Τρίτη
25 Ιουλίου 2017
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 2500RSS FEED
Απόψεις για την πάσχουσα εκπαίδευσή μας και προτάσεις για μια σωστή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση
04/03/2013
Γράφει ο Δημήτρης Στεργιούλης*


Πολλοί ειδήμονες και μη , εδώ και χρόνια τώρα, χαρακτήρισαν την εκπαίδευσή μας ως τον μεγάλο ασθενή. Είναι ένας χαρακτηρισμός αντικειμενικός και εύστοχος.

Και ενώ  η εκπαίδευσή μας «πάσχει»,  τα μέτρα που κατά καιρούς έχουν ληφθεί  αντί να βελτιώσουν την κατάστασή της, την επιδείνωσαν, γιατί δεν ήταν μέτρα ενδελεχούς μελέτης.

Κι  αν  μερικά από τα μέτρα διακρίνονταν για την ορθότητά τους και  κινούνταν προς τη σωστή κατεύθυνση απέτυχαν, γιατί δεν εφαρμόστηκαν σωστά.

Στην πατρίδα μας ο «εν τάχει σχεδιασμός» και η σε μήκος χρόνου στρεβλή  εφαρμογή  των σχεδιασμών, είναι σύνηθες  φαινόμενο , όπως σύνηθες είναι και το φαινόμενο ο εκάστοτε επί της παιδείας μας υπουργός να διακατέχεται από μεταρρυθμιστικό οίστρο. Να θέλει , δηλαδή, να συνδέσει το όνομά του με μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση , αν και γνωρίζει ότι παρόμοιες  ενέργειες και φιλόδοξες προσπάθειες προκατόχων του  κατέληξαν σε απορρυθμίσεις, γιατί μια σωστή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση απαιτεί μακροχρόνιο σχεδιασμό και χρόνο υπέρτερο εκείνου της μιας κυβερνητικής θητείας..

Και δυστυχώς αυτό το θλιβερό φαινόμενο δεν παρατηρείται οσάκις έχουμε εναλλαγή κομματικών σχηματισμών στην εξουσία, αλλά  ακόμη  και όταν γίνει  εναλλαγή προσώπων του ιδίου κόμματος, λόγω κυβερνητικού ανασχηματισμού.

Έτσι  το ράβε – ξήλωνε στην  εκπαίδευση κατάντησε ρουτίνα και κανέναν δεν συγκινεί σήμερα.

Ήμουν δάσκαλος για 37 ολόκληρα χρόνια  Κάθε χρόνο, τα τελευταία δέκα χρόνια της διδασκαλικής μου καριέρας, ερχόταν  στα σχολεία και καινούρια εγκύκλιος από το ΥΠΕΠΘ, που επανακαθόριζε τα κριτήρια επιλογής των σημαιοφόρων. Δηλαδή ένα απλούστατο θέμα που μπορούσε να επιλυθεί ευθύς εξ αρχής αποτέλεσε σημείο τριβών και αντεγκλήσεων  και επί μία δεκαετία ταλάνιζε την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου μας.

Επισημαίνω  το γεγονός για να καταδείξω το ατελέσφορο και αλυσιτελές των ενεργειών και αποφάσεων εκείνων που  διαχειρίζονται τις τύχες της παιδείας μας.

Κι αν αυτό συμβαίνει σε «θέματα_- παρωνυχίδες», εύκολα μπορεί να αντιληφθεί κανείς τη σύγχυση που  επικρατεί,  όταν πρόκειται να αντιμετωπίσουν  εκπαιδευτικά θέματα μεγάλης σπουδαιότητας και σημασίας.

Το άστοχο των ενεργειών και αποφάσεων των εκάστοτε πολιτικών ηγεσιών  του Υπουργείου Παιδείας, με δυσμενείς επιπτώσεις τις περισσότερες φορές στον τομέα της εκπαίδευσης, οδήγησε ανθρώπους των τεχνών και των γραμμάτων  να διερωτηθούν «μήπως θα ήταν καλύτερα για ορισμένα χρόνια να κλείσει το Υπουργείο Παιδείας , μήπως και ορθοποδούσε η εκπαίδευσή μας».

Έχομε κι άλλα  «κουσούρια» εμείς οι Έλληνες και ειδικά οι πολιτικοί μας. Νομοθετούν «ασαφώς» και  πολλές φορές, έστω και αν ψηφιστεί και δημοσιευτεί ένας νόμος, δεν τίθεται σε εφαρμογή, αν προηγούμενα δεν εκδοθούν τα απαιτούμενα Προεδρικά Διατάγματα που θα ενεργοποιήσουν τις διατάξεις του.

Σύνηθες και το φαινόμενο της έκδοσης ερμηνευτικών εγκυκλίων, επί άρθρων ενός Νόμου, αλλά και πολύ συχνές και οι  γνωματεύσεις  του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους σε πολλές των περιπτώσεων. Κατά τα άλλα  και σύμφωνα με το Σύνταγμά μας δεν επιτρέπεται άγνοια Νόμου. Και αυτό τη στιγμή που έγκριτοι νομικοί αγωνίζονται να ερμηνεύσουν πολλές των διατάξεών ενός Νόμου.

Εν πάση περιπτώσει οι Νόμοι και τα Διατάγματα που αφορούν στην εκπαίδευσή  μας θα πρέπει να  διακρίνονται για την ευκρίνεια, τη σαφήνεια και την πληρότητά τους , οπότε οι ερμηνευτικές εγκύκλιοι δεν χρειάζονται.

Για πολλά δεινά της εκπαίδευσής μας υπεύθυνη είναι η πολυνομία και η ασάφεια των νομικών διατάξεων, που για να τεθούν σε ισχύ πρέπει προηγούμενα να αποσαφηνιστούν και να διευκρινιστούν.

Ως μνημειώδης θα καταχωρηθεί  στα εκπαιδευτικά μας χρονικά ο Νόμος 1566/85, που αφορά στην οργάνωση και τη διοίκηση της εκπαίδευσής μας.

Αν  και πέρασαν σχεδόν 28 χρόνια, από την ψήφισή του, δεν έχουν δημοσιευτεί ακόμη όλα τα Προεδρικά  Διατάγματα για την υλοποίησή του, αλλά και όσα δημοσιεύτηκαν στην πορεία του χρόνου τροποποιήθηκαν και άλλα καταργήθηκαν. Αν  αναρωτηθεί κανείς  για τις ερμηνευτικές εγκυκλίους   που απεστάλησαν  για διευκρινίσεις επί των διατάξεών του,  «ουκ έστιν αριθμός».

Ο Νόμος 1566/85, που ευαγγελιζόταν τις μεγάλες τομές στην εκπαίδευσή μας ,  στην πραγματικότητα ήταν νόμος καταστροφικός για την εκπαίδευση, γιατί κατάργησε την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, εισήγαγε το μετακλητό για τα στελέχη της εκπαίδευσης και μετέτρεψε τα σχολεία από πνευματικά καθιδρύματα σε γραφειοκρατικούς οργανισμούς.

Όσοι αναλώσαμε εαυτούς στις αίθουσες διδασκαλίες  και υπηρετήσαμε επί σειρά ετών στις εσχατιές της πατρίδας μας, και μάλιστα σε καιρούς δύσκολους και χαλεπούς,  με πόνο ψυχής διαπιστώνουμε ότι το όλο οικοδόμημα της εκπαίδευσής μας σήμερα είναι διαβρωμένο από οροφής μέχρι θεμελίων.

Κι αυτό γιατί η ηγεσία του Υπουργείου μας ή δεν  έχει σαφή επίγνωση της κρατούσας κατάστασης  ή η  άποψη και αντίληψη  που έχει αποκρυσταλλώσει για την εκπαίδευσή μας είναι βασισμένη σε στρεβλή ή λάθος πληροφόρηση.

Σήμερα  οι όποιες αποφάσεις για θέματα παιδείας και εκπαίδευσης λαμβάνονται εκ του προχείρου και έχουν  πυροσβεστικό, κυρίως, χαρακτήρα και δεν  αντιμετωπίζουν λυσιτελώς τη γενεσιουργό αιτία των εκπαιδευτικών μας προβλημάτων που έχουν πληγές χαίνουσες και κακοφορμισμένες.

Είναι καιρός πλέον αποφάσεις που αφορούν στην εκπαίδευσή μας να μην λαμβάνονται εκ του προχείρου και «εική και ως έτυχε» και να προωθούνται για υλοποίηση,  χωρίς προηγούμενα  να έχουν μελετηθεί  και  αξιολογηθεί οι όποιες επιπτώσεις, αγαθές ή αρνητικές,  επί των εκπαιδευτικών μας πραγμάτων.

Στην πατρίδα μας δεν πάψαμε ποτέ να πρωτοτυπούμε. Ακόμα και στον εκπαιδευτικό τομέα. Μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες πρωτοτυπίες μας διακρίνεται για τη μοναδικότητά της .

Είμαστε η μοναδική χώρα στον κόσμο, που τα στελέχη της εκπαίδευσής είναι μετακλητά , όπως επισημάναμε,  και η θέση που κατέχουν δεν είναι απότοκος της βαθμολογικής τους ανέλιξης και εξέλιξης, αλλά προϊόν επιλογής, όπου η ανισότητα των ισοτήτων και η ισότητα των ανισοτήτων κυριαρχεί, μιας και αξιολόγηση δεν υπάρχει.

Για τις καλές τέχνες καθόλου ή ελάχιστα ενδιαφέρεται το σχολείο μας. Κι αν, αραιά και πού, εμφανίζονται δάσκαλοι  με ανοιχτούς πνευματικούς ορίζοντες  τότε και  οι καλές τέχνες παίρνουν τη θέση που τους πρέπει  στο σχολικό πρόγραμμα. Αυτές, βέβαια, είναι «φωτεινές εξαιρέσεις» που επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Παραγκωνισμένες λοιπόν οι καλές τέχνες  στα σχολεία μας κι ας  πανθομολογείται  ότι η τέχνη είναι μόνιμη κατάφαση ζωής, κάτι που δεν συμβαίνει με την επιστήμη. Στον Παρθενώνα υποκλίνονται και θα υποκλίνονται οι αιώνες, ενώ τον Ευκλείδη «τον τίναξε στον αέρα ο Αϊνστάιν».

Αν κανείς ισχυριστεί ότι αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, γιατί έχουμε καθηγητές καλών τεχνών που διδάσκουν στις σχολικές μας μονάδες αντιτείνουμε το γεγονός ότι οι άνθρωποι αυτοί με τι κουράγιο να διδάξουν, όταν  κάθε ημέρα σχεδόν είναι υποχρεωμένοι να παράσχουν τις υπηρεσίες τους σε τρία σχολεία. Αυτό ισχύει για τα δημοτικά μας σχολεία, χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο να παρατηρείται και σε σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Υπάρχει, βέβαια, και μια μικρή μερίδα  του λαού μας που είναι συγκαταβατική στα δρώμενα  στο χώρο της εκπαίδευσης και για να δικαιολογήσει τη συγκαταβατικότητά της επικαλείται  λόγους οικονομικούς.

