Παρασκευή
31 Μαρτίου 2017
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 2384RSS FEED
Μαθητική διαρροή: Οι αιτίες, οι συνέπειες και η ανάγκη αντιμετώπισής της
Γράφει ο
Αθανάσιος Μπουρούνης

Η ανάγκη για συνεχή εκπαίδευση υπήρχε σε κάθε εποχή της ιστορίας της ανθρωπότητας και έχει εκφραστεί από φιλοσόφους και παιδαγωγούς διαφόρων τόπων και χρόνων, όπως φαίνεται στα έργα του Πλάτωνα, του Κομφούκιου, του Σερ Τόμας Μούρ, του Κομένιου και του Βενιαμίν Φραγκλίνου.

Ιδιαίτερα στην εποχή μας, η εκπαίδευση των ενηλίκων πρέπει να ικανοποιεί:

α) τις απαιτήσεις των εργαζομένων σε όλους τους τομείς για τη συμπλήρωση των γνώσεων που απέκτησαν στο βασικό κύκλο εκπαίδευσης, την απόκτηση νέων γνώσεων για την ολοκλήρωση της προσωπικότητάς τους, καθώς και την κατανόηση ενός κόσμου που συνεχώς αλλάζει.

β) την επιτακτική ανάγκη για την εξάλειψη του αναλφαβητισμού.

Με τον όρο αυτό νοείται διεθνώς το ποσό εκείνο της μόρφωσης, το οποίο πρέπει να κατέχει ο πολίτης για να διαβάζει και να κατανοεί ένα κείμενο γραμμένο στη γλώσσα του, για να εκφράσει στοιχειωδώς τα νοήματά του και να λαμβάνει με αυτοβουλία θέση απέναντι στα σπουδαιότερα κοινωνικά και πολιτιστικά προβλήματα.

Η εκπαίδευση ενηλίκων θεωρείται και είναι επέκταση της εκπαίδευσης των νέων, αφού συμπληρώνει την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση και αποσκοπεί στον κοινωνικά και οικονομικά δημιουργικό ρόλο των ενηλίκων με διαφορετική αφετηρία, τάξη και επάγγελμα.

Μετά από τη βιομηχανική επανάσταση και τις κοινωνικές – ιδεολογικές αλλαγές που ακολούθησαν, έγινε συστηματική προσπάθεια μεταξύ των χωρών – προδρόμων της εκπαίδευσης ενηλίκων, δηλαδή της Μ. Βρετανίας, των ΗΠΑ, των Σκανδιναβικών Χωρών και άλλων χωρών του κόσμου, αλλά με σημαντικές μεταξύ τους διαφορές, για την παροχή εκπαίδευσης σε ενηλίκους.

Οι διαφορές αναφέρονται στους σκοπούς της εκπαίδευσης ενηλίκων, στα μέσα και στους τρόπους παροχής της και τέλος στο περιεχόμενο και στα προγράμματα σπουδών.

Μπορεί να παρέχεται από κρατικά ή ιδιωτικά ιδρύματα, δημοσίων ή ανεξάρτητων επιχειρήσεων και κατά συνέπεια διαφορετικής πολιτικής, εθνικής και κοινωνικοπολιτικής ιδεολογίας.

Παρ’ όλο, λοιπόν, που οι δυτικές κοινωνίες έχουν κατορθώσει να νομοθετήσουν την τυπική ισότητα ευκαιριών στην πρόσβαση στις βαθμίδες της εκπαίδευσης , ένα βαθύ χάσμα ανοίγεται ανάμεσα σε αυτούς που διαβαίνουν τα σκαλοπάτια της εκπαιδευτικής σταδιοδρομίας και εκείνους για τους οποίους οι πόρτες του εκπαιδευτικού συστήματος κλείνουν οριστικά.

Στην Ελλάδα, σημαντικός νομοθετικός θεσμός για την παροχή της βασικής μόρφωσης και για την εξάλειψη του αναλφαβητισμού, αποτελούσε το Νομοθετικό Διάταγμα «περί μέτρων προς καταπολέμηση του αναλφαβητισμού» που ψηφίστηκε από την κυβέρνηση Παπάγου το 1954.

