Παρασκευή
6 Δεκεμβρίου 2019
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 3365RSS FEED
Καθημερινότητα και Μεταρρυθμίσεις
Γράφει ο
Θανάσης Παπανδρόπουλος

Μπορεί ο νέος πρωθυπουργός να είναι ισχυρός και με πολλά ατού στη φαρέτρα του, πλην όμως έχει απέναντι του την πραγματικότητα και αυτό είναι σοβαρό πρόβλημα.

 

Ποιοι είναι άραγε όλοι αυτοί που με ποσοστό 31,5% κατέστησαν τον κ. Αλέξη Τσίπρα κυρίαρχο στον χώρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης; Ποιο είναι αυτό το κομμάτι του ελληνικού λαού, που σε τέσσερα χρόνια, θα μπορούσε να ξαναφέρει τον απελθόντα πρωθυπουργό εκ νέου στην εξουσία;

Η απάντηση είναι πολύ απλή. Πρόκειται, χονδρικά, για τους Νεοέλληνες αντιμεταρρυθμιστές, ήτοι για όλους αυτούς που βολεύονται γενικά σε ακίνητες και συντεχνιακά δομημένες κοινωνίες, οι οποίες ως προς την υφή τους είναι επιρρεπείς στον ολοκληρωτισμό, αντιπαραγωγικές, ελάχιστα ανταγωνιστικές και σε προχωρημένο βαθμό εχθρικές προς τη γνώση.

Έτσι, μεταξύ των ψηφοφόρων του Σύριζα, εκτός άλλων, συναντά κανείς και όλους αυτούς που πολέμησαν την ασφαλιστική μεταρρύθμιση Γιαννίτση και «φέσωσαν» την Ελλάδα με 200 δις ευρώ περίπου.  Στην ίδια κατηγορία για παράδειγμα, περιλαμβάνονται γιατροί του ΕΣΥ που αρνούνται την αξιολόγηση γιατί δήθεν αυτούς τους αξιολογούν οι … ασθενείς τους.

Δηλαδή μας κάνουν και πλάκα από πάνω. Στο 31,5% βρίσκουμε επίσης και όλους αυτούς που «οραματίζονται» μια παιδεία ευκολίας. Θέλουν δηλαδή ένα χαρτί που να βεβαιώνει ότι πέρασαν έξω από ένα εκπαιδευτικό Ίδρυμα, αλλά περί γνώσεων ούτε λόγος να γίνεται. Αυτός είναι και ο λόγος που προτιμούν τα Α.Ε.Ι. να είναι αχούρια.

Όλος αυτός ο κόσμος, ακούει τις λέξεις μεταρρύθμιση, αριστεία, ταλέντο, γνώση, πρόοδος και παθαίνει αλλεργία. Για την κατάσταση αυτή όμως,  την ευθύνη δεν την φέρουν μόνον οι δεδηλωμένοι αντιμεταρρυθμιστές. Υπάρχουν και αυτοί που τους δημιούργησαν και που εντοπίζονται στο πολιτικό σύστημα συνολικά.

Αυτός είναι και ο λόγος που οι μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα, όπως τονίζουν οι διαπρεπείς οικονομολόγοι Δημήτρης και Χρήστος Ιωάννου, παρουσιάζουν δύο ειδών προβλήματα. Το πρώτο έγκειται στην προέλευση της έννοιας των μεταρρυθμίσεων και της αναγκαιότητάς τους κατά τη διάρκεια της εφαρμογής των Μνημονίων. Σε όλη αυτήν την περίοδο όλες ανεξαιρέτως οι κυβερνήσεις και όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα μη αναλαμβάνοντας την «ιδιοκτησία του προγράμματος», δηλαδή μη ενστερνιζόμενα την αναγκαιότητα και τους στόχους των μεταρρυθμίσεων, μη εφαρμόζοντας αυτά που συμφωνούσαν με τους εταίρους, και προσφεύγοντας στους γνωστούς κλαυθμυρισμούς ότι «εμείς δεν θέλουμε αλλά οι ξένοι μας αναγκάζουν», στην πραγματικότητα απονομιμοποίησαν, διέβαλαν και δαιμονοποίησαν στη συνείδηση του ελληνικού λαού τη σημασία και την αναγκαιότητα των πιο σημαντικών και απολύτως απαραιτήτων μεταρρυθμίσεων. Παράλληλα δε, δαιμονοποιήθηκε και η εννοια της μεταρρύθμισης που για κάποιο κόσμο θεωρείται το απόλυτο κακό.