Ο αντίλογος, εν προκειμένω, έχει θέση και προβάλλει σοβαρές ενστάσεις στη θέση εκείνων που επικαλούνται την έλλειψη χρημάτων, για να δικαιολογήσουν την αβελτηρία του κράτους μας στην αντιμετώπιση προβλημάτων παιδείας και εκπαίδευσης.

Πριν καταρρεύσει η οικονομία μας,  και επί σειρά ετών, στο υπουργείο παιδείας, μέσω των ευρωπαϊκών οικονομικών πακέτων,  συνέρρευσε πακτωλός χρημάτων.

Αν τα χρήματα αυτά αξιοποιούνταν ορθολογικά,  συνετά και με φειδώ και δεν διασκορπίζονταν απρογραμμάτιστα ή με λάθος προγραμματισμό για αντιμετώπιση πρόσκαιρων  εκπαιδευτικών  προβλημάτων, διαφορετική θα ήταν κατάσταση της εκπαίδευσής μας σήμερα.

Δαπανήθηκαν εκατομμύρια ευρώ, χωρίς φειδώ και περίσκεψη,  για ανέγερση διδακτηρίων ή προσθήκες αιθουσών διδασκαλίας σε υφιστάμενα διδακτήρια  και σε περιοχές που τα σχολεία έκλεισαν και σε πολλές των περιπτώσεων το κλείσιμο  έλαβε χώρα πριν ολοκληρωθούν οι εργασίες ανέγερσης των διδακτηρίων. Τι να πει και κανείς για τα γεύματα που επακολουθούσαν τη διεξαγωγή σεμιναρίων.

Αν οι ιθύνοντες ήταν συνετοί και νουνεχείς, σήμερα η εκπαίδευσή μας θα είχε άλλη ρότα και διαφορετικούς ρυθμούς λειτουργίας. Δυστυχώς πέρασε ανεκμετάλλευτη και ανεπιστρεπτί η περίοδος των «παχέων αγελάδων» για την εκπαίδευσή μας.

Δεν μπορούμε όμως να αποκρύψουμε και το γεγονός ότι  έγιναν και σωστές παρεμβάσεις  στην εκπαίδευση,   ιδίως στον τομέα των εξοπλιστικών μέσων. Αλλά δυστυχώς οι παρεμβάσεις αυτές χάθηκαν μέσα στον κυκεώνα των εκπαιδευτικών προβλημάτων, που επιτακτικά επιζητούσαν και επιζητούν  την επίλυσή τους.
Και τώρα εύλογα μπορεί  να αντείπει κάθε καλοπροαίρετος άνθρωπος:

Το να διαπιστώνει κάποιος τα κακώς κείμενα της εκπαίδευσής μας  είναι εύκολη υπόθεση. Τουναντίον η  δυσκολία  έγκειται στο διατακτικό μέρος του όλου προβληματισμού. Στο δέον γενέσθαι και πώς αυτό υλοποιείται.

Είναι αλήθεια ότι μακρηγορήσαμε εκθέτοντας,  ενδεικτικά και μόνον,  μερικά από τα προβλήματα της εκπαίδευσής μας, χωρίς μέχρι στιγμής να αναφερθούμε  στο δια ταύτα της υπόθεσης.

Όταν κάνουμε λόγο για εκπαίδευση (δεν πρέπει να τη συγχέουμε με την παιδεία, γιατί η παιδεία είναι ευρύτερη έννοια της εκπαίδευσης)  δεν εννοούμε τίποτε άλλο παρά  την ενσυνείδητη και συστηματική ενέργεια και προσπάθεια  της πολιτείας να διαμορφώσει τους πολίτες που η ίδια οραματίζεται.

Επομένως τα εκπαιδευτικά προβλήματα και οι επιπτώσεις, που αυτά επισύρουν, διαπερνούν τα παιδιά ολόκληρου του ελληνικού λαού ανεξάρτητα του πολιτικού πιστεύω των γονιών τους ή και των ίδιων, όταν πρόκειται για μαθητές Λυκείου.

Εκ του γεγονότος αυτού διαφαίνεται ότι η παιδεία και κατ’ ακολουθία και η εκπαίδευση  είναι υπόθεση εθνική. Κατά συνέπεια και η επίλυση των προβλημάτων της, είναι υπόθεση  της πολιτικής μας ηγεσίας στο σύνολό της.

Αν  η πολιτική  μας ηγεσία  δεν πιστέψει ότι όντως  η παιδεία είναι εθνική υπόθεση τα  προβλήματα της εκπαίδευσης θα βαλτώσουν. Οι αυτοσχεδιασμοί των ιθυνόντων θα επιτείνουν αντί να επιλύουν τα προβλήματα της εκπαίδευσης, που θα εξακολουθήσει να κολυμπάει στο τέναγος της μιζέριας και της κακομοιριάς  με ό, τι αυτό συνεπάγεται για τη συνέχεια της παρουσίας  του λαού μας σ’ αυτόν το βράχο της μεσογειακής λεκάνης , που η μοίρα μας έταξε για πατρίδα.

Επομένως η ομοφωνία της πολιτικής μας ηγεσίας, και η έμπρακτη παραδοχή της ότι η  παιδεία μας είναι εθνική υπόθεση,  είναι  προαπαιτούμενο για μια σωστή  εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Αν δεν γίνει αυτό και το κάθε κόμμα που έρχεται στην εξουσία διακηρύσσει ότι πρέπει να εφαρμόσει το πρόγραμμά του στο χώρο της εκπαίδευσης, τότε δεν πρόκειται πότε η εκπαίδευσή μας  να πραγματώσει την αποστολή της, αλλά θα πορεύεται καρκινοβατούσα.

Σε περίπτωση λοιπόν που εξασφαλιστεί το ομόφωνο, ομόθυμο και ομόπραγο της πολιτικής ηγεσίας σε θέματα παιδείας και εκπαίδευσης,  πρέπει από κοινού να επιλέξουν το πρόσωπο στο οποίο  που θα αναθέσουν την ηγεσία του Υπουργείου της Εθνικής μας Παιδείας.

Το πρόσωπο αυτό πρέπει να είναι διακεκριμένος άνθρωπος των τεχνών και των γραμμάτων, και όχι κανένας δικηγόρος, γιατρός ή μηχανικός, να διακρίνεται για το άμεμπτο ήθος του, τον χαλκέντερο χαρακτήρα του, την ολοκληρωμένη και εγνωσμένου κύρους προσωπικότητά του,  να είναι  πατριώτης  και χριστιανός  ορθόδοξος το θρήσκευμα, να είναι πρόσωπο κοινωνικό, με την υγειά σημασία της λέξης, να έχει εργαστεί στη ζωή και να «βίωσε στο πετσί του» τι σημαίνει ανέχεια και φτώχεια, να σέβεται τα ήθη και τα έθιμά μας καθώς  και τις παραδόσεις της πίστης  μας και του λαού μας, να μην υπερήλικας, να διαθέτει την έξωθεν καλή μαρτυρία και γενικά να είναι πρόσωπο καταξιωμένο στη συνείδηση του λαού μας.

Η θητεία του  υπουργού παιδείας  πρέπει να  είναι τουλάχιστον δεκαετής  και θα του ανατεθεί εν λευκώ η επιλογή των συνεργατών του. Η δε πολιτική ηγεσία θα δεσμευτεί να του παράσχει κάθε οικονομική συνδρομή, η οποία σε καμία των  περιπτώσεων δεν μπορεί να είναι μικρότερη του 10% του  κρατικού μας προϋπολογισμού κατ’ έτος.

Με ευθύνη του υπουργού  θα  αρχίσει ένας ευρύς διάλογος  προκειμένου να καθορισθεί και να διατυπωθεί με σαφήνεια και πληρότητα η φιλοσοφία της παιδείας μας καθώς και το έρμα πλεύσης της εκπαίδευσής μας, το οποίο δεν θα αναζητήσουμε  στα ξεσκλίδια και στα άχυρα ξενικής σοδειάς, αλλά στα αρχεία της ιστορίας μας και στα κοιτάσματα των παραδόσεων της πίστης μας και του λαού μας.

Επίσης θα πρέπει να αποσαφηνισθεί τι απαιτούμε από τα σχολεία μας. Ίσως κάποιος αντείπει  ότι αυτό είναι αυτονόητο. Δηλαδή θέλουμε από τα σχολεία μας να μάθουν τα παιδιά μας γράμματα  και να τα κάνουν καλούς ανθρώπους.

Με την παραπάνω θέση δεν μπορεί να διαφωνήσει  κανείς. Όμως είναι θέση  γενικόλογη και υποκρύπτει και το στοιχείο της υποκειμενικότητας.

Σίγουρα θα υπάρξουν και άνθρωποι που θα ισχυριστούν: γιατί να μάθει το παιδί γράμματα; Με ποια λειτουργικότητα χρησιμοποιείται  η έκφραση «καλός άνθρωπος»: Κατά συνέπεια γενικότητες και αοριστολογίες στην  εκπαιδευτική μεταρρύθμιση δεν έχουν θέση.

Επί των ανωτέρω πρέπει να διατυπώσουμε  και τη δική μας άποψη.

Εν πρώτοις πρέπει να ομολογήσουμε  ότι ο δάσκαλος ασκεί τριπλό έργο. Διδακτικό, παιδαγωγικό, κοινωνικό και κατά δεύτερο να εξοικειωθούμε  με την ωμή πραγματικότητα,  ότι δηλαδή οι σημερινοί τρόφιμοι των σχολείων μας θα ζήσουν και θα δραστηριοποιηθούν επαγγελματικά  σε μια άγνωστη κοινωνία.

Ο  προηγούμενος  αιώνας, ο εικοστός,  που δικαίως χαρακτηρίσθηκε ως αιώνας της ταχύτητας, εκμηδένισε τις αποστάσεις. Ο πλανήτης μας ζάρωσε στη κυριολεξία και η επικοινωνία των ανθρώπων διαφορετικών εθνικοτήτων κατέστη εύκολη υπόθεση. Η διακίνηση των ιδεών γίνεται τάχιστα και οι γεωπολιτικές μεταβολές στις χώρες του πρώην ανατολικού συνασπισμού, αλλά και αυτές που ήδη συντελούνται στον  αραβικό κόσμο ανάγκασαν και θα αναγκάσουν χιλιάδες ανθρώπων από τους λαούς των χωρών αυτών να αναζητήσουν καινούργια πατρίδα. Ο τόπος μας βιώνει σήμερα τις συνέπειες αυτής της μετακίνησης των ανθρώπων και ήδη πολλά σχολεία μας, ιδίως του λεκανοπεδίου της Αττικής , είναι  πολυφυλετικά.

Ποια λοιπόν θα είναι η δομή,  η διαστρωμάτωση και η λειτουργία της κοινωνίας μας ύστερα από μία εικοσαετία είναι κάτι το άγνωστο και δύσκολα μπορεί να το εικάσει κανείς.

Αυτό  δεν μπορεί να το παραβλέψει το σχολείο μας. Συνεπώς κύριο μέλημά του είναι να προετοιμάσει τους μαθητές του, ώστε να προσαρμοσθούν σε μια κοινωνία Χ με τις λιγότερες το δυνατόν απώλειες.

Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι η σύγχυση που επικρατεί σήμερα στα προγράμματα σπουδών, που εφαρμόζονται στα σχολεία μας, οφείλονται στην αναντιστοιχία τους με τη φιλοσοφία της εκπαίδευσής μας, καθώς αυτή δεν λαμβάνεται υπόψη κατά τη σύνταξή τους και πολλές φορές έρχονται σε ευθεία αντίθεση με το λαϊκό αίσθημα.

Επίσης το σχολείο μας οφείλει να περάσει στην παιδική ψυχή το εξής σαφέστατο μήνυμα. Ότι η όποια πρόοδό τους, η πετυχημένη επαγγελματική τους πορεία, η κοινωνική τους ανέλιξη ή η κατάληψη υψηλών δημόσιων αξιωμάτων σε καμία των περιπτώσεων δεν πρέπει να γίνουν σκεπάρνι που να πελεκά προς το μέρος τους, δηλαδή για τον εαυτό τους, όπως προσφυώς έλεγε ο Γέρος του Μοριά, αλλά να τεθούν στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου, στην υπηρεσία της πατρίδας.

Πρέπει το σχολείο να κάνει τους μαθητές του να πιστέψουν με όλη τη δύναμη της ψυχής τους ότι πρώτα ανήκουν στην πατρίδα μας, ύστερα στις οικογένειές τους και τελευταία στον ίδιο τους τον εαυτό, Πρέπει να πιστέψουν και  να εγκολπωθούν τη μεγάλη αλήθεια ότι όσα υλικά αγαθά και αν αποκτήσει ο άνθρωπος, όσες ανέσεις και αν εξασφαλίσει «εις εαυτόν», ευτυχισμένος δεν θα γίνει ποτέ, αν ο κοινωνικός του περίγυρος είναι δυστυχισμένος.

Θα μας  επιτραπεί στο σημείο αυτό ο παρενθετικός λόγος για α τονίσουμε ότι ο σύρων αυτές τις γραμμές πιστεύει ακράδαντα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παιδείας και της εκπαίδευσής μας, γιατί οι μαθητές  των σχολείων μας, όταν ενηλικιωθούν θα ζήσουν μέσα στην κοινωνία και όχι κατά μόνας. Άλλωστε ο άνθρωπος μέσα στην κοινωνία δραστηριοποιείται επαγγελματικά, στην κοινωνία καταξιώνεται ή απαξιώνεται και στην κοινωνία  εκπληρώνει την αποστολή του.

Κλείνοντας τον παρενθετικό λόγο τονίζουμε και μάλιστα εμφατικά ότι οι εκπαιδευτικοί μας πρέπει να «το χωνέψουν» καλά  ότι σε καμία των περιπτώσεων το σχολείο δεν πρέπει να συμβάλλει στον αναχωρητισμό των μαθητών, αλλά η παραμονή τους στο σχολείο πρέπει να καταστεί ευχάριστη και να τους αναπτύσσει, ει δυνατόν σε ύψιστο βαθμό, το συναίσθημα της αυτοπεποίθησης  και της ασφάλειας.

Ας εξετάσουμε όμως αν οι σημερινοί μαθητές διάκεινται ευμενώς προς το σχολείο τους και αν η φοίτησή τους σ’ αυτό τους ευχαριστεί.

Θέλω να πιστεύω ότι η συντριπτική πλειονοψηφία των μαθητών νιώθουν να ασφυκτιούν στο σχολείο. Το εκλαμβάνουν, τις περισσότερες φορές όχι αναιτιολόγητα, ως μηχανισμό καταπίεσης και εξουθένωσης. Κανείς όμως από τους υπεύθυνους δε προβληματίστηκε  με την χιλιοειπωμένη φράση των μαθητών: «Σήμερα γλιτώσαμε από το μάθημα της Ιστορίας ή  των Μαθηματικών κτλ.,  γιατί λείπει ο καθηγητής…………»

Προσοχή στα ρήματα της έκφρασης. Γλιτώνω  και λείπω. Το δεύτερο  προσδιορίζει τον αίτιο της  καταπίεσης, που η απουσία του  σηματοδοτεί τη μαθητική λύτρωση, «το γλιτωμό».

Πάντως κάτι το σαθρό και σάπιο υπάρχει στα θεμέλια των Σχολείων μας  και επιδρά αρνητικά στη συναισθηματική ισορροπία των μαθητών. Καθόλου απίθανο να χαρακτηρισθώ υπερβολικός στις διαπιστώσεις μου και στους χαρακτηρισμούς μου. Παρακαλώ όμως όποιον  έχει αντίθετη άποψη να επισκεφτεί ένα από τα Γυμνάσια ή Λύκειά μας την  τελευταία ημέρα  του διδακτικού έτους. Εκεί θα δει  θαύματα και πράγματα. Μαθητές να σχίζουν μετά μανίας τα βιβλία τους, εργαλεία καταπίεσης γαρ,  και να ζητωκραυγάζουν, λες και  «αποφυλακίστηκαν».

Το ανωτέρω φαινόμενο δεν είναι τωρινό. Έχει τις ρίζες του στο παρελθόν, γιατί και η δική μας η γενιά στο τέλος του διδακτικού έτους έσκιζε τα βιβλία και τα μελανοδοχεία εκσφενδόνιζε με δύναμη στις μάντρες των σχολικών προαυλίων. Και η δική μας η γενιά  ασφυκτιούσε  στο σχολείο.

Κι όμως εδώ και δεκαετίες αυτό το φαινόμενο δεν απασχόλησε κανένα σοβαρά. Όλοι οι ιθύνοντες το προσπερνούσαν χωρίς να ενδιατρίψουν σ’  αυτό   Πάντως σε κάθε περίπτωση η ενδελεχής μελέτη του θα οδηγούσε σε συναγωγή συμπερασμάτων λίαν επωφελών για την εκπαίδευσή μας.

Εν κατακλείδι θα μπορούσε να πει κανείς ότι  η διαιώνιση του φαινομένου είναι ένα από τα χαρακτηριστικά σημάδια που καταδεικνύει σε όλο του το μεγαλείο τον ψυχικό καταναγκασμό που ασκεί το σχολικό περιβάλλον και το πρόγραμμα σπουδών, γιατί όχι και οι δάσκαλοι, στους μαθητές τους. Πάντως μια σωστή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση ένα τέτοιο σχολείο θα το θέσει εκ ποδών.

Δεν αντιλέγω ότι από τα σχολεία μας αποφοιτούν σήμερα μαθητές με πνευματικά εφόδια υψηλού επιπέδου.  Διερωτώμαι όμως,  αν η διαδικασία πρόσκτησης των πνευματικών εφοδίων δύναται να αντισταθμίσει το ψυχικό μαθητικό άλγος, το οποίο και  θα συνοδεύει τους μαθητές στην υπόλοιπη ζωή τους με απρόβλεπτες και απροσδιόριστες συνέπειες  ακόμα και για την ψυχική υγεία  πολλών από αυτούς.

Συμπερασματικά δύναται να πει κανείς ότι: το σχολείο δεν πρέπει να  αποβλέπει αποκλειστικά και μόνο  στο πώς θα αποκτήσουν οι τρόφιμοί του πολλές γνώσεις. Αν αποκλειστικά και μόνο αυτή την αποστολή δώσουμε  στο σχολείο, αυτό δεν έχει πλέον λόγο ύπαρξης.

Το σημερινό σχολείο πρέπει να μάθει στα παιδιά πώς να μαθαίνουν και ταυτόχρονα να τα διαπαιδαγωγήσει σωστά. Να «σκάψει» με προσοχή τον ψυχικό κόσμο των μαθητών του, να διευθετήσει ψυχικές αντιθέσεις, να παρέμβει  διακριτικά όταν η παιδική ή η εφηβική ψυχή φουρτουνιάζει και να τη γαληνεύει.

Το σχολείο μας έχει καθήκον να παραδίδει στην κοινωνία έντιμους πολίτες και ψυχικά ισορροπημένους άνθρωπος, που να νοιάζονται και να φροντίζουν τον πάσχοντα συνάνθρωπό τους. Ένα τέτοιο σχολείο θα αποτελεί απάνεμο λιμάνι στο οποίο οι παιδικές ψυχές θα βρίσκουν καταφύγιο. Ένα τέτοιο σχολείο θα υψώσει λευκές σημαίες στις φυλακές της πατρίδας μας, σημάδι ότι  στ’ αυτές  δεν υπάρχουν κρατούμενοι.

Επίσης δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι είμαστε ένας μικρός λαός που συγκροτεί δύο κρατικές οντότητες, την Ελλάδα και την Κύπρο. Και η μεν Κύπρος είναι ημικατεχόμενη και το σχολείο οφείλει να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη της εισβολής του Αττίλα στο μυρωμένο νησί μας και να ετοιμάσει το λαό μας, αλλά και τη μαθητιώσα νεολαία για να πραγματώσουν το μεγάλο όραμα , το διώξιμο του Τούρκου δυνάστη από τη Μεγαλόνησο. Η Ελλάδα μας, η πατρίδα μας, γειτνιάζει με λαούς που επιβουλεύονται την εδαφική της ακεραιότητα.

Όσο και αν προσπαθήσει κανείς να αποκρύψει ποιοι προσδοκούν οφέλη  από τον εδαφικό μας ακρωτηριασμό δεν θα το πετύχει, γιατί σήμερα τα μέσα ενημέρωσης , έντυπα και ηλεκτρονικά, έχουν τη δυνατότητα να σκίζουν με μεγάλη ευκολία τα όποια παραπετάσματα συγκάλυψης των εχθρικών προς την πατρίδα μας βλέψεων.

Οι Τούρκοι απροκάλυπτα και απροσχημάτιστα δραστηριοποιούνται στο έπακρο για την τουρκοποίηση της Κύπρου μας,  την αυτονόμηση της Θράκης μας και διεκδικούν και το μισό Αιγαίο .

Οι Αλβανοί διακηρύττουν ότι τα  σύνορά τους  εκτείνονται  από Πρεβέζης μέχρι Κοσσόβου.

Οι Σκοπιανοί οραματίζονται κατάληψη της Μακεδονίας μας. Διακηρύσσουν ότι « η Μακεδονία του Αιγαίου στενάζει κάτω από τον ελληνικό ζυγό».

Πλαστογράφησαν την ιστορία μας με τρόπο προκλητικό και επαίσχυντο και σήμερα διεκδικούν για το κρατικό τους μόρφωμα το όνομα Μακεδονία. Ήδη με το όνομα αυτό είχε αναγνωριστεί από  από εκατό και πλέον κράτη. Κι όλα αυτά , γιατί  εμείς «εν καιρώ τω δέοντι» «καθεύδαμε τον ύπνο του δικαίου».

Η δική μας ραστώνη και αβελτερία άφησε ελεύθερο πεδίο δράσης στους Σκοπιανούς και πολύ φοβάμαι ότι στην προκείμενη περίπτωση θα πληρώσουμε τις συνέπειες της ασυνέπειάς μας.

