευρωπαίων όσο και των Ελλήνων, τους οποίους (Έλληνες) θεωρούσαν ως προωθημένους πράκτορες του δυτικού εμπορίου στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η πολιτική τους αυτή εξακολουθεί, προσαρμοσμένη βεβαίως στα σημερινά δεδομένα, να ισχύει και σήμερα. Έτσι εξηγούνται, κατά ένα μέγα μέρος, και η διάλυση προ ετών της Γιουγκοσλαβίας και οι συχνές-πυκνές σήμερα επισκέψεις των ηγετών και πολιτικών προσωπικοτήτων της Αυστρίας, Γερμανίας και Η.Π.Α. στα Σκόπια προς ενίσχυση της προσπαθείας του Ζάεφ στο επερχόμενο δημοψήφισμα.

Και με δεδομένα τα ιστορικά αυτά διδάγματα βλέπομε δυστυχώς τους νυν κυβερνώντες και συγκυβερνώντες, υποδυόμενοι απλώς την πρωθυπουργική και υπουργική ιδιότητα, να εναγκαλίζονται με τους παραδοσιακούς υπονομευτές και εχθρούς της πατρίδος μας και του έθνους και να δέχονται ασμένως να υπογράφουν "στο γόνατο"  ό,τι τους προσκομίζουν έτοιμο (ακόμη και αγγλιστί) οι μέθυσοι ευρωγραφειοκράτες (δύο μνημόνια, εκχώρηση όλης της δημόσιας περιουσίας, συμφωνία παραδόσεως της Μακεδονίας, επιστροφή μεταναστών από τη Γερμανία, δόλια και ύποπτη έγερση ανύπαρκτων θεμάτων με την Αλβανία). Αλλά πώς να μην λειτουργούν κατ΄αυτόν τον τρόπον! Όταν έπρεπε να ανοίξουν κανένα βιβλίο ιστορίας, αυτοί διημέρευαν και διανυκτέρευαν στα σύγχρονα "σκιραφεία" και τις "αυλητρίδες", ή, για να αποδιώξουν την ανία τους, διενεργούσαν καταλήψεις σχολείων και πανεπιστημίων επί ολοκλήρους μήνες, μη  υπολογίζοντες τους μαθητές και φοιτητές που φλέγονταν από τον πόθο για μάθηση και προκοπή.

Λοιπόν, ανιστόρητοι και ελληνοπρεπώς ή εθνικώς αγράμματοι κυβερνώντες (και ΑΝΕΛληνες), μάθετε ότι το 1908 μ. Χ., με αφορμή την επανάσταση των Νεοτούρκων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, έχομε τροπή τόσον της αυστριακής (και δευτερευόντως της γερμανικής) όσον και της ρωσικής διπλωματίας, υπό την καθοδήγηση του Aehrental και του Izvolsky, προς την ενεργότερη ανάμειξη στις βαλκανικές υποθέσεις. Αυτή η τροπή είχεν ως αποτέλεσμα κατά πρώτον την απόσπαση από την οθωμανική αυτοκρατορία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και την προσάρτησή της στην Αυστρία (ας θυμηθούμε τα διαδραματισθέντα κατά την πρόσφατη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας) και κατά δεύτερον την απόφαση της Ρωσίας να ευνοήσει τη συμμαχική συνένωση των νοτίων Σλάβων ως ανασχετικής δυνάμεως στην επεκτατική διάθεση των κεντρικών αυτοκρατοριών (Αυστροουγγαρίας-Γερμανίας).