Με αυτό, θεσπίστηκαν διατάξεις οι οποίες έβαζαν φραγμό στην πρόωρη διαφυγή των μαθητών από τα σχολεία της στοιχειώδους εκπαίδευσης.

Ελήφθη πρόνοια για την ίδρυση Νυχτερινών Σχολείων για την παροχή και συμπλήρωση της βασικής μόρφωσης σε παιδιά ηλικίας 14 έως 20 ετών, τα οποία λόγω των ανωμάλων περιστάσεων της Κατοχής και της μετακατοχικής  περιόδου, δεν ολοκλήρωσαν τη φοίτηση στο Δημοτικό Σχολείο.

To ίδιο Διάταγμα όριζε ότι από το 1962 και εξής, δεν θα δικαιούται κανείς να διευθύνει επιχείρηση ή βιοτεχνικό κατάστημα, αν δεν είναι κάτοχος απολυτηρίου Δημοτικού Σχολείου.

Η όλη διεύθυνση του αγώνα για την καταπολέμηση του αναλφαβητισμού, είχε ανατεθεί σε Κεντρική Επιτροπή με έδρα την Αθήνα, από την οποίαν εξαρτώντο Νομαρχιακές Επιτροπές που ιδρύθηκαν στις πρωτεύουσες των Νομών.

Έργο των Νομαρχιακών Επιτροπών, ήταν η οργάνωση Νυχτερινών Σχολείων για την παροχή μόρφωσης στους αναλφάβητους και για την συμπλήρωση της βασικής μόρφωσης σε όσους δεν είχαν πάρει απολυτήριο Δημοτικού Σχολείου.

Τα αποτελέσματα της λειτουργίας των Επιτροπών υπήρξαν, ιδίως κατά την αρχή εφαρμογής του νόμου, πολύ ικανοποιητικά.

Κατά το 1953 – 54, λειτούργησαν 2.289 νυχτερινά σχολεία με σύνολο μαθητών 66.727, δίδαξαν δε σ’ αυτά 2.342 δάσκαλοι, οι περισσότεροι των οποίων προσέφεραν τις υπηρεσίες τους χωρίς αμοιβή.

Κατά το 1954 – 55, ο αριθμός των νυχτερινών σχολείων ανήλθε σε 2.863 με 110.434 μαθητές και 3.200 δασκάλους.

Κατά το 1955 – 56, λειτούργησαν 2.199 νυχτερινά σχολεία με 85.828 μαθητές και 2.952 δασκάλους.

Έκτοτε η κίνηση χαλαρώθηκε, διότι δεν παρασχέθηκαν εκ μέρους του Κρατικού Προϋπολογισμού οι πιστώσεις που απαιτούντο.

Μια επιγραμματικά ιστορική αναδρομή στο έτος και τον φορέα ίδρυσης των πρώτων εσπερινών σχολείων είναι:

- Το 1901 ιδρύθηκε το πρώτο εσπερινό σχολείο από τον «Σύλλογο Εμποροϋπαλλήλων Αθήνας».

- Το 1936 ιδρύθηκε στην Αθήνα το πρώτο Εσπερινό Γυμνάσιο από το «Φοιτητικό Εκπαιδευτικό Σύλλογο».

- Το 1937 ιδρύθηκε Εσπερινό Γυμνάσιο στον Πειραιά από τη «Φιλική Εταιρεία Νέων».

Στα σχολεία αυτά οι μαθητές φοιτούσαν δωρεάν και οι καθηγητές δίδασκαν δωρεάν, με αποζημίωση μικρού ποσού για οδοιπορικά έξοδα. Όμως από το 1940, θεσπίστηκε μικρό ποσό διδάκτρων.  

Από το 1947 έως το 1949, λειτούργησαν αρκετά ιδιωτικά Εσπερινά Γυμνάσια καθώς και μικρός αριθμός Δημοσίων Εσπερινών Σχολείων,   επειδή θεωρήθηκε αναγκαία η ίδρυσή τους.

Στην εποχή μας, η απρόσκοπτη πρόσβαση στο εκπαιδευτικό σύστημα, θεωρείται περισσότερο από ποτέ άλλοτε, αναφαίρετο κοινωνικό δικαίωμα και η κατάργηση του εκπαιδευτικού αποκλεισμού σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, θα έπρεπε να αποτελεί αρχή κάθε εκπαιδευτικής πολιτικής.

