Τρίτη
18 Δεκεμβρίου 2018
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 3012RSS FEED
Προς μία αποτελεσματικότερη πολιτική συνοχής
Γράφει ο
Γιάννης Βασιλείου

          Αναφορικά με τις μεταρρυθμίσεις του 1988, η Επιτροπή εισήγαγε τις αρχές της προσθετικότητας, της συγκέντρωσης πόρων (γεωγραφικής και οικονομικής), της εταιρικής σχέσης και του προγραμματισμού. Από το 1988 η Περιφερειακή Πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) ουσιαστικά ενσωματώθηκε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο Πολιτικής Συνοχής.         

           Σύμφωνα με την αρχή της προσθετικότητας, τα Διαρθρωτικά Ταμεία δεν θα πρέπει να αντικαθιστούν «δημόσιες ή αντίστοιχες δομικές δαπάνες από ένα μέλος κράτος στις περιφέρειες που αφορά αυτή η αρχή» (Regional Policy Inforegio/Additionality, 2010:1). Αυτό σημαίνει πως οι καταμερισμοί των Ταμείων δεν θα έχουν απαραίτητα ως αποτέλεσμα τη μείωση στις εθνικές διαρθρωτικές δαπάνες στις εν λόγω περιφέρειες. Η αρχή της εταιρικής σχέσης απαιτεί σύμπραξη μεταξύ της ΕΕ και των κρατών-μελών σε ό,τι αφορά την Περιφερειακή Πολιτική και τον καταμερισμό των πόρων των Ταμείων, από τα προκαταρτικά στάδια μέχρι την εφαρμογή, την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων (Regional Policy Inforegio/Partnership, 2010:1). Η έννοια της αρχής της συγκέντρωσης περιλαμβάνει ακριβώς τη συγκέντρωση πόρων και προσπαθειών στις χώρες και περιφέρειες που υστερούν. Επιπλέον περιλαμβάνει τη συγκέντρωση κονδυλίων σε συγκεκριμένα προγράμματα με σκοπό την ανάπτυξη. Η ορθολογική δαπάνη των κονδυλίων αυτών στα πλαίσια του συμφωνηθέντος χρονοδιαγράμματος, μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικά βήματα προς το στόχο της συνοχής. Η αρχή του προγραμματισμού περιλαμβάνει τον διοικητικό μηχανισμό κάτω από τον οποίο διενεργείται η Περιφερειακή Πολιτική και πιο συγκεκριμένα τα πολυετή Επιχειρησιακά Προγράμματα (ΕΠ). Ο στόχος αυτής της αρχής είναι να προσδιορίσει τις βασικές στρατηγικές προτεραιότητες και να διαχειριστεί τον οικονομικό καταμερισμό (Regional Policy Inforegio/Programming, 2010:1).

            Ο στόχος της Επιτροπής ήταν η εγκαθίδρυση μιας κοινής πολιτικής και ενός πιο αυτόνομου ρόλου για την ίδια, καθώς ήταν λιγότερο εξαρτημένη από τα συμφέροντα των εθνικών κυβερνήσεων και δρούσε σε ένα πιο υπερεθνικό επίπεδο (Allen, 2000). Η ανάγκη επαναπροσδιορισμού της Περιφερειακής Πολιτικής της ΕΕ προήλθε από την εκτίμηση των οικονομικών κινδύνων που θα εμφανίζονταν με την έναρξη της Ενιαίας Αγοράς και η αναμόρφωση της Περιφερειακής Πολιτικής της ΕΕ το 1988 έλαβε χώρα προκειμένου να συνοδευτεί αποτελεσματικά η εγκαθίδρυση της Ενιαίας Αγοράς (Armstrong, 2004).

           Το Μάρτιο του 1988, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε τη χορήγηση 64 δισεκατομμυρίων ECU στα Διαρθρωτικά Ταμεία, που πρακτικά σήμαινε το διπλασιασμό των ετήσιων πόρων για τον πρώτο Κύκλο (Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης-ΚΠΣ) (1989-93). Στις 24 Ιουνίου του 1988, το Συμβούλιο υιοθέτησε τον πρώτο κανονισμό σύμφωνα με τον οποίο, τα ταμεία θα τοποθετούνταν εντός του πλαισίου της Πολιτικής Συνοχής. Η τροποποίηση αυτή συγκέντρωσε πόρους στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές και εισήγαγε τον πολυετή προγραμματισμό, το στρατηγικό προσανατολισμό αναφορικά με τις επενδύσεις, και την ενεργή συμμετοχή των περιφερειακών και τοπικών εταίρων (Inforegio Panorama, 2008). Η εμπλοκή των τελευταίων σηματοδοτεί ακριβώς μια στροφή προς μια «από κάτω προς τα πάνω» προσέγγιση στην περιφερειακή ανάπτυξη.