Σήμερα δίπλα στην Αυστρία-Γερμανία έχει προστεθεί και ένας ισχυρότερος παράγων, οι Η.Π.Α. Αυτές οι δυνάμεις, αλλά και άλλες ευρωπαϊκές, επεδίωξαν, και επέτυχαν, τον κατακερματισμό των δυτικών Βαλκανίων και την ένταξη των προκυψάντων θνησιγενών κρατιδίων (ανάμεσα σε αυτά τώρα τα Σκόπια)  στους πολιτικούς και στρατιωτικούς συνασπισμούς των. Γι΄ αυτό και οι τρεις αυτές δυνάμεις (κυρίως) παρέδωσαν έτοιμο κείμενο συμφωνίας στους νυν κυβερνώντες (και ΑΝΕΛληνες),  το οποίο οι τελευταίοι υπέγραψαν σε κάποια "παράγκα" στη "φωλιά του Ζαχαριάδη" και με το οποίο παρέδωσαν το όνομα της Μακεδονίας στους Σκοπιανούς, καθώς και την ταυτότητα (Μακεδονική) και τη γλώσσα (Μακεδονική). Η ρωσία από την άλλη αντιδρά στην όλη μεθοδευμένη και έξωθεν καθοδηγημένη διαδικασία για τους ιδίους λόγους που αντιδρούσε και από το 1908 και εξής. Για να μην περιέλθουν τα Βαλκάνια εξ ολοκλήρου στη σφαίρα επιρροής των δυτικών δυνάμεων.

Έτσι η Ελλάδα βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα που προκάλεσαν τα αντικρουόμενα συμφέροντα (πολιτικά, διπλωματικά, γεωστρατηγικά) των δυνάμεων της δύσεως αφ΄ενός και της Ρωσίας αφ΄ετέρου, αλλά και των δυτικών μεταξύ των. Και ποίαν σταση ετήρησαν οι νυν κυβερνώντες ως εκπρόσωποι του ελληνικού λαού και υπερασπιστές-διεκδικητές  των ελληνικών εθνικών συμφερόντων; Κατά πρώτον εσκεμμένως  και μεθοδευμένα επέβαλαν στον ελληνικό λαό ένα αχρείαστο, με δεδομένη την κατάσταση που είχε διαμορφώσει και άφησε η κυβέρνηση του Αντ. Σαμαρά, τρίτο μνημόνιο, που κόστισε κατά την ομολογία ευρωπαίων αξιωματούχων 200 δισεκατομμύρια, και ένα τέταρτο μνημόνιο ως απόρροια του τρίτου. Και με τα δύο αυτά μνημόνια ένα μεγάλο μέρος της δημόσιας περιουσίας, όπως αεροδρόμια, λιμάνια, σιδηρόδρομοι, κατέληξαν στα χέρια γερμανικών, γαλλικών και ιταλικών εταιρειών. Κατά δεύτερον πάλιν εσκεμμένως διέλυσαν οικονομικώς την πλέον σημαντική από οικονομικής πλευράς κοινωνική τάξη, την  αστική τάξη. Και κατά τρίτον με τη συμφωνία των Πρεσπών ακύρωσαν όσα επέτυχαν στο πεδίο της μάχης οι πρόγονοί μας με τους βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913. Με αυτούς η Ελλάδα εκπλήρωσε  ένα μεγάλο μέρος των εθνικών της διεκδικήσεων εις πείσμα των ποικίλων πιέσεων που της ασκούσαν οι δυτικές δυνάμεις της εποχής εκείνης. Τα σύνορα του ελληνικού βασιλείου επεκτάθηκαν από τη Μελούνα (Θεσσαλία) ως το Νέστο, το Μπέλες και την Πρέσπα.  Ενδεικτικώς αναφέρονται οι 1300 νεκροί της μάχης της Δοϊράνης (22-23 Ιουνίου 1913) στην προσπάθεια της Ελλάδος να εκδιώξει από την Μακεδονία τους Σλαυοβουλγάρους κομιτατζήδες και να εντάξει την περιοχή στον κορμό του ελληνικού βασιλείου. Αναφέρομε την περιοχή της Δοϊράνης, διότι δυστυχώς, ενώ η περιοχή αυτή το 1913 συνδέθηκε με την ελληνική τιμή και δόξα, με την εκπλήρωση των εθνικών μας διεκδικήσεων, με την ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας, δυστυχώς 105 ακριβώς χρόνια αργότερα, το 2018, η Δοϊράνη συνδέθηκε με μία άκρως προσβλητική, ατιμωτική  πολιτική ενέργεια. Όπως με υπερηφάνεια δήλωσε ο σκοπιανός πρωθυπουργός Ζάεφ "σε αυτόν τον χώρο στάθμευσης της Δοϊράνης μαζί με τον Έλληνα πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα επετεύχθη η συμφωνία για την αναγνώριση της μακεδονικής γλώσσας και ταυτότητας".Δεν διευκρίνισε βεβαίως αν η  παραχώρηση πραγματοποιήθηκε έτσι στα όρθια ανάμεσα σε σταθμευμένα αυτοκίνητα, ή στην κουζίνα κάποιας παρακμιακής ταβέρνας, ή μέσα... στα δημόσια ουρητήρια του χώρου σταθμεύσεως. Εδώ ταιριάζει ίσως απόλυτα να αναφερθούν τα λόγια του αμερικανού συγγραφέα Τσαρλς Μπουκόφσκι : " έχομε χαραμίσει την ιστορία σαν μία παρέα μεθυσμένων που ρίχνουν ζάρια πίσω στις αντρικές τουαλέτες του τοπικού μπαρ".  Ο χώρος παραχωρήσεως της ιστορίας στους σκοπιανούς είναι προσβλητικός για το πολιτιστικό επίπεδο των Ελλήνων και ατιμωτικός για τη θυσία των προγόνων μας. Είναι συγχρόνως και ακυρωτική της εθνικής προσφοράς των προγόνων μας η παραχώρηση αυτή, διότι  η παραχώρηση του ονόματος, της γλώσσας και της ταυτότητας της Μακεδονίας στους Σκοπιανούς εκποιεί την ελληνική ιστορία και πολιτισμό χιλιάδων ετών, ενώ θέτει και τις βάσεεις-προϋποθέσεις για εδαφικές διεκδικήσεις των Σκοπίων εις βάρος της Ελλάδος.