Σε μια εποχή όμως που η απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων θεωρείται αποκλειστική προστασία από τη διολίσθηση στον κοινωνικό αποκλεισμό, την περιθωριοποίηση και την ανέχεια και το ελάχιστο ποσοστό μαθητικής διαρροής, θα δικαιολογούσε το ενδιαφέρον και τη μέριμνα της πολιτείας, η οποία καλείται να λάβει υπόψη τις μαθησιακές ιδιαιτερότητες και τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά όλων των μαθητών και να δημιουργήσει την απαραίτητη υποδομή για την εκπαίδευσή τους.

Όπως στις άλλες χώρες, έτσι και στη χώρα μας, οι εξοστρακισμένοι του εκπαιδευτικού μας συστήματος, είναι κυρίως παιδιά φτωχών οικογενειών, είναι παιδιά με πιεστικές οικογενειακές υποχρεώσεις.

Πίσω από την απόφαση του μαθητή να εγκαταλείψει το σχολείο, βρίσκονται ένας ή περισσότεροι από τους πρωτογενείς παράγοντες, όπως:

- χαμηλό κοινωνικοοικονομικό και εκπαιδευτικό επίπεδο της οικογένειας,

- αρνητική ή αδιάφορη στάση των γονέων απέναντι στην αξία των σχολικών σπουδών,

- εμπλοκή του μαθητή με την εργασία κατά τη διάρκεια της σχολικής φοίτησης,

- ύπαρξη ιδιαίτερων οικογενειακών προβλημάτων ή προβλημάτων υγείας του μαθητή και

- διαμονή του μαθητή σε υποβαθμισμένες περιοχές αστικών κέντρων ή σε αγροτικές περιοχές, από τις οποίες απέχει πολύ το πλησιέστερο σχολείο, Γυμνάσιο ή Λύκειο.

Επισημαίνεται ότι οι παραπάνω παράγοντες δεν αναφέρθηκαν κατά σειρά σημαντικότητας, γιατί όπως έχει διαπιστωθεί, η εγκατάλειψη του σχολείου, είναι αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης  διαφόρων παραγόντων, γεγονός που δυσχεραίνει τον προσδιορισμό ενός ή περισσότερων ως πιο σημαντικών.

Μπορεί απλώς να υποστηριχθεί, ότι η ύπαρξη ενός ή περισσότερων από τους παραπάνω πρωτογενείς παράγοντες, συνδέεται με την εμφάνιση των εξής δευτερογενών παραγόντων:

- χαμηλή επίδοση στα μαθήματα,

- σχολική καθυστέρηση και

- αρνητική στάση απέναντι στο σχολείο.  

Έχει διαπιστωθεί ότι αυτή η δεύτερη κατηγορία παραγόντων, είναι εκείνη που σχετίζεται άμεσα με την απόφαση να εγκαταλείψουν το σχολείο.

Η χαμηλή σχολική επίδοση, καθώς η απαρέσκεια του σχολείου, ξεκινά από το Δημοτικό Σχολείο. Έτσι είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι η απόφαση του μαθητή να διακόψει το σχολείο δεν είναι απόφαση της στιγμής, αλλά μια μακριά διαδικασία.

Φαινόμενα, όπως οι εκπαιδευτικές ανισότητες και η πρόωρη σχολική εγκατάλειψη, αποτελούν μερικά από τα πιο εμφανή αρνητικά σημάδια της οικονομικής κρίσης, γεγονός που στη χώρα μας, επαληθεύεται καθημερινά.

Ήδη σε ολόκληρη την Ευρώπη, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για την αύξηση του φαινομένου της πρόωρης σχολικής εγκατάλειψης.

