Τετάρτη
18 Οκτωβρίου 2017
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 2586RSS FEED
Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης ή επίδομα μεταναστών, φοροφυγάδων και μαύρης εργασίας;
Γράφει ο
Ιωάννης Γ. Κουλούρης

Υποτίθεται ότι το λεγόμενο Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης,  (στο εξής ΚΕΑ), έχει σκοπό να εξασφαλίσει στα άτομα και στις οικογένειες εκείνες που δοκιμάζονται από ακραία φτώχεια τους απολύτως αναγκαίους πόρους για μία στοιχειώδη επιβίωση.

Είναι αυτονόητο ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την καθιέρωση του επιδόματος αυτού είναι η αντικειμενική εξακρίβωση του πληθυσμού που πράγματι ευρίσκεται κάτω από τα όρια της ακραίας φτώχειας, όπως αυτά καθορίζονται κάθε φορά, ή σε κάθε περίπτωση κάτω από τα όρια που τίθενται για τη χορήγηση του.

Όμως στην Ελλάδα αυτό είναι πρακτικά αδύνατο να γίνει, δεδομένου ότι δεν υπάρχει αξιόπιστος μηχανισμός εξακρίβωσης των πραγματικών εισοδημάτων ενός ατόμου ή μιας οικογένειας.

Έτσι στην πράξη καταντά η χορήγηση του επιδόματος αυτού να γίνεται κατά κανόνα με κριτήρια που ευνοούν τους μετανάστες, τους φοροφυγάδες και όσους έχουν εισοδήματα από αδήλωτη, (μαύρη), εργασία ή από το παραεμπόριο, σε βάρος των αναξιοπαθούντων πολιτών (στην συντριπτική πλειοψηφία Ελλήνων), οι οποίοι περιέπεσαν στην ακραία φτώχεια λόγω της οικονομικής κρίσης. Παρότι οι λόγοι που συμβαίνει αυτό είναι προφανείς και παγκοίνως γνωστοί, θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω εδώ μερικούς, εφόσον φαίνεται ότι δεν τους έχουν κατανοήσει οι υπουργοί και τα υπηρεσιακά στελέχη των αρμόδιων υπουργείων.

α) Ως γνωστόν ένας από τους τρόπους που έχει καθιερωθεί, και σωστά, για τον προσδιορισμό του φοολογητέου εισοδήματος είναι και ο τεκμαρτός υπολογισμός ενός υποτιθέμενου εισοδήματος βάσει ορισμένων τεκμηρίων, (περιουσιακών και στοιχείων διαβίωσης), και ο ορισμός αυτού ως του πραγματικού εισοδήματος σε περίπτωση που είναι ανώτερο από το δηλούμενο εισόδημα στη φορολογική δήλωση.

Άσχετα όμως από τα πλεονεκτήματα ή μειονεκτήματα που έχει ο τεκμαρτός υπολογισμός του εισοδήματος, στην περίπτωση του ΚΕΑ , είναι γεγονός ότι αυτός ευνοεί κατά πρώτο λόγο τους μετανάστες, οι οποίοι κατά κανόνα δεν έχουν ή δεν δηλώνουν περιουσιακά στοιχεία, και έτσι προκύπτει μηδενικό ή ελάχιστο τεκμαρτό εισόδημα, και κατατάσσονται σε αυτούς που δικαιούνται το εισόδημα.

β) Ως γνωστόν πολλές κατηγορίες πολιτών, ιδίως οι μετανάστες αλλά και άλλες κατηγορίες μειονοτικών κυρίως,  απασχολούνται σε αδήλωτη εργασία, και ενώ  εμφανίζονται ότι έχουν μηδενικό εισόδημα, στην πράξη έχουν εισοδήματα ανώτερα, και σε πολλές περιπτώσεις αρκετά ανώτερα,  από τα όρια που τίθενται και έτσι, εάν δεν έχουν περιουσιακά στοιχεία, εκτός του ότι δεν πληρώνουν φόρους και εισφορές,   λαμβάνουν επί πλέον και το  ΚΕΑ.

γ) Πολλά άτομα, ιδίως ελεύθεροι επαγγελματίες και τεχνίτες,  φοροδιαφεύγουν συστηματικά και δηλώνουν πολύ χαμηλά εισοδήματα, και έτσι εκτός από τη φοροδιαφυγή λαμβάνουν και επίδομα επί πλέον.