Επίσης οι Βούλγαροι ουδέποτε έπαψαν να εποφθαλμιούν τη Θεσσαλονίκη μας και την κάθοδό τους στο Αιγαίο.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων σήμερα, είπερ ποτέ άλλοτε, είναι επάναγκες στους σκοπούς και στόχους της εκπαίδευσής μας να συμπεριληφθούν και τα ακόλουθα.

1.      Τα σχολεία μας πλαστουργούν την ταυτότητα του λαού μας και προς την κατεύθυνση αυτή το κράτος των Ελλήνων  θα θέσει στην υπηρεσία τους κάθε υλικό μέσο.
2.      Οι μαθητές μας πρέπει να αποκτήσουν αίσθηση συνέχειας και αίσθηση ιθαγένειας. Να ξέρουν από έρχονται και που πηγαίνουν.
3.      Να μάθουν να ακουμπάνε με σεβασμό και ανατριχίλα στα δάκρυα και τα κόκαλα των προγόνων τους.
4.      Να κάνουν πράξη τη βαριά προτροπή του Νίκου Καζαντζάκη. Το πρώτο χρέος σου είναι να νιώσεις βαθιά μέσα σου όλους τους προγόνους σου.

Αν τα παραπάνω δεν ενταχθούν στους σκοπούς και στόχους των σχολείων μας και δεν αποτελέσουν αμετακίνητη στοχοπροσήλωση της εκπαίδευσή μας τότε η λαίλαπα της παγκοσμιοποίησης μας απειλεί με αφανισμό. Ήδη οι «ιεραπόστολοί» της βρίσκονται στην πατρίδα μας και ανέλαβαν εργολαβικά με τα μεγάλα τους πινέλα να σβήσουν την ιστορία μας και γενικά κάθε τι ελληνικό.

Πρέπει να αντιληφθούμε ότι αν μείνουμε απαθείς, σ’ αυτή τη συγκυρία, κινδυνεύουμε να μείνουμε ανέστιοι από τις ανεμοθύελλες της παγκοσμιοποίησης .Γι’ αυτό επιβάλλεται τα σχολεία μας να ορθώσουν το δικό τους ταμπούρι και να αποτελέσουν το ανάχωμα στο οποίο θα συντριβούν όλες οι προσπάθειες αλλοτρίωσής μας.

Επομένως το  έρμα πλεύσης της εκπαίδευσής μας, όπως προανέφερα  θα αποτελούν τα αρχεία της ιστορίας μας  και οι παραδόσεις του λαού μας και της πίστης μας. Αποστολή του σχολείου μας η υλοποίηση των στόχων που ανωτέρω έχουν διατυπωθεί  με ενάργεια, σαφήνεια και πληρότητα,  δεν επιδέχονται παρερμηνειών και οι ερμηνευτικές εγκύκλιοι θα είναι αχρείαστες, γιατί  καμία σκοπιμότητα δεν θα εξυπηρετούν.

Και βέβαια θα υπάρξουν πολλοί που θα μας κατηγορήσουν ως ρατσιστές από τον  καθορισμό του  όλου  πλέγματος  των σκοπών και στόχων της εκπαίδευσής μας.

Σ’ αυτούς τους κατηγόρους μας  απαντάμε. «Είμαστε δάσκαλοι του τόπου μας και του καιρού μας», γι’ αυτό σκεφτόμαστε και λειτουργούμε κατ’ αυτόν τον τρόπο. Αυτή η πίστη μας ίσως να αντιβαίνει τους κανόνες της παγκοσμιοποίησης, αλλά με κανένα τρόπο δεν μπορεί να εκληφθεί ως κριτήριο  ρατσιστικής νοοτροπίας  και ρατσιστικής ενατένισης των πραγμάτων.

Ο λαός μας καθ’ όλη την ιστορική του διαδρομή ουδέποτε υπήρξε ρατσιστής. Και βέβαια αντιπαλεύουμε  την παγκοσμιοποίηση, γιατί δεν αποτελεί καινούρια φύτρα στη μήτρα της ιστορίας μας, αλλά είναι εφεύρημα κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της  Pax Americana, που θεωρεί «κάρφος τοις οφθαλμοίς της» τα έθνη-κράτη, γιατί  δεν τείνουν «ους ευήκοον» στα πέραν του Ατλαντικού κελεύσματα και οι λαοί τους δεν προσαρμόζονται εύκολα στη νέα τάξη πραγμάτων.
Και αν τα τελευταία  χρόνια  στην πατρίδα μας και σε μερίδα συμπατριωτών μας παρατηρούνται  φαινόμενα ασύμβατα με την νοοτροπία του λαού μας, αυτά δεν πρέπει να εκληφθούν ως ρατσισμός, αλλά ως ξέσπασμα σωρευμένης οργής και αγανάκτησης ανθρώπων, που τα σπίτια τους επανειλημμένα λεηλατήθηκαν και οι ίδιοι δεν αποτολμούν να κυκλοφορήσουν στη γειτονιά τους ελεύθερα και με ασφάλεια μετά τη δύση του ήλιου.

Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε ότι αιώνες πριν επινοηθεί «η παγκοσμιοποίηση» οι Έλληνες πρώτοι μίλησαν για οικουμενισμό. Ο οικουμενισμός, λοιπόν,  είναι ελληνικής κοπής νόμισμα και σε καμία των περιπτώσεων δεν ισοπεδώνει τους λαούς, όπως η παγκοσμιοποίηση  Τουναντίον σέβεται την  ιδιοπροσωπία, την ιστορία, τη θρησκεία, τις παραδόσεις , τα ήθη, τα έθιμα και γενικά την  πολιτιστική  παράδοση των λαών.

Όσον αφορά στην πίστη μας θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ένα πράγμα. Το γένος μας είναι Χριστιανικό  και στη συντριπτική του πλειονοψηφία Ορθόδοξο, Κατά συνέπεια δεν είναι δυνατόν να κάνουμε εκπτώσεις σε θέματα της πίστης μας, γιατί  στους μαθητές μας συγκαταλέγονται και παιδιά αλλοδαπών.

Τα παιδιά αυτά τα αγαπάμε, τα αντιμετωπίζουμε όπως τα παιδιά του λαού μας, δεν τα μεμφόμαστε επειδή πιστεύουν σε άλλη θρησκεία, έχουμε ανθρωπιστικό καθήκον να τα βοηθούμε για να επιλύσουν τους όποιους προβληματισμούς και να τους εξασφαλίσουμε όλες εκείνες τις προϋποθέσεις , που θα τα βοηθήσουν να ενταχθούν στην κοινωνία μας.

Αν πάρα ταύτα οι γονείς των παιδιών αυτών έχουν την απαίτηση να παραιτηθούμε από την πίστη μας, για να μην νιώθουν, τάχα μου, άσχημα τα παιδιά τους  θα πρέπει να τους ξεκαθαρίσουμε,  ότι αυτό ουδέποτε πρόκειται να γίνει. Και αν δεν μπορούν να συμβιβαστούν με αυτή την πραγματικότητα να επιστρέψουν στις πατρίδες τους. Στον τόπο μας ήρθαν απρόσκλητοι.

Αν παρ’ ελπίδα κάνουμε  εκπτώσεις σε θέματα που άπτονται της Θρησκείας μας , κατ’ ακολουθία θα κάνουμε εκπτώσεις και σε θέματα της Ιστορίας μας. Θα πρέπει να αποσιωπήσουμε ιστορικά γεγονότα υψίστης ιστορικής σημασίας και να διδάσκουμε κολοβωμένη και  «εν πολλοίς»  και παραποιημένη την  Ιστορία μας,  για να μην κακοκαρδίσουμε τις χώρες προέλευσης των αλλοδαπών μαθητών μας,  όπως είναι η Αλβανία, η Βουλγαρία, τα Σκόπια, και η Τουρκία.

Δηλαδή πρέπει να διαγράψουμε από τις ιστορικές μας δέλτους το 1821, το Μακεδονικό Αγώνα, τους βαλκανικούς πολέμους,  τη Μικρασιατική καταστροφή, το έπος του σαράντα, τη γερμανική κατοχή, τον απελευθερωτικό αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α., την εισβολή του Αττίλα στην Κύπρο. Δηλαδή ούτε λίγο ούτε πολύ θα μας ζητήσουν να αυτοευνουχισθούμε ιστορικά, για να μη χαρακτηρισθούμε ως ρατσιστές.

Πάντως σε κάθε περίπτωση ο λαός μας πρέπει να βρίσκεται σε εγρήγορση, γιατί στο χώρο της παιδείας και της εκπαίδευσης μας είναι σφόδρα πιθανόν να γίνουν και τα πιο απίθανα πράγματα.

Ήταν πότε δυνατόν να διανοηθεί ο οιοσδήποτε Έλληνας ότι κατά το πρόσφατο παρελθόν  Τούρκοι καθηγητές ανέλαβαν τη συγγραφή των σχολικών εγχειριδίων της Ιστορίας μας για τους μαθητές μας των Γυμνασίων και Λυκείων μας; Όταν έγινε αυτό γνωστό σε εκπαιδευτικούς μας κύκλους « οι λίθοι εκέκραξαν». Κανείς μας έκτοτε δεν έχει καμία  πληροφόρηση γι’ αυτή «την προσπάθεια».

Μέχρι στιγμής έχουν  διατυπωθεί με ενάργεια, σαφήνεια και πληρότητα οι άξονες προσανατολισμού της  φιλοσοφίας της παιδείας μας  και  οι σκοποί και στόχοι της εκπαίδευσής μας και ανασκευάστηκαν πιθανολογούμενες ενστάσεις  επ’ αυτών.

Το επόμενο βήμα της προτεινόμενης μεταρρύθμισης είναι η σύνταξη των αναλυτικών προγραμμάτων των σχολείων Α/βάθμιας και Β/βάθμιας εκπαίδευσης.

Τα αναλυτικά προγράμματα θα συνταχθούν με  κριτήρια την υλοποίηση των σκοπών και στόχων της εκπαίδευσής μας και κατ’ επέκταση των σχολείων μας.

Ιδιαίτερη πρόνοια θα λαμβάνεται  για τη διαδικασία μαθητοποίησης του παιδιού,  για  την ισόρροπη ψυχοκοινωνική  και πνευματική του  ανέλιξη, για την εξασφάλιση πεδίου δράσης για την ελεύθερη και αβίαστη  ανάπτυξη  των ικανοτήτων και δεξιοτήτων του  και για την  επαγγελματική του κατάρτιση και γιατί όχι και αποκατάστασή σ’ ένα κράτος  ελεύθερο, δημοκρατικά  διαρθρωμένο και ευνοούμενο, όπου ο homo homini lupus  (ο άνθρωπος για τον άνθρωπο λύκος) θα είναι ανύπαρκτος,  γιατί ο κάθε πολίτης θα μάθει στο σχολείο του ότι η ελευθερία του τελειώνει εκεί που αρχίζει η ελευθερία  άλλου.

Kαι βέβαια θα υπάρξουν φωνές που θα προβάλλουν σοβαρές ενστάσεις εν προκειμένω. Δηλαδή κάθε τι το ξένο, το μη ελληνικό, θα είναι αποβλητέο από την εκπαίδευσή μας;  Κατηγορηματικά όχι.  Άλλωστε  στα ελεύθερα, στα δημοκρατικά διαρθρωμένα  και ευνομούμενα κράτη τίποτε δεν απορρίπτεται συλλήβδην και διαρρήδην, αλλά και τίποτε δεν υιοθετείται άκριτα και απερίσκεπτα. Το καλό είναι καλό και το κακό είναι κακό και η χώρα προέλευσής του δεν είναι δυνατόν να αποτελεί κριτήριο αποδοχής ή απόρριψής του.