            Τα κύρια χαρακτηριστικά της νέας Περιφερειακής Πολιτικής της ΕΕ (για την περίοδο 1989-93) ήταν: α) η διάδοση πολυ-τομεακών στόχων και παρεμβάσεων για τις περιφέρειες που υπολείπονταν σε οικονομικούς όρους, και για εκείνες που είχαν βιώσει την αποβιομηχάνιση, όπως προσδιοριζόταν στο ΚΠΣ κάθε κράτους-μέλους, β) ο προσδιορισμός συγκεκριμένων περιφερειών και περιοχών όπου θα έπρεπε να γίνουν παρεμβάσεις, γ) η δημιουργία ενός επίσημου προγράμματος με συνολική προσέγγιση για το σχεδιασμό και την ταυτόχρονη επιδίωξη πολλαπλών στόχων ανάπτυξης, δ) η διάρθρωση προγραμμάτων σε χρονικό βάθος ενός αριθμού ετών, βασισμένα σε προϋπολογιστικούς και προγραμματικούς κύκλους πέντε, έξι ή επτά ετών, ε) ο προσδιορισμός των ΚΠΣ μέσω της άμεσης συμμετοχής αντιπροσώπων από περιφέρεις, περιοχές και την κοινωνία των πολιτών και στ) η αναζήτηση συνεργασιών στη χρηματοδότηση έργων έξω από το ΚΠΣ (Leonardi, 2005). Η στροφή από μια τομεακή προς μια εδαφική προσέγγιση ήταν πλέον μια πραγματικότητα.

            Η έννοια της «εδαφικής διάστασης» (λόγω της ανάγκης συγκέντρωσης πόρων στις λιγότερο προνομιούχες περιοχές) ήταν σημαντική για α) να βρεθεί ο τόπος όπου θα εφαρμοζόταν η πολιτική, β) να προσδιοριστεί το επίπεδο της εφαρμογής και γ) να αναγνωριστεί ο ρόλος των περιφερειακών και τοπικών κυβερνήσεων στα περιφερειακά έργα. Η αναγνώριση της εδαφικής διάστασης προσέφερε στην Επιτροπή μια ευκαιρία να στρέψει τους στόχους της πολιτικής από μεμονωμένους οικονομικούς τομείς σε μεμονωμένες περιοχές. Ο νέος Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ) σήμαινε πως οι ευθύνες για τη δημιουργία κανόνων και τον καταμερισμό πόρων μεταφέρονταν στις Βρυξέλλες, αυτό όμως δεν σήμαινε πως οι εθνικές πολιτικές θα εξαλείφονταν. Ο στόχος της Περιφερειακής Πολιτικής της ΕΕ ήταν να προστεθεί μια ευρωπαϊκή διάσταση στις υπάρχουσες εθνικές περιφερειακές πολιτικές.

            Υπήρξε μια σημαντική μετατόπιση του προϋπολογισμού. Οι ετήσιες πληρωμές αυξήθηκαν από περίπου 6,4 δισεκατομμύρια ECU το 1988 σε 20,5 δισεκατομμύρια ECU το 1993, ενώ τα σχετικά ποσοστιαία μερίδιά τους αυξήθηκαν από το 16% σχεδόν στο 31% επί του συνόλου του προϋπολογισμού της ΕΕ (Inforegio Panorama, 2008). Μπορεί να ισχυριστεί κανείς πως το ΕΤΠΑ, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ) και το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) ευνοήθηκαν από αυτή τη μετατόπιση του προϋπολογισμού, καθώς εγκαθιδρύθηκε ένα σύστημα αναχρηματοδότησης έργων. Στο πλαίσιο αυτού του συστήματος, τα προγράμματα επιλέχθηκαν και παρουσιάστηκαν από τα κράτη-μέλη της ΕΕ.

            Αναφορικά με τον πρώτο Κύκλο του ΚΠΣ τέθηκαν πέντε στόχοι: α) ο Στόχος 1 για τη δομική ανάπτυξη των περιφερειών που υπολείπονταν οικονομικά, β) ο Στόχος 2 για τις περιφέρειες που υπέφεραν από βιομηχανικό μαρασμό, γ) ο Στόχος 3 για τη μείωση της μακροχρόνιας ανεργίας, δ) ο Στόχος 4 για την επαγγελματική ενσωμάτωση των νέων και ε) ο Στόχος 5 για την ανάπτυξη των γεωργικών δομών και των αγροτικών περιοχών. Υπό το Στόχο 1, στην Ισπανία διανεμήθηκαν 10,2 δισεκατομμύρια ECU, καθώς το 57,7% του πληθυσμού της ζούσε σε περιφέρειες του Στόχου 1. Στις περιφέρειες της Ιταλίας διατέθηκαν 8,5 δισεκατομμύρια ECU, καθώς το 36,4% του πληθυσμού της ζούσε σε περιφέρειες του Στόχου 1 (Inforegio Panorama, 2008). Η Ισπανία και η Ιταλία ήταν τα κυρίως ωφελημένα κράτη-μέλη του πρώτου Κύκλου (ΚΠΣ) υπό το Στόχο 1 (Inforegio Panorama, 2008).