Χώρες όπως η Ισπανία (26,5%), η Πορτογαλία (23,5%), και η Μάλτα (33,5%), παρουσιάζουν υψηλά ποσοστά σχολικής διαρροής, ενώ χώρες όπως η Ιταλία  (18,2%), το Ηνωμένο Βασίλειο (15%) και η Ρουμανία (17,5%), κινούνται σταθερά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Αντίθετα χώρες όπως η Αυστρία, η Δανία, η Φιλανδία, η Σουηδία, η Ολλανδία, το Λουξεμβούργο, η Τσεχία και η Σλοβακία, παρουσιάζουν ποσοστά κάτω ακόμα από το επιθυμητό στόχο του 10% που η Ε.Ε έχει θέσει μέχρι το 2020.

Στην Ελλάδα, μπορούμε να αναφέρουμε ενδεικτικά ότι η διαρροή μαθητών στη διάρκεια της εννιάχρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης, με στοιχεία που αναφέρονται στο έτος 1991 ανάμεσα στον πληθυσμό ηλικίας 14 χρόνων και πάνω, ανερχόταν  σε ποσοστό 55,5%.

Επίσης, σύμφωνα με μεταγενέστερη έρευνα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, επειδή  η μαθητική διαρροή στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση εκτιμάται αμελητέα, η αποτύπωση του φαινομένου περιορίζεται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Με βάση τα στοιχεία της έρευνας αυτής, η μαθητική διαρροή στο σύνολό της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για τους μαθητές που γράφτηκαν στην Α΄ Γυμνασίου το 2000 – 01, εκτιμήθηκε περίπου στο 14%.

Αν ρίξουμε μια ματιά στα ελληνικά στοιχεία με βάση την ετήσια έκθεση του ΚΑΝΕΠ/ΓΕΣΕΕ για την εκπαίδευση στην περίοδο 2002 – 2007, θα διαπιστώσουμε ότι από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση διέκοψαν τη φοίτησή τους περίπου 24.588 μαθητές, ενώ από τα Γυμνάσια 82.719 μαθητές.

Ταυτόχρονα στη βαθμίδα της τεχνικής και επαγγελματικής  εκπαίδευσης, εμφανίζεται ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα, αφού η διαρροή την ίδια περίοδο έφτασε στους 101.744 μαθητές, όση δηλαδή η διαρροή σε ολόκληρη την υποχρεωτική εκπαίδευση, αποδεικνύοντας την ολοκληρωτική απαξίωση ενός τύπου εκπαίδευσης, ο οποίος  θα μπορούσε να συμβάλλει στην αποσυμφόρηση των σπουδών γενικής παιδείας, προσπαθώντας παράλληλα την ενίσχυση της τεχνικής και επαγγελματικής ανάπτυξης του εργατικού δυναμικού της χώρας.

Τέλος, σύμφωνα με τα επίσημα ευρωπαϊκά στοιχεία για το 2011, η σχολική διαρροή στην Ελλάδα προσδιορίζεται στο 13,1%, με στόχο έως το 2020 να πέσει κάτω του 10%.

Όμως ακόμα και αν φαινομενικά η χώρα δείχνει να συγκρατεί τη μαθητική διαρροή γύρω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όλες οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι τα ποσοστά πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου, θα αυξηθούν δραματικά λόγω της παρατεταμένης κρίσης, καθώς και της αδυναμίας πολλών οικογενειών να υποστηρίζουν τη διαδρομή των μελών τους εντός των βαθμίδων του εκπαιδευτικού συστήματος.

Ανεξαρτήτως εκπαιδευτικής βαθμίδας, χρονικού σημείου και  αιτιών, η διαρροή έχει αρνητικές συνέπειες τόσο για το ίδιο το άτομο, όσο και έμμεσα για την κοινωνία.

Οι νέοι που για οποιοδήποτε λόγο εγκαταλείπουν πρόωρα το εκπαιδευτικό σύστημα, είναι γεγονός ότι δεν διαθέτουν τα απαραίτητα εφόδια για να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της ζωής.

Κινδυνεύουν να μη βρουν δουλειά, αλλά και αν βρουν, να μην κερδίζουν τόσα, όσα οι συνομήλικοί τους που ολοκληρώνουν την εκπαίδευσή τους.