Αυτό δημιουργεί ήδη ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα γιατί, όσο και αν όλοι υποστηρίζουν γενικόλογα ότι η απαλλαγή από τον ΣΥΡΙΖΑ ταυτίζεται και με αποδοχή των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων, όταν η κοινωνία θα βρεθεί μπροστά σε συγκεκριμένες αλλαγές τότε θα αρχίσουν να λειτουργούν οι συγκεκριμένοι ψυχικοί μηχανισμοί προσκόλλησης στην υφιστάμενη πραγματικότητα, οι οποίοι αποτελούν ζωτικό στοιχείο της ελληνικής ιδιομορφίας. Μηχανισμοί που μπορεί μεν να προϋπήρχαν της κρίσης, (όπως στην περίπτωση της "μεταρρύθμισης Γιαννίτση", για παράδειγμα, στο συνταξιοδοτικό), αλλά ενισχύθηκαν κατά θηριώδη τρόπο στη διάρκεια των Μνημονίων, με τους "αντιμνημονιακούς αγώνες".

Και εδώ υπάρχει το δεύτερο μεγάλο ζήτημα με τις μεταρρυθμίσεις το οποίο είναι το εξής: αντίθετα με τις λαϊκιστικές παροχές, τα πολιτικά οφέλη των οποίων είναι άμεσα για τον λαοπρόβλητο ηγέτη που τα προσφέρει, ενώ ο λογαριασμός παραδίδεται ετεροχρονισμένα και με ιστορική υστέρηση στον επόμενο ή ακόμη και στον μεθεπόμενο διαχειριστή της εξουσίας, στις μεταρρυθμίσεις συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο διότι αυτές έχουν, κατά κανόνα, πολύ αργή απόδοση και τα οφέλη τους, συνήθως, προκύπτουν πολύ καιρό μετά από την εφαρμογή τους. Το ξεκίνημα μάλιστα των θετικών αποδόσεών τους μπορεί να μετατεθεί ακόμη μακρύτερα στο απώτερο μέλλον και για έναν επιπλέον λόγο: διότι, κατά την πρώτη περίοδο της εφαρμογής τους, αντιμετωπίζουν, (και το ξέρουμε αυτό πολύ καλά), τη λυσσώδη αντίδραση των κατεστημένων ομάδων συμφερόντων οι οποίες επωφελούνταν από την υπό μεταρρύθμιση κατάσταση, (δηλαδή αποκόμιζαν αθέμιτες προσόδους), εις βάρος της κοινωνίας, και χάνουν τα προνόμια τους από τις αλλαγές που υλοποιούνται. Ενώ την ίδιο στιγμή αυτοί οι οποίοι πρόκειται να ευνοηθούν, σε βάθος χρόνου, από τις μεταρρυθμίσεις, δηλαδή όλος ο υπόλοιπος πληθυσμός, δεν έχει συνείδηση και δεν έχει άμεσο ενδιαφέρον για να τις υποστηρίξει.

Απαιτείται, συνεπώς, πολύ μεγάλο πολιτικό κεφάλαιο, αλλά και πολύ μεγάλη θέληση για μία κυβέρνηση ώστε να μπορέσει να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις οι οποίες θα αποδώσουν σε μεταγενέστερο ή και σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο, σε ορισμένες δε περιπτώσεις και μετά την αποχώρηση της ίδιας από την εξουσία.

Υπό παρόμοιες συνθήκες, θα πρέπει να δει κανείς πόσο αποφασιστική είναι η κυβέρνηση Μητσοτάκη να κάνει μεταρρυθμίσεις… χθες, για να προλάβει το … αύριο.