            Η Κοινοτική Πρωτοβουλία INTERREG I ήταν ένα σημαντικό βήμα προς την υπερεθνική συνεργασία σε ευρωπαϊκό πλαίσιο και χρηματοδοτήθηκε από το ΕΤΠΑ. Η συνολική κατανομή για τις περιοχές του Στόχου 2 (57,3 εκατομμύρια άνθρωποι) ήταν 6,1 δισεκατομμύρια ECU (9% του συνόλου), ενώ η κατανομή για τους Στόχους 3 και 4 έφτασε τα 6,67 δισεκατομμύρια ECU (10% του συνόλου). Το κονδύλι του Στόχου 5 ήταν 6,3 δισεκατομμύρια ECU (9,2% του συνόλου). Θα πρέπει να ειπωθεί πως ενώ οι παρεμβάσεις του Στόχου 5α ουσιαστικά δεν είχαν κάποια γεωγραφική συγκέντρωση, εκείνες υπό το Στόχο 5β εστίασαν σε γεωργικές περιοχές, που αντιστοιχούν σε 17,6 εκατομμύρια ανθρώπους (5% του συνόλου). Ο συνολικός προϋπολογισμός των Διαρθρωτικών Ταμείων αναφορικά με τον πρώτο Κύκλο (ΚΠΣ) ανήλθε στα 69 δισεκατομμύρια ECU [25% του προϋπολογισμού της ΕΕ και 0,3% του συνόλου του Ακαθάριστου Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ) της]. Το 64% διατέθηκε στις Περιφέρειες του Στόχου 1. Ο πληθυσμός στις περιφέρειες του Στόχου 1 ήταν 86,2 εκατομμύρια (το 25% του συνόλου) και τα κυρίως ωφελημένα κράτη-μέλη ήταν η Ισπανία (14,2 δισεκατομμύρια ECU), η Ιταλία (11,4 δισεκατομμύρια ECU), η Πορτογαλία (9,2 δισεκατομμύρια ECU) και η Ελλάδα (8,2 δισεκατομμύρια ECU) (Inforegio Panorama, 2008).

           Η μεταρρύθμιση του 1989 άλλαξε τον τρόπο που η Περιφερειακή Πολιτική της ΕΕ επεδίωκε την περιφερειακή οικονομική ανάπτυξη. Μέχρι τότε, η Περιφερειακή Πολιτική εστιαζόταν κυρίως στο ρόλο και τις ευθύνες των εθνικών συστημάτων διοίκησης ή εξειδικευμένων οργανισμών ανάπτυξης στο πλαίσιο της εφαρμογής προγραμμάτων. Η μεταρρύθμιση, από την άλλη πλευρά, επέτρεψε την ενεργή ανάμειξη πολλών διοικητικών επιπέδων και κοινωνικο-οικονομικών ομάδων στην εγκαθίδρυση και την εφαρμογή της πολιτικής (Leonardi, 2005).

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Allen, David (2000), “Cohesion and the Structural Funds”, σε Wallace, Helen και Wallace, William, (επιμ.), Policy-Making in the European Union (Οξφόρδη: Oxford University Press), σελ. 243-265.

Armstrong, Harvey (2004), “Regional Policy”, σε El-Agraa, Ali M., (επιμ.), The European Union (Λονδίνο: Prentice Hall), σελ. 401-420.

Inforegio Panorama (2008), EU Cohesion Policy 1988-2008: Investing in Europe’s future, En Inforegio Panorama, 26, European Union Regional Policyδιαθέσιμο σεhttp://ec.europa.eu/regional_policy/sources/docgener/panorama/pdf/mag26/mag26_en.pdf (πρόσβαση στις 4/6/2010).

Leonardi, Robert (2005), Cohesion Policy in the European Union (Λονδίνο: Palgrave).

Regional Policy Inforegio (2010), “Additionality”, διαθέσιμο σε http://ec.europa.eu/regional_policy/glossary/additionality_en.htm (πρόσβαση στις 4/11/2010).

Regional Policy Inforegio (2010), “Partnership”, διαθέσιμο σε http://ec.europa.eu/regional_policy/glossary/partnership_en.htm (πρόσβαση στις 4/11/2010).

Regional Policy Inforegio (2010), “Programming”, διαθέσιμο σε http://ec.europa.eu/regional_policy/glossary/programming_en.htm (πρόσβαση στις 4/11/2010).