Μια πρόταση για την πρόσληψη της μαθητικής διαρροής, θα μπορούσε να αναφερθεί η χωροθετική επέκταση του δικτύου της Εσπερινής Εκπαίδευσης και των Σχολείων Δεύτερης Ευκαιρίας, σε συνδυασμό με τη βελτίωση τόσο της παρεχόμενης εκπαίδευσης, όσο και των συνθηκών λειτουργίας.

Ο ρόλος που αντικειμενικά παίζει το Εσπερινό Σχολείο, είναι η αναίρεση των πιο ακραίων αρνητικών συνεπειών, οι οποίες προκαλούνται από ποικίλους προσωπικούς, οικογενειακούς, κοινωνικούς ή οικονομικούς λόγους. 

Όλα αυτά τα άτομα που δεν έχουν ολοκληρώσει τις σπουδές τους στη Μέση Εκπαίδευση, βρίσκονται σήμερα σε ηλικία μεγαλύτερη απ’ αυτή κατά την οποία η φοίτηση στο σχολείο είναι κανονική και εάν θελήσουν να επιστρέψουν στο σχολείο, είναι φανερό ότι θα το κάνουν εγγραφόμενοι σε Εσπερινό Σχολείο, τουλάχιστον στην πολύ μεγάλη τους πλειοψηφία.

Η λειτουργία του Εσπερινού Σχολείου είναι διπλή. Δηλαδή είναι:

Επανορθωτική.

Στην περίπτωση αυτή δημιουργεί τη δυνατότητα μιας ακόμα ευκαιρίας για να ολοκληρώσουν τη βασική τους μόρφωση σε όσους πέρασαν την ηλικία της υποχρεωτικής φοίτησης και εγκατέλειψαν το σχολείο δίχως να έχουν αποφοιτήσει από τη βασική εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση.

Με τον τρόπο αυτό το Εσπερινό Σχολείο «επανορθώνει», καλύπτοντας εκ των υστέρων ένα κενό του εκπαιδευτικού μας συστήματος.

Συμπληρωματική.

Στην περίπτωση αυτή, παρέχει μια εναλλακτική ευκαιρία σε όλους αυτούς που θέλουν να συνεχίσουν και να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους στη δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Υπό  μια έννοια, η συμπληρωματική λειτουργεία αποτελεί την κατ’ εξοχήν λειτουργία του Εσπερινού Λυκείου, η οποία μάλιστα εντάσσει το θεσμό αυτό στο σύστημα της συνεχιζόμενης εκπαίδευσης.

Είναι σαφές ότι κάθε εκπαιδευτικός σχεδιασμός, θα πρέπει να δει σοβαρά το ζήτημα της μαθητικής διαρροής στην κοινωνική του διάσταση και όχι μονομερώς στην αριθμητική των δεικτών και μόνο.

Καμιά εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και κανένα σχέδιο κοινωνικής ευημερίας δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, αν η μαθητική διαρροή δεν χτυπηθεί στη ρίζα της.

Καμιά κοινωνία δεν μπορεί να θεμελιώσει την ανάπτυξη και τη συνοχή της, όταν υπάρχουν παιδιά και έφηβοι έξω από τις τάξεις, μακριά από τους δασκάλους και τους συνομήλικούς τους.

Η τοπική κοινωνία, οι θεσμοί κοινωνικής προστασίας και η εκπαιδευτική κοινότητα, επιβάλλεται να αναδιατάξουν τις δυνάμεις τους και να συνεργαστούν στενά, ώστε εκτός από εθνική εκπαιδευτική στρατηγική, να αναπτυχθεί ένα δίκτυο κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης απέναντι στις ευπαθείς ομάδες και τις ομάδες υψηλού κινδύνου στον εκπαιδευτικό και κοινωνικό αποκλεισμό.

Σε διαφορετική περίπτωση, η μαθητική διαρροή θα δημιουργεί ευάλωτες κατηγορίες απαίδευτων, οι οποίες στην πλειονότητά τους θα τροφοδοτούν διαρκώς την εκμετάλλευση της παιδικής και εφηβικής εργασίας, τη νεανική παραβατικότητα, την περιθωριοποίηση και τον κοινωνικό αποκλεισμό.

-Ο κ. Αθανάσιος Μπουρούνης είναι Επίτιμος Δ/ντής Σχολικής Μονάδας Δ.Ε.