Και το εύλογον ερώτημα που ανακύπτει από την επαίσχυντη αυτή παραχώρηση είναι ποίον ελληνικόν εθνικόν όφελος προέκυψεν; Αδύνατον να ευρεθεί  Έλληνας ο οποίος θα δώσει πειστική και εθνικώς λογική απάντηση επ΄αυτού. Θα ήτο δυνατόν να αιτιολογηθεί, και ακολούθως να δικαιολογηθεί, η πολλαπλή παραχώρηση προς τους Σκοπιανούς, αν τελικώς προέκυπτε για την Ελλάδα και το έθνος όφελος ανώτερο της ζημίας, της απωλείας, της εκχωρήσεως δηλαδή στους Σκοπιανούς της Ιστορίας μας, του πολιτισμού μας και, πολύ φοβούμεθα,  των εδαφών μας. Αλλά δεν υπάρχει κάποιο αγαθό ανώτερο από όσα εκχωρήσαμε, διότι  "μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερόν εστιν πατρίς και σεμνότερον και αγιώτερον  και εν μείζονι μοίρα  και παρά θεοίς και παρά ανθρώποις τοις νουν έχουσι", όπως ρητώς αναφέρει δια στόματος Σωκράτους ο Πλάτων στο διάλογό του "Κρίτων".

