Σαββατοκύριακo
14-15  Δεκεμβρίου 2019
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 3373RSS FEED
Δημοκρατία, κυβερνησιμότητα και απλή αναλογική
Γράφει ο
Πέτρος Ι. Παραράς

 Ι. Σε προηγούμενο κείμενό μου (Καθημ. 27.7.2019) είχα τονίσει τα αδιέξοδα στα οποία καταλήγει η εφαρμογή του συστήματος της απλής αναλογικής, την οποία απορρίπτει ο εκλογικευμένος κοινοβουλευτισμός, αφού με το σύστημα αυτό δεν επιτυγχάνεται πολιτική και οικονομική κυβερνητική σταθερότητα  και διάρκεια και δεν παράγεται έργο, με το κράτος να παραμένει κατ’ ουσίαν ακυβέρνητο. Πέρα όμως των εκτεθέντων υπάρχουν και άλλες σοβαρές ενδείξεις για να αποκρουσθεί το σύστημα της απλής αναλογικής.

        Ειδικότερα, στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει προφανώς «ενότητα» της Κυβέρνησης, αφού οι διάφορες επιμέρους ομάδες υπουργών που την συνθέτουν, ώστε να εξασφαλίζεται η ψήφος εμπιστοσύνης, προσπαθούν να επιβάλουν το δικό τους πρόγραμμα που στις περισσότερες περιπτώσεις θα προσκρούει ευθέως με την πολιτική άλλου κόμματος μετέχοντος επίσης στην Κυβέρνηση. Καταλήγουμε έτσι σε ακυβερνησία, αφού για τα περισσότερα θέματα θα είναι δύσκολο να εφαρμοσθεί συγκεκριμένη κοινή πολιτική. Αλλά το άρθρο 82 παρ. 2 Συντ. ρητώς ορίζει ότι «Ο Πρωθυπουργός εξασφαλίζει την ενότητα της Κυβέρνησης και κατευθύνει τις ενέργειές της… για την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής μέσα στο πλαίσιο των νόμων». Τέτοια ενότητα είναι όμως αδύνατον να εξασφαλισθεί, όταν στην Κυβέρνηση μετέχουν, π.χ., τέσσερα ή και περισσότερα κόμματα. Το παράδειγμα της προηγούμενης κυβέρνησης δεν προσφέρεται για μίμηση.

        Επίσης, και το άρθρο 37 Συντ. φαίνεται να αποκρούει το σύστημα της απλής αναλογικής, αφού δέχεται, «ως κανόνα», ότι μετά τις εκλογές πιθανολογείται ότι θα υπάρξει απόλυτη πλειοψηφία εδρών ώστε να σχηματισθεί μονοκομματική κυβέρνηση, διαφορετικά, αποβλέποντας στην επιτακτική ανάγκη κυβερνησιμότητας, καθιερώνει, «κατ’ εξαίρεση», το σύστημα των «διερευνητικών εντολών», επιδιώκοντας την εξασφάλιση βιώσιμης κυβέρνησης. Όμως, με το σύστημα της απλής αναλογικής η διαδικασία των εντολών καθίσταται, αντιθέτως, ο κανόνας, χωρίς εξαίρεση, που θα τηρείται κάθε φορά που θα διεξάγονται εκλογές, με εκκίνηση από την πρώτη διερευνητική εντολή (σχετική πλειοψηφία), αφού κόμμα με απόλυτη πλειοψηφία εδρών (151) χωρίς το bonus αποκλείεται εξ ορισμού να υπάρξει. Στην απλή αναλογική μόνο πολυκομματικές κυβερνήσεις συνεργασίας νοούνται, αυτές όμως είναι βραχύβιες. Υφέρπει λοιπόν και από το άρθρο 37 Σ η ανάγκη κυβερνησιμότητας, την οποία, ως κανόνα, σαφώς έχει αποδεχθεί ο συντακτικός νομοθέτης και η οποία αναδύεται από περισσότερες διατάξεις του δημοκρατικού μας συντάγματος. Το σύστημα της απλής αναλογικής προσκρούει σ’ αυτές. Εν τέλει, οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν εναποθέσει την ελπίδα για μία καλύτερη ζωή στη δημοκρατία, η οποία εμμέσως απορρίπτει την απλή αναλογική.

        Στη Γαλλία αναγνωρίζεται ότι η αναλογική εκπροσώπηση καθιστά δύσκολη την κυβερνητική σταθερότητα (Ardant/Mathieu), ενώ άλλοι καθηγητές αποτυπώνουν, με κείμενό τους, τη «γαλλική φοβία ενάντια στην απλή αναλογική» (Jahrbuch des Öff. R., Band 67/2019, σελ. 162).