Άλλωστε το τρισχιλιόχρονο δέντρο της πολιτιστικής μας παράδοσης είναι ευεπίφορο σε ενοφθαλμισμούς. Δέχεται  δηλαδή τα ξένα κεντράδια και αν αυτά είναι συμβατά με  τις παραδόσεις του λαού μας , την πίστη μας και τον πολιτισμό μας τα αφομοιώνει, διαφορετικά τα απορρίπτει.

Αυτά τα γνώριζε πολύ καλά εκείνος ο βδελυρός ανθέλληνας, ο Αμερικανοεβραίος διπλωμάτης και πολιτικός  Κίσινγκερ, όταν αμετροεπώς δήλωνε ότι:
«Ο ελληνικός λαός είναι δυσκολοκυβέρνητος και γι’ αυτό πρέπει να τον  πλήξουμε βαθιά στις πολιτισμικές του ρίζες. Τότε ίσως συνετισθεί. Εννοώ, δηλαδή, να πλήξουμε τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα πνευματικά και ιστορικά αποθέματα, ώστε  να εξουδετερώσουμε κάθε δυνατότητά του να αναπτυχθεί, να διακριθεί, να επικρατήσει, για να μη μας παρενοχλεί στα Βαλκάνια,  στην  Ανατολική Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή , σε όλη αυτή τη νευραλγική περιοχή μεγάλης στρατηγικής σημασίας για μας, για την πολιτική των  Η.Π.Α. (πηγή του δημοσιεύματος η αγγλόφωνη τουρκική εφημερίδα «Turkish Daily News  της 17/02/1997).

Μαρτυρία άλλη δεν χρειαζόμαστε. Η πολιτιστική μας κληρονομιά, δηλαδή η γλώσσα μας, η θρησκεία μας, τα πνευματικά και ιστορικά μας αποθέματα  είναι τα κάστρα της φυλής μας που την περιφρουρούν και την καθιστούν άτρωτη και εγγυώνται τη συνέχεια της παρουσίας μας σ’ αυτόν εδώ τον τόπο  σε βάθος απροσμέτρητου χρόνου.

Σ΄ αυτό το σημείο θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι άλλο πράγμα είναι ο πολιτισμός και άλλο πράγμα η κουλτούρα.

Ο πολιτισμός είναι σοβαρή υπόθεση και θέλει σπουδή. Τουναντίον η κουλτούρα είναι «το άρπα κόλλα». Για πολιτισμό κάνουν λόγο λαοί με μακρόχρονη παράδοση και παρουσία στο διάβα της ιστορίας, ενώ για κουλτούρα ομιλούν λαοί που έχουν παρουσία ολίγων εκατονταετηρίδων στο ιστορικό γίγνεσθαι.
Ο πολιτισμός έχει να επιδείξει έργα τέχνης απαράμιλλου κάλλους, ενώ η κουλτούρα έχει αντικείμενο αναφοράς,  ως επί το πλείστον,  τις συνταγές κουζίνας και τη διοργάνωση cocktail parties, κ. τ. ό. . Η κουλτούρα έχει να κάνει με το «φαίνεσθαι» της ανθρώπινης συμπεριφοράς και το «είναι»  το παραβλέπει.
Μακρηγορήσαμε  και  σ’ αυτό το θέμα γιατί τα τελευταία χρόνια «η λέξη κουλτούρα είναι της μόδας», λέξη του συρμού έγινε. Τη χρησιμοποιούμε πολλές φορές  στις συνομιλίες μας χωρίς να γνωρίζουμε, πολλοί από εμάς,  τι δηλούται με τον όρο κουλτούρα..

Και για να κρηπιδώσουμε   το θέμα των αναλυτικών προγραμμάτων τονίζουμε  και μάλιστα εμφατικά τα ακόλουθα:

1.Το νέο, το ξενικής προέλευσης «καλό καγαθό» με την αρχαιοελληνική σημασία της  έκφρασης  καθώς  και τα επιστημονικά επιτεύγματα της εποχής μας δεν είναι  δυνατόν να τα απορρίψει το εκπαιδευτικό  σύστημα. που προτείνουμε . Οδηγός μας εν προκειμένω ο φιλοσοφικός ποιητικός στοχασμός του Παλαμά. « Παλιό βιολί με δοξαριές καινούργιες»

2. Αλλοτριόμορφοι και αλλοτριοδίαιτοι  σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να συμπεριληφθούν στην επιστημονική ομάδα εκπόνησης των αναλυτικών προγραμμάτων, γιατί  η συμπερίληψη «τέτοιων ονταρίων» «συνιστά έγκλημα καθοσίωσης» καθ’ όσον η όλη προσπάθεια  θα  υπονομευθεί εκ των έσω και θα παραμείνει ατελέσφορη.

Για χρόνια τώρα άτομα αυτού του φυράματος,  και κυρίως  αγγλοαμερικανοτραφείς,  μας διατυμπάνιζαν και εξακολουθούν να μας διατυμπανίζουν  ότι αυτό γίνεται στην Αμερική, εκείνο  συμβαίνει στα αμερικανικά και τα λονδρέζικα σχολεία, αυτό ευαγγελίζονται οι σύγχρονοι Αμερικανοί ψυχολόγοι και παιδαγωγοί κτλ., κτλ.

Σας αυτούς θα είμαστε συνοπτικοί στην απάντησή μας. Τους λέμε, λοιπόν, ότι το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα έχει μύρια όσα δεινά. Όμως, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, δεν έβγαλε κανένα μαθητή που να πήγε στο σχολείο του και να δολοφόνησε το δάσκαλό του την ώρα που δίδασκε, κάτι που στην Αμερική είναι σύνηθες φαινόμενο. Επίσης δεν έχει καταγραφεί στα εκπαιδευτικά μας χρονικά βιασμός καθηγήτριας από μαθητή της σε εργαστηριακή αίθουσα, ενώ στην Αμερική,  επανειλημμένα, έλαβαν χώρα τέτοια περιστατικά. Εκπαιδευτικό σύστημα σαν το αμερικάνικο ας μας λείπει, δεν το χρειαζόμαστε..

Θα υπάρξουν και φωνές που θα αντιτάξουν το επιχείρημα. Αφού μέμφομαι το αμερικανικό εκπαιδευτικό σύστημα πώς δικαιολογείται το γεγονός ότι  τα μεγαλύτερα επιστημονικά επιτεύγματα στην εποχή μας να είναι  έργο  Αμερικανών επιστημόνων.

Ανταπαντούμε ότι στην Αμερική τα σχολεία Α/βάθμιας και Β/βάθμιας εκπαίδευσης, αλλά και τα πανεπιστήμια ακόμη, είναι χωρισμένα σε δύο κατηγορίες,
(α) στα  private schools (ιδιωτικά σχολεία),  και
(β )στα public  schools (δημόσια σχολεία)

Τα μεν  private schools, λειτουργούν με προκαθορισμένο πρόγραμμα σπουδών που διεκπεραιώνεται με θρησκευτική ευλάβεια  από δασκάλους και καθηγητές επιλεγμένους με αυστηρά επιστημονικά και παιδαγωγικά κριτήρια και  αξιολογούνται τακτικότατα και με αυστηρά κριτήρια για το έργο που επιτελούν.

Η λειτουργία των σχολείων αυτής της κατηγορίας διέπεται από αυστηρούς κανόνες και ο σεβασμός αυτών των κανόνων είναι επιβεβλημένος για όλους τους μαθητές. Αν υπάρξει  πρόβλημα απειθαρχίας ή απείθειας από την πλευρά μαθητή ή μαθητών σε πρώτη φάση τυγχάνουν συγχώρησης, σε περίπτωση δε υποτροπής ο μαθητής ή οι μαθητές διαγράφονται   από τις τάξεις του μαθητικού δυναμικού, οπότε  πηγαίνουν για φοίτηση σε άλλα σχολεία.

Και ενώ έτσι λειτουργούν τα private schoos  στα public schools, που φοιτά και ο μεγάλος όγκος του μαθητικού πληθυσμού, γίνεται «το έλα να δεις».
Χρησιμοποιώ αυτή την έκφραση  του συρμού, γιατί θαρρώ πώς αποδίδει εναργέστερα την κρατούσα κατάσταση.

Σπάνια γίνεται μάθημα σ’ αυτά τα σχολεία. Οι σχολικές αίθουσες πολλές φορές μετατρέπονται σε μπυραρίες, τα μαθήματα με δυσκολία διεξάγονται και τα διδασκόμενα μαθήματα καθορίζονται από το school cancel.

Υπάρχουν περιοχές αμερικανικών πολιτειών στα σχολεία των οποίων  τα διδασκόμενα μαθήματα μπορεί να είναι η ξυλοκοπτική, η  ανθοκομία, η ανθoδετική, το  κρίκετ, o χορός, το  φουτ-μπολ, η φωτογραφική τέχνη.  Αυτά τα σχολεία βγάζουν στρατιές αναλφάβητων ανθρώπων, που προορίζονται για βιομηχανικοί εργάτες.

Σπάνια μαθητής από κρατικό αμερικανικό σχολείο θα εισαχθεί σε πανεπιστήμιο. Τα πανεπιστήμια της Αμερικής τροφοδοτούνται με μαθητές  από τα ιδιωτικά σχολεία  και παράλληλα  προσελκύουν, με τον πακτωλό χρημάτων που διαθέτουν, την αφρόκρεμα των αποφοίτων  των σχολείων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης  απ’ όλες τις χώρες του κόσμου ή και επιστήμονες ακόμη στους οποίους χορηγούν και υποτροφίες για να μετεκπαιδευτούν και συνακόλουθα να εργαστούν, αν το επιθυμούν, σε ερευνητικά προγράμματα της ειδικότητάς τους.

Αυτό το ξενικής προέλευσης επιστημονικό δυναμικό δεν επιστρέφει, κατά κανόνα,  στις χώρες της εθνικής του καταγωγής, αλλά παραμένει στην Αμερική και εργάζεται. Αυτοί συγκροτούν τη μεγάλη στρατιά των επιστημόνων αυτής της χώρας. Σε τελευταία ανάλυση θα μπορούσε να πει κανείς ότι το εκπαιδευτικό σύστημα της Αμερικής είναι κατ’ εξοχή ταξικό. Αυτός είναι  ο αντίλογός μας σ’ εκείνους που εκθειάζουν το αμερικανικό εκπαιδευτικό σύστημα.

Ας επανέλθουμε λοιπόν ύστερα από την παρέκβαση που κάναμε στα αναλυτικά μας προγράμματα για να τονίσουμε ότι πρέπει να διακρίνονται για το σαφέστατο προσανατολισμό τους προς τους σκοπούς και στόχους της εκπαίδευσής μας.