Επομένως εθνικόν όφελος δεν προέκυψεν. Αλλά ούτε και το ελάχιστον οικονομικόν όφελος  προέκυψεν. Απεναντίας εκχωρήσαμε και εκχωρούμε προς τους δυτικούς, των Η.Π.Α. συμπεριλαμβανομένων, ό,τι  μας εζήτησαν και μας ζητούν. Αντί για ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας έχομε παράταση επ΄αόριστον της επικυριαρχίας και εποπτείας από τους δυτικούς-δανειστές. Κορυφαία απόδειξη της απωλείας εθνικής κυριαρχίας είναι η παραχώρηση της δημοσίας περιουσίας για εκατό χρόνια στους δανειστές. Αντί για ανάκτηση του εθνικού πλούτου έγινε η πλέον εξευτελιστική (προδοτική) εκχώρηση στην ιστορία με το ... αφοπλιστικό επιχείρημα "εμβριθούς" βουλευτίνας του κυβερνώντος μορφώματος "ε! και τι έγινε! Υπομείναμε 400 χρόνια τουρκική σκλαβιά, δεν θα ανθέξομε άλλα 100 χρόνια;".

Εξ αιτίας της ιδιοτελεστάτης πολιτικής συμπεριφοράς των νυν κυβερνώντων, τόσον στον οικονομικό τομέα όσον και στον κοινωνικό και εθνικό, αβίαστα προκύπτει  η σύγκριση της Δεξιάς-Κεντροδεξιάς με την Αριστερά και η φανερή κατίσχυση της πρώτης έναντι της δευτέρας. Εκπρόσωποι της Δεξιάς-Κεντροδεξιάς ήταν και είναι εκείνοι οι οποίοι υπερασπίσθηκαν τα δίκαια της Μακεδονίας. Ο Μεσσήνιος Αντώνης Σαμαράς, ως υπουργός των εξωτερικών, πρώτος αντιτάχθηκε σθεναρώς στο εν λόγω θέμα επί θυσία προσωπική. Ο Μακεδόνας Κώστας Καραμανλής, ως πρωθυπουργός, το 2008 με τη σειρά του αντιτάχθηκε στην ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ με το όνομα "Μακεδονία". Και ο Κρητικός Κυριάκος Μητσοτάκης ως μέλλων πρωθυπουργός σήμερα με σαφήνεια αντιτάσσει το δικό του πολιτικό και εθνικό ανάστημα στη μειοδοτική συμφωνία των ΣΥΡΙΖΑίων και ΑΝΕΛλήνων, την οποία υπέγραψαν σε μία παράγκα των Πρεσπών. Και οι τρεις ως άνω ηγέτες ανήκουν στο μοναδικό γνήσια πατριωτικό κόμμα, στη Νέα Δημοκρατία. Και ο Αντώνης Σαμαράς ως Πελοποννήσιος (και δη ως Μεσσήνιος) και ο Κώστας Καρασμανλής ως Μακεδών και ο Κυριάκος Μητσοτάκης ως Κρητικός δεν θα μπορούσαν να ενεργήσουν διαφορετικά από ό,τι επέτασσε και η προσωπική τους εθνική ψυχή και η φωνή και η θυσία των συμπατριωτών τους, οι οποίοι σε όλους τους αγώνες της Μακεδονίας για εθνική αποκατάσταση έφυγαν από την Πελοπόννησο και την Κρήτη και άφησαν τα κόκκαλά τους στον ιερό τόπο της Μακεδονικής γης. Διότι Ελλάς χωρίς τη Μακεδονία (μαζί με την Ήπειρο και την Θράκη) δεν νοείται. Διότι μπορεί η Αθήνα να είναι ο Νους (το διοικητικό και πολιτικό κέντρο) της Ελλάδος, η Θεσσαλονίκη όμως, και γενικώτερον η Μακεδονία, είναι η καρδιά και η ψυχή της Ελλάδος.

Αντιθέτως προς τη Νέα Δημοκρατία οι εκπρόσωποι του νυν κυβερνώντος μορφώματος, συνεπικουρούμενοι από τους αλλοπρόσαλλους ΑΝΕΛληνες, παραμένουν πιστοί θιασώτες και εφαρμοστές της εθνοπροδοτικής ιδεολογίας και πολιτικής των ιδεολογικώς προγόνων τους, φίλων και συνεργατών τουν βουλγάρων κομιτατζήδων, για μία αυτόνομη Μακεδονία.