Δευτέρα
10 Δεκεμβρίου 2018
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 3004RSS FEED
Η αχρειότητα της ιδεολογίας
Γράφει ο
Θανάσης Παπανδρόπουλος

Το περίφημο σύνθημα του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα ότι η Ελλάδα κυβερνάται πρώτη φορά από την αριστερά είναι μία ψευδέστατη ιδεολογική φούσκα. Διότι, πολύ απλά, ο Σύριζα δεν είναι μόνος του στην εξουσία, δεν εκπροσωπεί το σύνολο της αριστεράς στην χώρα και ο κυβερνητικός του εταίρος δεν διεκδικεί κανένα αριστερό πρόσημο.

Αντιθέτως, το σύνθημα «πρώτη φορά αριστερά» δικαιώνει τον Αλεξάντερ Σολτζενίτσιν, ο οποίος, στο περίφημο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ είχε γράψει ότι η ιδεολογία είναι πηγή αχρειοτήτων. Και τούτο διότι παρέχει δικαιολογία στον φορέα της για κάθε πράξη στον κοινό βίο που είναι κατακριτέα και ατιμωτική αλλά δεν υπόκειται σε κοινωνικούς ελέγχους. Όλως παραδόξως οι τελευταίοι ατονούν στην περίπτωση που υπηρετούν κάποια ιδεολογία.

Τα ιστορικά παραδείγματα είναι πολλά και εύγλωττα. Κατακριτέες και ατιμωτικές πράξεις, όπως είναι η κολακεία, η απάτη, ο εκμαυλισμός των συνειδήσεων, η συκοφαντία και πάνω απ’ όλα το ψέμα, επιστρατεύονται από την ιδεολογία και νομιμοποιείται, υποτίθεται, η χρήση τους –ή, τουλάχιστον, ατονούν οι έλεγχοι όταν διαπράττονται στο όνομά της.

Το ερώτημα που τίθεται είναι αν εκεί οδηγείται άφευκτα κάθε ιδεολόγος. Και η απάντηση είναι ότι εκεί οδηγεί η ιδεολογία και γι’ αυτό ο δρόμος της είναι εξαιρετικά επικίνδυνος και μόνον το ατομικό ήθος του ιδεολόγου μπορεί να τον προφυλάξει από μια τέτοια εξέλιξη. Ο λόγος για τον οποίον ο δρόμος της ιδεολογίας οδηγεί εκεί οφείλεται συχνά, αν όχι πάντα, στο ότι η αντικειμενική αλήθεια δεν αποτελεί ρυθμιστική αρχή γι’ αυτήν –πράγμα που ισχύει, βέβαια, για το κριτικό πνεύμα. Εκεί βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στο κριτικό πνεύμα και το πνεύμα της ιδεολογίας.

«Η καθαυτό κριτική μίας ιδέας αποκαλύπτει την πλάνη της τελευταίας, τον βαθμό, το σημείο και την σημασία της αλλαγής της πλάνης αυτής, ακριβώς διότι έχει την αλήθεια ως ρυθμιστική αρχή: η κριτική γίνεται με γνώμονα την αλήθεια και μετά την απόκλιση από την αλήθεια. Αντίθετα, η ιδεολογική “κριτική” μίας ιδέας αποσκοπεί στην αναγωγή της τελευταίας σε κάποιο γενικότερο σύστημα ιδεών, αν αυτό διευκολύνει την απόρριψή του από μία ιδεολογική κοινότητα, όταν το σύστημα αυτό των ιδεών θεωρείται ξεπερασμένο ή καταδικασμένο», υποστηρίζει ο καθηγητής πολιτικής επιστήμης Δημήτρης Δημητράκος.

Θέτει έτσι το θέμα της διαφοράς ανάμεσα στην κριτική και την ιδεολογική σκέψη, που είναι στην ουσία και η απόσταση μεταξύ της φιλελεύθερης και της ολοκληρωτικής πολιτικής αντίληψης. Το ανώτατο στάδιο της φιλελεύθερης κριτικής σκέψης οφείλεται στο ότι έχει την αλήθεια ως ρυθμιστική αρχή, ενώ η ιδεολογική σκέψη στηρίζεται στα «πιστεύω» που περικλείει. Στο πλαίσιο αυτό, ο ιδεολόγος, ως κάτοχος της αλήθειας, δεν διανοείται καν να υποβληθεί στην βάσανο της αναζήτησης, σε αντίθεση με τον φιλελεύθερο, που συνεχώς αμφιβάλλει γιατί αναζητεί και πειραματίζεται.

Ως ιδεολόγος, έτσι, ο Αλ. Τσίπρας μάς είπε ψευδώς ότι «στην Ελλάδα για πρώτη φορά η αριστερά έγινε κυβέρνηση». Ψευδέστατα επίσης μίλησε για έξοδο από τα μνημόνια, όταν πρόκειται για το τέλος – υπό αυστηρούς όρους– του δικού του τρίτου μνημονίου. Το οποίο δεν θα είχε υπάρξει αν ο σημερινός πρωθυπουργός δεν είχε προκαλέσει πρόωρες εκλογές το 2015.

Ο πρωθυπουργός κάνει επίσης λόγο για την ανάπτυξη που έρχεται, όταν η Ελλάδα είναι τελευταία σε επενδύσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση και παράλληλα αρνείται να τιμήσει την υπογραφή της ως προς την πραγματοποίηση παραγωγικών μεταρρυθμίσεων. Κομπάζει και για την δήθεν μείωση της ανεργίας, όταν 460.000 νέοι κυρίως έχουν φύγει στο εξωτερικό και άρα δεν προσμετρώνται στον εδώ αριθμό των ανέργων. Ο Αλ. Τσίπρας αναφέρεται επίσης στις καινοτομίες και τις ψηφιακές τεχνολογίες. Όταν την ίδια ώρα η εκπαιδευτική του πολιτική οδηγεί στον θρίαμβο της αμάθειας. Υπονομεύεται έτσι ο σημερινός και αυριανός δυναμισμός της χώρας, η οποία έχει όσο ποτέ άλλοτε ανάγκη από εξωστρέφεια και ανταγωνιστικότητα.

Όλες τις παραπάνω πτυχές της ανόδου του στην εξουσία και της διακυβέρνησής του, ο Αλέξης Τσίπρας προσπαθεί –και έως έναν βαθμό το καταφέρνει– να τις αποκρύψει μέσω της ιδεολογίας, αφ’ ενός, και της διχαστικής ρητορικής, αφ’ ετέρου.

Με την τακτική του αυτή δείχνει, για όσους θέλουν να τον καταλάβουν, και τον πραγματικό ιδεολογικό του κόσμο, ο οποίος βρίσκεται πολύ μακρυά από τις αρχές και τις διαδικασίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Αυτής που ισχύει σε όλες τις χώρες του αναπτυγμένου κόσμου και την οποία οι εχθροί της προσπαθούν σήμερα να υπονομεύσουν από μέσα.