Είναι αδιανόητο άλλη να είναι η φιλοσοφία της παιδείας μας, άλλα να στοχεύουμε και να επιδιώκουμε με την εκπαίδευσή μας και άλλα να πρεσβεύουν τα αναλυτικά μας προγράμματα.

Τα αναλυτικά προγράμματα  είναι εκείνα που θα καθορίσουν τα διδασκόμενα μαθήματα κατά τάξη και  βαθμίδα εκπαίδευσης και  θα καταγράφονται σ’ αυτά  με απόλυτη σαφήνεια και πληρότητα οι σκοποί και στόχοι που επιδιώκονται με τη διδασκαλία κάθε μαθήματος.

Το ρεπερτόριο των διδασκομένων μαθημάτων δεν πρέπει να είναι μεγάλο, και κυρίως των διαστάσεων του σημερινού, γιατί είναι και ψυχοφθόρο και εξοντωτικό για τους μαθητές.

Ο σημερινός μαθητής των σχολείων μας, ιδίως ο μαθητής των Γυμνασίων και Λυκείων μας, είναι ο σκληρότερα εργαζόμενος Έλληνας. Το ωράριο εργασίας του εξοντωτικό. Εν τάχει έχει ως ακολούθως. Επτά ώρες στο σχολείο, τρεις ώρες φροντιστήριο, μία έως δύο ώρες φροντιστήριο για εκμάθηση ξένων γλωσσών,  τέσσερις, ίσως και περισσότερες ώρες, για προπαρασκευή και  μελέτη των μαθημάτων του σχολείου και του φροντιστηρίου της επόμενης ημέρας. Αν αθροιστούν αυτές οι ώρες ανέρχονται στις  δέκα έξι. Είναι λοιπόν ή δεν είναι ο σκληρότερα εργαζόμενος Έλληνας ο σημερινός μαθητής των Γυμνασίων και των Λυκείων μας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και οι μαθητές των Δημοτικών μας σχολείων, τηρουμένων, βέβαια, των ηλικιακών αναλογιών,  πηγαίνουν  πίσω.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων ο οιοσδήποτε μπορεί να διερωτηθεί: αν τα σχολεία μας, κάτω από αυτές τις συνθήκες, είναι δυνατόν να παραδώσουν στην κοινωνία ανθρώπους ψυχικά αλώβητους. Ο καθένας μας ας  προβληματιστεί  και ιδιαίτερα οι ταγοί της εκπαίδευσής μας, που θαρρούν ότι «επιτελούν μέγιστο εκπαιδευτικό έργο και επιλύουν τα προβλήματα της εκπαίδευσης με το να αλλάζουν  κάθε λίγο και λιγάκι το λογότυπο του Υπουργείου». Ίσως αντείπει κάποιος  ότι είναι κι αυτό κάτι, γιατί εξασφαλίζουν  δουλειά, έστω και πρόσκαιρα, οι κατασκευαστές σφραγίδων, επιγραφών, καθώς και τα τυπογραφεία.

Ύστερα από τα ανωτέρω  οι συντάκτες των αναλυτικών μας προγραμμάτων θα πρέπει να έχουν ως οδηγό τη σοφή  αγγλοσαξονική ρήση:  «ένα καλογεμισμένο καλάθι έχει μεγαλύτερη αξία από ένα παραγεμισμένο».  Και  όταν επιλέγουν τα διδασκόμενα μαθήματα πρέπει έχουν νιώσει βαθιά μέσα τους ότι το σχολείο δεν είναι αποκλειστικά και μόνο πάροχος γνώσεων και ότι το έργο του δεν πρέπει να αρχίζει και να εξαντλείται αποκλειστικά και μόνο σ’ αυτόν τον τομέα. Τα σχολεία είναι πνευματικά καθιδρύματα που πρωταρχικό τους μέλημα είναι η αγωγή των τροφίμων τους. Και η αγωγή είναι δύσκολη υπόθεση , (δεν πρέπει να συγχέουμε ή να ταυτίζουμε τη λέξη αγωγή με τη λέξη εκπαίδευση. Η αγωγή είναι ευρύτερη έννοια της εκπαίδευσης), γιατί στοχεύει «στον έσω κόσμο του μαθητή». Γι’ αυτό η διδασκαλία, η κάθε διδασκαλία,  πρέπει να είναι παιδαγωγούσα, διαφορετικά ξεπέφτει σε από καθέδρας δασκάλεμα που στερείται αξίας.

Συνεπώς τα «φρονιματιστικά μαθήματα», όπως επικράτησε να αποκαλούνται  κατά το παρελθόν, πρέπει να έχουν τη θέση που τους αξίζει στα αναλυτικά μας προγράμματα . Η διδασκαλία  της Ιστορίας μας, της πίστης μας, των καλών τεχνών και του πολιτισμού μας πρέπει να καταλάβουν τη θέση που δικαιωματικά τους ανήκει, γιατί  η διδασκαλία τους γαληνεύει τη μαθητική ψυχή, την εκλεπτύνει και την εξευγενίζει.

Το σχολείο  δεν πρέπει να παρέχει, ξερές γνώσεις στους τροφίμους του, αλλά οι λειτουργοί του (δάσκαλοι-καθηγητές) πρέπει  προηγουμένως τις γνώσεις  να τις μεταπλάσσουν  σε μορφωτικά αγαθά, για να έχουν αυτές ευεργετικές επιπτώσεις στον ψυχικό κόσμο του μαθητή.

Ας έχουμε πάντα  «κατά νου» ότι στην εποχή μας έχουμε έκρηξη γνώσεων και ότι το παιδί σήμερα έχει και τη δυνατότητα, αλλά  και τα μέσα να «αναζητήσει τη γνώση»  και εκτός των διδακτηρίων. Επομένως αν ο ρόλος και η αποστολή του σχολείου περιοριστεί  αποκλειστικά και μόνο στο γνωστικό τομέα τότε δεν έχει λόγο ύπαρξης. Άλλωστε το νοησιαρχικό σχολείο του παρελθόντος επικρίθηκε σφοδρότατα , όλη η δραστηριότητά του άρχιζε και εξαντλείτο  στην καλλιέργεια της νόησης.

Το Σχολείο είναι και πρέπει να παραμείνει  πνευματικό καθίδρυμα που έργο του είναι η  καλλιέργεια του  «όλου ανθρώπου», η αγωγή σώματος και ψυχής των τροφίμων του, η διαμόρφωση ελεύθερων, δημοκρατικών  και υπεύθυνων πολιτών.

Επίσης σε καμία των περιπτώσεων δεν πρέπει το σχολείο  να εκλαμβάνει το μαθητή ως  «εν μικρογραφία ενήλικα»,  αλλά ως έλλογο όν, που εμπερικλείει εν σπέρματι όλες εκείνες τις δυνάμεις και ικανότητες  που θα το οδηγήσουν στη θέωση. Επομένως η εξασφάλιση των αναγκαίων και ικανών συνθηκών και η υποβοήθηση του μαθητή προκειμένου να ανελιχθούν προοδευτικά οι εν σπέρματι  δυνάμεις και ικανότητές του είναι υπόθεση του σχολείου και των λειτουργών του.

Δυστυχώς πρέπει να ομολογήσουμε ότι το ελληνικό σχολείο της σήμερον έχει κάπως ξεστρατίσει από την αποστολή του. Έχασε  ή μάλλον αποποιήθηκε το παιδαγωγικό του έργο. Κι αυτό συνέβη γιατί παρακολουθούσε απαθέστατο τις κοινωνικές μεταβολές , χωρίς το ίδιο να συμμετέχει στη διαμόρφωσή τους.
Η παιδαγωγική άποψη που συνοψίζεται στη φράση «σχολείο από τη ζωή, με τη ζωή, για τη ζωή», που τον προηγούμενο αιώνα είχε μετεξελιχθεί σε παιδαγωγικό ρεύμα, στην πατρίδα μας παρερμηνεύτηκε σχεδόν από όλους μας. Μάλιστα  στο πρόσφατο παρελθόν  έγινε σλόγκαν προεκλογικής  επαγγελίας . «Σχολείο ανοικτό στην κοινωνία και στη ζωή».

Και όταν ανέλαβαν τη διακυβέρνηση της πατρίδας μας  οι επαγγελλόμενοι   το ανωτέρω σλόγκαν,  το  μετουσίωσαν σε πράξη  εντελλόμενοι, άκουσον –άκουσον- όπως,  οι διευθυντές των σχολείων μας να αφήνουν ξεκλείδωτες τις αυλόπορτες των σχολικών προαυλίων για να παίζουν τα παιδιά τις απογευματινές ώρες.

Έτσι τα σχολικά προαύλια μετατράπηκαν  σε τόπους σύναξης εξωσχολικών ατόμων, η παρουσία των οποίων,  προϊόντος  του χρόνου, απομάκρυνε τους μαθητές, κυρίως των δημοτικών μας σχολείων από τα σχολικά προαύλια.

Τα εξωσχολικά άτομα εκτός από τις υλικές ζημιές που καθημερινά προκαλούν  στα διδακτήρια (ως επί το πλείστον θραύσεις τζαμιών και καταστροφές υαλοστασίων) πήραν βούρτσες και πινέλα και άρχισαν να μουτζουρώνουν τους τοίχους και να αναγράφουν επ’ αυτών εκφράσεις και συνθήματα χαμαιτυπείου. Δεν είναι δε και λίγες οι περιπτώσεις που και στις αίθουσες των διδακτηρίων εισήλθαν  αναγράφοντες επί των τοίχων αισχρολογίες .

Εξ αυτού του λόγου σήμερα τα διδακτήριά μας, λόγω της εμφάνισής τους με  τους καταγραμμένους τοίχους και τις λοιπές υλικές καταστροφές δεν προδιαθέτουν θετικά τους μαθητές μας. Άλλωστε είναι γνωστό  ότι  η κατάσταση του χώρου εργασίας έχει τις επιπτώσεις του στην  απόδοση των εργαζομένων, ακόμη και των ενηλίκων.

Η λέξη αίθουσα, κατά κυριολεξία ερμηνευόμενη σημαίνει λάμπουσα και είναι μετοχή του ρήματος αίθω, που στην καθομιλούμενη σημαίνει λάμπω.
Όταν οι ιθύνοντες αντιλήφθηκαν ότι με  το «μπάτε χίλιοι (και όχι σκύλοι, γιατί οι σκύλοι δεν αλέθουν) και αλέστε και αλεστικά μη δίνετε» ανέκρουσαν πρύμνη και διέταξαν όπως οι αυλόπορτες των σχολικών προαυλίων να κλειδώνονται ακόμα και κατά το χρόνο λειτουργίας των σχολείων.

Το σκέφτηκαν, όμως, αργά. Το «παιγνίδι» έχει χαθεί, γιατί η είσοδος εξωσχολικών ατόμων στα σχολικά προαύλια και τα διδακτήριά μας  θεωρείται πλέον «κεκτημένο δικαίωμα» . Γι’ αυτό υπερπηδούν τις μάντρες και τα κιγκλιδώματα, εισέρχονται στους σχολικούς χώρους και ανενόχλητοι συνεχίζουν το καταστροφικό τους έργο.