δ) Άλλοι έχουν πλούσιους συγγενείς που τους παρέχουν άνετη ζωή, αλλά επειδή εμφανίζονται ότι ζουν μόνοι τους χωρίς να δηλώνουν εισόδημα, θα λάβουν και αυτοί το ΚΕΑ.

ε) Αυτή η ιστορία με τη φιλοξενία είναι μία υπόθεση που ανοίγει πολλά παράθυρα για καταστρατήγηση των κριτηρίων χορήγησης του ΚΕΑ, ενώ σε άλλες περιπτώσεις δημιουργεί και αδικίες, και πρέπει να αποσυσχετιστεί εντελώς από τη χορήγηση του ΚΕΑ και να παραμείνει μόνο για φορολογικούς λόγους.

Συμπερασματικά, εφόσον δεν έχουμε και ούτε μπορούμε να έχουμε ασφαλή τρόπο να προσδιορίσουμε αυτούς που έχουν πραγματική ανάγκη, είναι εντελώς άστοχο να δίνεται παροχή σε χρήμα,  η οποία όχι μόνο δεν εκπληρώνει το σκοπό της,  αλλά οδηγεί σε μεγάλες αδικίες,  αφού πολλοί από αυτούς που θα το λάβουν, εκτός του ότι δεν το δικαιούνται, δεν θα το χρησιμοποιήσουν για την εκπλήρωση ζωτικών βιοτικών αναγκών αλλά για δαπάνες άνεσης έως πολυτελείας. Επί πλέον αποτελεί κίνητρο προσέλευσης και παραμονής στη χώρα μας παράνομων μεταναστών αφού τελικά αυτοί είναι εκείνοι που θα το λάβουν και μάλιστα αρκετοί θα το εξάγουν και στις χώρες τους. Και όλα αυτά όχι σε βάρος μόνο των φορολογουμένων και της οικονομίας της χώρας, αλλά και, κυρίως, σε βάρος εκείνων που το έχουν πράγματι ανάγκη και δεν θα το λάβουν.

Το μόνο σωστό μέτρο, που θα πρέπει να ληφθεί εν προκειμένω για την αντιμετώπιση των στοιχειωδών  βιοτικών αναγκών των αναξιοπαθούντων συμπολιτών μας, είναι η παντελής κατάργηση κάθε παροχής σε χρήμα, και η αντικατάσταση της από παροχή σε είδη ή υπηρεσίες που θεωρούνται απαραίτητες για τη στοιχειώδη επιβίωση,  (ενδεχομένως και μέσω κουπονιών), και μάλιστα από φορείς οι οποίοι θα μπορούν να ελέγχουν τις πραγματικές ανάγκες αυτών στους οποίους θα χορηγείται. Τέτοιοι φορείς μπορεί να είναι μόνο η τοπική αυτοδιοίκηση και η εκκλησία, και σε καμία περίπτωση οι διάφορες ΜΗΚΥΟ, οι οποίες πρέπει να καταργηθούν όλες,  γιατί είναι κέντρα διαφθοράς και παράνομου πλουτισμού κάποιων επιτηδείων.

Τέλος,  επειδή τελευταία υπάρχει έξαρση του φαινομένου της επαιτείας, θα πρέπει αυτή να κηρυχθεί παράνομη και όσοι την ασκούν  να συλλαμβάνονται και να παραπέμπονται στους ανωτέρω φορείς για να λαμβάνουν τις αναγκαίες παροχές εφόσον τις έχουν πράγματι ανάγκη.

Ασφαλώς η κοινωνική μέριμνα είναι ένα πολυσύνθετο και δύσκολο πρόβλημα η  αντιμετώπιση του οποίου περιλαμβάνει λεπτομερή μελέτη όλων των παραγόντων του και δεν μπορεί να περιληφθεί σε ένα απλό άρθρο όπως το παρόν, το οποίο δεν έχει τη φιλοδοξία να καλύψει πλήρως το θέμα. Επειδή όμως, δυστυχώς, οι εκάστοτε κυβερνήσεις μας και ιδίως η σημερινή, το αντιμετωπίζουν με επικοινωνιακή και πελατειακή νοοτροπία, και δεν μπορούν να επιλύσουν ούτε τα ανωτέρω προφανή και κραυγαλέα, θεώρησα σκόπιμο να τα παρουσιάσω, έστω και εάν θεωρηθεί ότι κομίζω γλαύκα στην Αθήνα.