        ΙΙ. Το ζητούμενο όμως είναι να καταργηθεί το σύστημα της απλής αναλογικής που, ως έχουν τα πράγματα, θα ισχύσει στις επόμενες εκλογές. Αν τελικά αυτό εφαρμοσθεί, δεν είναι διόλου βέβαιο πώς θα διαμορφωθεί το νέο πολιτικό σκηνικό αμέσως μετά αλλά και μετά τις δεύτερες εκλογές που άμεσα θα ακολουθήσουν. Η χώρα όμως έχει ανάγκη από σταθερή κυβέρνηση για να  διορθώσει τα κακώς κείμενα του παρελθόντος και να υλοποιήσει το πρόγραμμά της και μία τετραετία δεν φτάνει. Για να παραμερισθεί λοιπόν ο ισχύων εκλογικός νόμος προτείνεται και η ακόλουθη λύση, στο πλαίσιο της εξελισσόμενης αναθεώρησης του Συντάγματος:

        Στην παράγραφο 1 του άρθρου 54 Σ προτείνεται να προστεθεί β΄ εδάφιο, ως εξής: «Στο αυτοτελές κόμμα που συγκεντρώνει τον μεγαλύτερο αριθμό εγκύρων ψηφοδελτίων στο σύνολο της Επικράτειας, παραχωρούνται, επιπλέον των εδρών που λαμβάνει, τριάντα (30) ακόμη έδρες. Αν, παρά ταύτα, δεν επιτυγχάνεται η απόλυτη πλειοψηφία εδρών, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 37 παρ. 2 και επόμενα». Με το bonus των τριάντα εδρών φαίνεται να συμφωνεί και το ΚΙΝΑΛ; Αν η ρύθμιση αυτή περάσει στο Σύνταγμα, θα τείνει, θεμιτώς, προς την «κατεύθυνση» ενός περισσότερο αναλογικού συστήματος, σε σχέση με αυτό βάσει του οποίου διεξήχθησαν οι πρόσφατες εκλογές και το οποίο έδινε bonus πενήντα (50) εδρών στο πρώτο κόμμα.

        Με το δεδομένο όμως αυτό, ο ν. 4406/2016, για την αναλογική εκπροσώπηση των κομμάτων, καθίσταται ευθέως αντισυνταγματικός και άρα ανεφάρμοστος, αφού αυτός καταργεί τον θεσμό του bonus στις επόμενες εκλογές, ενώ το νέο συνταγματικό κείμενο τον προβλέπει. Καταργουμένου λοιπόν του νόμου αυτού για τον παραπάνω λόγο, επανέρχεται αυτομάτως σε ισχύ ο δι’ αυτού καταργηθείς εκλογικός νόμος που ήδη εφαρμόσθηκε στις πρόσφατες εκλογές, με τον περιορισμό μόνο του bonus στις τριάντα έδρες. Ο νομικός αυτός χειρισμός είναι καθ’ όλα νόμιμος, κινείται μέσα στο πλαίσιο της χαραχθείσης «κατεύθυνσης» από την προηγούμενη Βουλή, δι’ αυτού δε επιτυγχάνεται, όχι με 200 ψήφους αλλά μόνον με 180, η κατάργηση της απλής αναλογικής. Έτσι, στις επόμενες εκλογές θα ισχύσει το εκλογικό σύστημα του π.δ. 26/2012 που εφαρμόσθηκε στις πρόσφατες εκλογές, αλλά με περιορισμό του bonus στις τριάντα έδρες.

        Όταν ο Σύριζα ψήφισε την απλή αναλογική απέβλεπε στην εφεξής αποκοπή της δυνατότητας σχηματισμού αυτοδύναμης κυβέρνησης από τη Νέα Δημοκρατία. Όμως, η τωρινή εξακομματική Βουλή αποδεικνύει ότι υπάρχει, και με το εφαρμοσθέν στις 7.7.2019 εκλογικό σύστημα, επαρκέστατη εκπροσώπηση όλων των ιδεολογικών τάσεων που καταγράφονται στο εκλογικό σώμα, ώστε έχει ήδη επιτευχθεί και ο περαιτέρω στόχος στον οποίο απέβλεπε ο Σύριζα. Ούτε και αυτόν συμφέρει τώρα η υπεράσπιση της απλής αναλογικής.

       

(Από την Καθημερινή)