Στο πρόσφατο παρελθόν όλοι μας γίναμε μάρτυρες πρωτάκουστου και πρωτόφαντου γεγονότος. Λαθρομετανάστες εγκαταστημένοι  στην Κρήτη, κανονικά συντεταγμένοι, ήλθαν στην Αθήνα και «στρατωνίστηκαν» εντός του Πανεπιστημίου. Και αντί η Πολιτεία μας να τους «συντρίψει στην κυριολεξία», γιατί η ενέργειά τους ήταν ισοδύναμη με ιεροσυλία , διαπραγματεύτηκε  μαζί τους- και μάλιστα επί ημέρες- την αποχώρησή τους από το ανώτατο πνευματικό μας καθίδρυμα.

Και πάλι μακρηγορήσαμε, εν προκειμένω. Το πράξαμε  όμως για να τεκμηριώσουμε την άποψή μας ότι το σχολείο μας έχασε ή αποποιήθηκε σήμερα  την παιδαγωγική του αποστολή. Για σκεφτείτε  το λίγο. Τα άτομα που προξενούν τις ζημιές στα διδακτήριά μας θήτευσαν ως μαθητές στα σχολεία που στεγάζονται σ’ αυτά. Αν τα σχολεία μας διαπαιδαγωγούσαν σωστά  αυτά τα άτομα , που υπήρξαν μαθητές τους, σε καμία των περιπτώσεων δεν θα λάμβαναν χώρα αυτά που σήμερα παρατηρούνται.

Και μην αντείπει κανείς ότι εκτός από το σχολείο στη διαπαιδαγώγηση του παιδιού εμπλέκονται και άλλοι παράγοντες, γιατί  σε έναν τέτοιο ισχυρισμό υπάρχει αντίλογος που τον θέτει εκ ποδών, γιατί και οι άλλοι παράγοντες προϊόντα του σχολείου είναι.

Στη μεταρρύθμιση που οι καιροί μας απαιτούν τα σχολικά διδακτήρια με τον περιβάλλοντα χώρο τους, πρέπει να αναγορευθούν με νόμο ως «χώροι ιεροί και άβατοι» κατά τις ώρες και ημέρες που δεν λειτουργούν τα σχολεία. Και μέχρι αυτό να γίνει συνείδηση του λαού μας θα πρέπει  τα διδακτήρια να αστυνομεύονται κατά τις ώρες και ημέρες που τα σχολεία δεν λειτουργούν. Τρόποι και μέσα αστυνόμευσης υπάρχουν .

Ας επανέλθουμε, λοιπόν, στα αναλυτικά προγράμματα για να επισημάνουμε ότι αυτά θα καθορίσουν και τις ώρες που θα διδάσκεται ένα έκαστο των μαθημάτων στα σχολεία μας, όπως άλλωστε προαναφέραμε. Επανερχόμαστε όμως γιατί οι ώρες διδασκαλίας ενός εκάστου των μαθημάτων  χρήζει ιδιαίτερης προσοχής και μελέτης. Δεν είναι δυνατόν ο όγκος της  ύλης μερικών μαθημάτων, αλλά και ο βαθμός δυσκολίας τους να είναι δυσανάλογα μεγάλος σε σχέση με τις ώρες που διατίθενται για την διδασκαλία τους. Αυτό αποτελεί την ανορθογραφία των αναλυτικών μας προγραμμάτων και σε καμία περίπτωση δεν έχει θέση στη μεταρρύθμιση που προσμένουμε.

Αφού συνταχθούν τα αναλυτικά προγράμματα, πρέπει να δημοσιευτούν και να παραδοθούν στην εκπαιδευτική κοινότητα για μελέτη και κριτική θεώρησή τους.
Απαραίτητο στοιχείο της κριτικής θεώρησης και η εξέταση αν τα αναλυτικά προγράμματα είναι συμβατά με τους σκοπούς και στόχους της εκπαίδευσής μας  καθώς και αν είναι σαφώς προσανατολισμένα προς τη φιλοσοφία της παιδείας μας .

Ο χρόνος που θα έχει στη διάθεσή της η εκπαιδευτική κοινότητα για να διατυπώσει τις απόψεις θα είναι λελογισμένος,  δηλαδή ούτε περιορισμένος, αλλά ούτε μακρύς. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι κάτω από την πίεση χρόνου δύσκολα γίνεται κάτι  σωστά και ολοκληρωμένα πόσο μάλλον μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Γι’ αυτό θέσαμε ως προϋπόθεση τη δεκαετή θητεία του υπουργού  της εθνικής μας παιδείας,  που όπως προαναφέραμε, θα επιλεγεί ομόφωνα από την πολιτική μας ηγεσία.

Το επόμενο στάδιο σε μία σωστή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση είναι η συγγραφή των διδακτικών βιβλίων. Οι συγγραφικές ομάδες που θα συγκροτηθούν πρέπει να απαρτίζονται από εκπαιδευτικούς και μάλιστα από τη χορεία των αρίστων, να  διαθέτουν μεγάλη εκπαιδευτική εμπειρία, να έχουν διακριθεί για την παιδαγωγική τους κατάρτιση, να είναι γνώστες των πορισμάτων της ψυχολογίας του παιδιού και του εφήβου, γιατί  τότε και μόνον τότε θα έχουν σαφή επίγνωση της αντιληπτικότητας του παιδιού σε κάθε στάδιο της ηλικιακής του ανέλιξης, στοιχείο που κρίνεται «εκ των ων ουκ άνευ» για κάθε συγγραφέα διδακτικών βιβλίων.

Επίσης οι ανωτέρω συγγραφείς πρέπει να είναι ιεροφάντες χειριστές της πένας, εν άλλοις λόγοις να διαθέτουν κάλαμο γραφής δόκιμο, ώστε η πνευματική τους παραγωγή να καθίσταται και ευχάριστο ανάγνωσμα.

Η  ύλη που θα διαλαμβάνει καθένα από τα διδακτικά βιβλία επιβάλλεται να κινείται σε λελογισμένο πλαίσιο. Είναι καιρός να εκλείψει το φαινόμενο των ογκωδέστατων βιβλίων, που σήμερα χρησιμοποιούνται από τους μαθητές των Γυμνασίων και των Λυκείων μας.

Εξυπακούεται ότι τα σχολικά εγχειρίδια πρέπει να είναι απαλλαγμένα ανακριβειών, λεκτικών, συντακτικών, λογικών και ορθογραφικών λαθών. Η ξύλινη γλώσσα δεν έχει θέση σ’ αυτά. Τουναντίον  η γλώσσα των βιβλίων που χρησιμοποιούνται στο σχολείο μας πρέπει να διακρίνεται για τη γλαφυρότητα και την πλαστικότητά της.
 
Η εικονογράφηση και το δέσιμό τους πρέπει να τύχουν ιδιαίτερης προσοχής. Είναι τοις πάσι γνωστό ότι  η εμφάνιση του βιβλίου προδιαθέτει  θετικά ή αρνητικά όχι μόνο το παιδί, αλλά και τον ενήλικα.

Όσον αφορά στη θέμα της δωρεάν παροχής των διδακτικών βιβλίων στους μαθητές των σχολείων μας έχουμε τις ενστάσεις μας. Όσο και αν η δωρεάν παροχή των βιβλίων στους μαθητές  φαντάζει  σωστό μέτρο στην πραγματικότητα είναι άδικο. Και η αδικία έγκειται στο ότι στην προκείμενη περίπτωση η πολιτεία μας βάζει στο ίδιο τσουβάλι πλούσιους και φτωχούς. Παίρνει δωρεάν τα βιβλία το παιδί του ανέστιου βιοπαλαιστή, δωρεάν τα παίρνει και το παιδί του εύπορου βιοτέχνη, του έμπορου και του επιχειρηματία. Αυτό σημαίνει ότι στην προκείμενη περίπτωση η πολιτεία-μας εξισώνει πλούσιους και φτωχούς, πράγμα άδικο και αντιδημοκρατικό.

Μέσα και τρόποι για άρση της ανωτέρω αδικίας υπάρχουν, που και πρόσφορα είναι και αντικειμενικά. Αλλά δίκαια κάποιος θα αναρωτηθεί. Αν η δωρεάν  διανομή των σχολικών βιβλίων ήταν η μόνη περίπτωση που η πολιτεία μας είναι άδικη απέναντι στους πολίτες της,  το κακό θα ήταν μικρό. Στην πατρίδα μας δεκαετίας τώρα οι φτωχοί αίρουν το σταυρό του φορολογικού μαρτυρίου , ενώ οι πλούσιοι  αρνούνται να υποδυθούν ακόμη και το ρόλο του Σίμωνα Κυρηναίου. Και πράττουν τούτο χωρίς να υποστούν καμία συνέπεια.

Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι μετά τη σύνταξη  των διδακτικών βιβλίων η σύνταξη των ωρολογίων προγραμμάτων είναι εύκολη υπόθεση.

Προσοχή  σ’ ένα πράγμα. Τόσο τα αναλυτικά, όσο και τα ωρολόγια προγράμματα  πρέπει να διακρίνονται για την ευελιξία τους και να προνοούν, ώστε ο δάσκαλος να έχει την ευχέρεια να κινηθεί και σ’ άλλα κανάλια δραστηριότητας, που θα διευκολύνουν τους μαθητές του στην πρόσκτηση των γνώσεων, αλλά και στην πραγμάτωση των σκοπών και στόχων του σχολείου. Για να υπηρετηθεί αυτός ο σκοπός στα σχολεία μας στο πρόσφατο παρελθόν καθιερώθηκε το μάθημα της ευέλικτης ζώνης, που «πόρω απέχει» από την ευελιξία που πρέπει να χαρακτηρίζει τα ωρολόγια, κυρίως, προγράμματα των σχολείων μας.

Η διατύπωση και αποδοχή του περιεχομένου της φιλοσοφίας της  παιδείας μας, οι ξεκάθαροι σκοποί και στόχοι της εκπαίδευσής μας, τα επιστημονικά συνταγμένα αναλυτικά μας προγράμματα και τα άριστα  διδακτικά βιβλία  αποτελούν εγκεφαλικά κατασκευάσματα, που παρά την όποια  αρτιότητά τους, η αξία τους θα προσδιορισθεί από εκείνους που θα αναλάβουν να τα προσγειώσουν από τη σφαίρα της θεωρίας στην πίστα της πραγματικότητας  και συνακόλουθα  να καταστήσουν τα παιδιά του λαού μας   κοινωνούς  των οραματισμών, που εμπερικλείονται σ’ αυτά.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η επιτυχία ή αποτυχία οιασδήποτε εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης εξαρτάται από εκείνους που θα κληθούν να την υλοποιήσουν.
Και αυτοί είναι οι δάσκαλοι. Κατά συνέπεια άριστα προγράμματα σε χέρια ανεπαρκών ή ακατάλληλων δασκάλων είναι ατελέσφορα. Μέτρια προγράμματα σε χέρια κατάλληλων δασκάλων, σε δασκάλους που διαθέτουν φαντασία και μεράκι, οπωσδήποτε τα αποτελέσματα θα είναι πιο καλά από τα αποτελέσματα της πρώτης περίπτωσης.

Εκ των ανωτέρω προκύπτει  ότι ο δάσκαλος έχει θέση δεσπόζουσα και καθοριστική στο σχολείο. Στα χέρια των δασκάλων βρίσκεται το μέλλον της πατρίδας μας. Στα χέρια τους κρατούν τους οραματισμούς , τους πόθους και τις προσδοκίες του λαού μας. Μεγάλη αυτή η τιμή για τους δασκάλους μας, αλλά και τρισμέγιστο το χρέος τους.

Το να γίνει κάποιος δάσκαλος είναι εύκολη υπόθεση. Το δύσκολο είναι ο δάσκαλος να αρτιωθεί σε παιδαγωγό. Οι δάσκαλοι στην εποχή μας περισσεύουν, οι δάσκαλοι-παιδαγωγοί είναι λίγοι.

Μία σύγχρονη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση έχει ανάγκη από δασκάλους-παιδαγωγούς και το σύστημα επιλογής των υποψηφίων δασκάλων, αλλά και το πρόγραμμα σπουδών τους και εκπαιδευτικής κατάρτισής τους δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των καιρών μας.

Έτσι τα κατ’ ευφημισμό παιδαγωγικά τμήματα παράγουν εκπαιδευτικούς που στερούνται διδακτικής  εμπειρίας, γιατί αυτή  κινείται στη σφαίρα της θεωρίας και η μετάπτωσή της στο πρακτικό επίπεδο είναι ανύπαρκτη.

Δεν είναι δυνατόν κανείς να μάθει κολύμπι, παρακολουθώντας μαθήματα στην ξηρά. Αυτό ακριβώς συμβαίνει με την εκπαίδευση των δασκάλων  στην πατρίδα μας.

Κι ενώ η σημερινή γενιά των εκπαιδευτικών μας (δάσκαλοι και καθηγητές) διαθέτει πνευματικό και επιστημονικό οπλοστάσιο αξιόλογο και αξιοζήλευτο, είναι αναμφίβολα η πιο μορφωμένη γενιά εκπαιδευτικών που γνώρισε ο τόπος μας, εν τούτοις οι περισσότεροι απ’ αυτούς και επειδή η πρακτική τους εμπειρία είναι ανύπαρκτη ή περιορισμένη, όταν μπαίνουν στις αίθουσες διδασκαλίας βρίσκονται σε αμηχανία. Προσομοιάζουν με τον τουρίστα που βρίσκεται σε άγνωστη πόλη και με το χάρτη στα χέρια προσπαθεί να εντοπίσει το δρόμο που  ψάχνει να βρει. Έτσι και δάσκαλοί μας. Προσπαθούν να φέρουν στο μυαλό τους πώς δίδασκε ο δάσκαλός τους, όταν αυτοί ήταν μαθητές, για να τον αντιγράψουν.

Η πολιτεία μας το διαπίστωσε αυτό και στην αρχή κάθε σχολικής χρονιάς καλεί σε «εισαγωγική επιμόρφωση», όπως την αποκαλεί, τους νεοδιόριστους εκπαιδευτικούς. Αλλά και σ’ αυτή την περίπτωση «επαναλαμβάνει  εαυτόν», δηλαδή θεωρητικολογεί και αν δεν αντιληφθεί ότι η θεωρία πόρω απέχει της πράξης θα ματαιοπονεί.

Εκ των πραγμάτων σήμερα επιβάλλεται τα έτη σποδών των δασκάλων μας από τέσσερα να γίνουν πέντε. Όσοι σπουδάζουν δάσκαλοι στο πέμπτο έτος των σπουδών τους, καλύτερα θα ήταν στο τέταρτο και στο πέμπτο έτος, να καλούνται να εφαρμόζουν στην πράξη αυτά που στη θεωρία έμαθαν. Γι’ αυτό ο καθένας τους θα είναι υποχρεωμένος για δύο ολόκληρα έτη να διδάξει σ’ όλους τους τύπους των δημοτικών σχολείων (1/θέσια 2/θέσια, 3/θέσια 4/θέσια και πολυθέσια) υπό την εποπτεία και  καθοδήγηση των διευθυντών των σχολείων ή και έμπειρων δασκάλων. Το ίδιο  θα ισχύει και για τους καθηγητές.

Στο τέλος κάθε μήνα ο διευθυντής του σχολείου θα συντάσσει έκθεση διδακτικής ικανότητας  για τον δάσκαλο. Με την ολοκλήρωση της διετούς πρακτικής του εξάσκησης  και με βάση τις εκθέσεις του φακέλου ο υποψήφιος δάσκαλος θα αξιολογείται  και αν κριθεί κατάλληλος τότε και μόνον τότε θα μπορεί να διορισθεί στα σχολεία μας.

Δεν αντιλέγομε ότι ένας τέτοιος τρόπος εκπαίδευσης των δασκάλων μας δεν είναι δαπανηρός. Από το άλλο μέρος όμως θα πρέπει και η πολιτεία μας να αντιληφθεί ότι κάθε επένδυση στην παιδεία έχει, αν όχι μεγαλύτερη, τουλάχιστον ίση  αξία με τις επενδύσεις σε μπετόν και σίδερα.

Η εισαγωγή στα παιδαγωγικά τμήματα των πανεπιστημίων, αλλά και στις πανεπιστημιακές σχολές στις οποίες φοιτούν υποψήφιοι να διδάξουν στα  Γυμνάσια και Λύκεια της πατρίδας μας, πρέπει να απαγκιστρωθεί  από το ισχύον σύστημα των πανελλαδικών εξετάσεων, και να διεξάγεται ξεχωριστός διαγωνισμός για την επιλογή υποψηφίων δασκάλων (με τον όρο δάσκαλο υπονοώ και τον καθηγητή).

Όμως οι υποψήφιοι  για συμμετοχή στον πανελλήνιο διαγωνισμό  δάσκαλοι, και προκειμένου να συμμετάσχουν  σ’ αυτόν  θα πρέπει να έχουν περάσει επιτυχώς από ψυχοτεχνικά tests, για να διακριβωθεί αν διαθέτουν χαρακτήρα ήρεμο, υπομονετικό και επίμονο και γενικά αν τα ψυχικά τους αποθέματα είναι τέτοια που να μπορούν να επιφορτισθούν το έργο της διαπαιδαγώγησης και σωστής  καθοδήγησης των παιδιών του λαού μας.

Το λειτούργημα του δασκάλου είναι ψυχοφθόρο και αν αυτός στον οποίο η πολιτεία του το αναθέτει  δεν έχει το ψυχικό σθένος να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του λειτουργήματος, τότε αυτό γίνεται φορτίο ασήκωτο και επαχθές και η διδασκαλία από ιεροτελεστία μετατρέπεται σε αγγαρεία.

Έστω υπόψη ότι κανένα σύστημα, καμία μέθοδος διδασκαλίας και με την πιο αυστηρή επιστημονική διάρθρωση δεν μπορεί να καρποφορήσει όταν λείπει από το δάσκαλο η βαθιά πνευματική καλλιέργεια και το ήθος.

Έχω δει πολλούς  που χρόνια εργάστηκαν μέσα στα σχολεία και μολαταύτα δεν είχαν γίνει παιδαγωγοί. Παιδαγωγός γίνεται κανείς όταν παιδεύσει τον εαυτό του και ζήσει μέσα του το νόημα του εξευγενισμού, του πλέριου ανθρωπισμού.

Ώστε, λοιπόν, ο δάσκαλος για να γίνει παιδαγωγός πρέπει πρώτα και πάνω απ’ όλα να είναι άνθρωπος. Όση επιστημονική γνώση κι αν διαθέτει, όταν του λείπει η ανθρωπιά θα αποτύχει στο έργο του.

Επίσης ο δάσκαλος όταν διδάσκει, χωρίς  ο ίδιος να το αντιλαμβάνεται, ξεδιπλώνει τον ψυχικό του κόσμο. Και ο ψυχικός κόσμος του δασκάλου όταν είναι γαλήνιος και «καθαρμένος» οι επιπτώσεις θα είναι ευεργετικές για τους μαθητές του, αν είναι δε διαταραγμένος και συννεφιασμένος,  οι επιπτώσεις θα είναι αρνητικές.

Γι’ αυτό η η πολιτεία μας πρέπει για δασκάλους να επιλέγει εκείνους, που διαθέτουν τα ψυχικά χαρίσματα που η αποστολή τους απαιτεί και ακολούθως να φροντίζει για την άρτια παιδαγωγική και διδακτική συγκρότησή τους.

Επίσης το ενδιαφέρον της πολιτείας μας για τους μαχόμενους δασκάλους  πρέπει να είναι αμέριστο, συνεχές και ποικιλοτρόπως εκδηλούμενο. Η καθοδήγησή τους στην ενάσκηση των καθηκόντων τους  ας  είναι τακτική, αλλά και η αξιολόγησή τους για το έργο που επιτελούν τακτικότατη, δίκαιη και αντικειμενική.

Τέλος ας έχουμε υπόψη μας ότι καμία εκπαιδευτική μεταρρύθμιση όσο καλοσχεδιασμένη και αν είναι, οπωσδήποτε είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αν οι δάσκαλοι που θα κληθούν να μετουσιώσουν σε πράξη τους οραματισμούς της μεταρρύθμισης  είναι ακατάλληλοι.

Τουναντίον μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση όχι μεγαλόπνοη,  αν κληθούν να υλοποιήσουν τους σκοπούς και στόχους της φωτισμένοι δάσκαλοι,  δάσκαλοι–παιδαγωγοί, τα αποτελέσματα αυτής της μεταρρύθμισης θα είναι αξιόλογα.

Στην επιτυχία μιας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης υπεισέρχονται και  άλλες παράμετροι που έχουν να κάνουν με την υλικοτεχνική υποδομή των σχολείων. Δηλαδή άνετα  και καθαρά διδακτήρια, πλούσιος εποπτικός και μηχανολογικός εξοπλισμός, σχολικά εργαστήρια.

Η  εποπτεία και καθοδήγηση  του εκπαιδευτικού  και του εκπαιδευτικού έργου στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση είναι στοιχείο «εκ των ων ουκ άνευ», γιατί με αυτό τον τρόπο θα αξιολογηθούν τα αποτελέσματά της, θετικά ή αρνητικά.

Θέλω να πιστεύω ότι  αναφερθήκαμε, έστω και περιορισμένα, στους βασικότερους τομείς μιας  εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και  παράλληλα με τις προτάσεις μας, αναφερθήκαμε  και στις πιθανές αντιρρήσεις και ενστάσεις επί των προτάσεών μας,  τις οποίες και προσπαθήσαμε  να ανασκευάσουμε..

Όσοι  διαβάσουν αυτή τη μελέτη μας, στην οποία είναι συμπυκνωμένη διδασκαλική εμπειρία σχεδόν σαράντα χρόνων,  ίσως εξοικονομήσουν το χρόνο για να την συμπληρώσουν και να την αναπροσαρμόσουν.


*Επίτιμος Διευθυντής 2ου Δημοτικού Σχολείου Κιάτου «ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ»

http://tonoikaipnevmata.wordpress.com/2013/02/22/
 

Ενιαίος Ευρωπαϊκός Αριθμός Έκτακτης Ανάγκης