Σαββατοκύριακo
14-15  Δεκεμβρίου 2019
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 3373RSS FEED
Δημογραφικό, μια ευθύνη που δεν μεταβιβάζεται, αναλαμβάνεται
Γράφει η
Σούλα Αντωνίου

 

«Το δημογραφικό πρόβλημα είναι τόσο θεμελιώδες που εκδικείται βάναυσα εκείνους οι οποίοι το αγνοούν»

Alfred Sauvy

 

Ο Edgar Morin έγραφε ότι «η ιδέα ότι δεν βλέπουμε αυτό που “είναι ολοφάνερο”, δεν αντιλαμβανόμαστε πραγματικά αυτό που βλέπουμε, ότι παρερμηνεύουμε αυτό που αντιλαμβανόμαστε, ότι δεν προβλέπουμε αυτό που έχει ήδη φανεί στον ορίζοντα και αυτό ιδιαίτερα με την θέαση που έχουμε του σύμπαντος, με τη θέαση μας της πολιτικής» ως επισήμανση  έχει εφαρμογή σήμερα.

 Στη δύσκολη συγκυρία που βιώνουμε, αφήνουμε να βυθιστούν όλα τα πράγματα σε ένα μηδενισμό, προσφεύγουμε στον ανορθολογισμό, έχουμε μια στρεβλή αντίληψη της πραγματικότητας, αδυνατούμε να δούμε τις συνέπειες των πράξεων και των παραλείψεων μας, χάνουμε τους άξονες προσανατολισμού μας. Η περιορισμένη ορθολογικότητα μας παράγει θεωρίες συνωμοσίας, φλερτάρει επικίνδυνα με τη νοοκτονία, εμποδίζει το νου να αποκτήσει μια εννοιολογικά ολοκληρωμένη και συνεκτική θεώρηση της πραγματικότητας, τον άνθρωπο, να οραματιστεί ένα ελπιδοφόρο μέλλον και με τη δράση του να διαγράψει μια ιστορική προοπτική. Όταν η ιστορική μνήμη αφυπνιστεί, η σκέψη αποσυσκοτιστεί και η συνείδηση αποκτήσει το αυτεξούσιο της ,τότε θα κατανοήσει το γιατί σε αυτόν τον “μικρό και μέγα κόσμο”, το λουσμένο από το φως του πολιτισμού τόπο,  που είναι η μητρώα μας γη,  έχει αρχίσει ανεπαισθήτως και ασυνειδήτως να συντελείται μια μητροκτονία.

Όσο οι Έλληνες θα συνεχίζουν να μην αναπαράγονται, να φεύγουν από τον εαυτό τους, από το κοινωνικό τους ‘’είναι’’ και από την πατρίδα τους. Τόσο η γεωπολιτική θα βρίσκεται σε αναμέτρηση στην αρένα της ιστορίας με τη δημογραφία, με άγνωστη προς το παρόν έκβαση. Το άκρως ανησυχητικό δημογραφικό αυτό σκηνικό έχει δημιουργηθεί από το  ότι η φυσική κίνηση του πληθυσμού, η γεννητικότητα ως συχνότητα γεννήσεων και η θνησιμότητα ως συχνότητα θανάτων, δηλαδή η ανανέωση και η φθορά του πληθυσμού, έχουν διαταραχθεί επικίνδυνα, ο δείκτης γεννητικότητας βρίσκεται σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα. Αν στη φυσική φθορά συνυπολογιστεί και η τεχνητή φθορά, η εξωτερική μετανάστευση όχι μόνο του πιο παραγωγικού και αναπαραγωγικού ανθρώπινου δυναμικού αλλά και κατόχου  ακαδημαϊκών προσόντων (brain drain), τότε βρισκόμαστε μπροστά σε ένα εφιαλτικό σενάριο. Με δεδομένο ότι ο πληθυσμός, σύμφωνά με τον E. Durkheim, είναι το «υλικό» στοιχείο από το οποίο συγκροτείται μια κοινωνία, η πρώτη ύλη δόμησης των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων. Η ανανέωση της δεξαμενής του πληθυσμού με νέο  "υλικό", δηλαδή η αντικατάσταση των γενεών

 

 αποτελεί αναγκαίο όρο της επιβίωσης ενός λαού και προϋπόθεση της ιστορικής του συνέχειας. Απαραίτητο όμως, για την κατανόηση του δημογραφικού προβλήματος είναι η αποσαφήνιση κάποιων βασικών εννοιών, της γεννητικότητας και της γονιμότητας. Με τον όρο «γεννητικότητα» εννοούμε τη διαδικασία βιολογικής ανανέωσης του πληθυσμού, τη συχνότητα των ζώντων γεννήσεων κατά τη διάρκεια μιας χρονική περιόδου. Η «γονιμότητα» έχει δύο διαστάσεις, τη βιολογική και τη δημογραφική. Η βιολογική γονιμότατα είναι δηλωτική της αναπαραγωγικής ικανότητας του πληθυσμού, φανερώνει την ικανότητα των ανδρών να γονιμοποιήσουν και των γυναικών να συλλάβουν, να κυοφορήσουν και να γεννήσουν ζωντανά παιδιά. Η βιολογική αυτή ιδιότητα της γυναίκας θα κάνει τον Κρέοντα εκφραστή ενός πρώιμου φαλλοκρατισμού στη προσπάθεια του να απαξιώσει την ηθικά εξεγερμένη Αντιγόνη και στο πρόσωπο της όλες τις γυναίκες, θα τις αποκαλέσει αρόσιμες γαίες: «Αρωσιμοι γαρ χατερων εισιν γυαι». Χαρακτηρισμός που δηλώνει ότι η γυναίκα και το σώμα της δεν ανήκουν στην ίδια, αλλά στον άντρα, σπορέα-καλλιεργητή και ότι δεν είναι τίποτα άλλο εκτός από αναπαραγωγική μηχανή.

Η γονιμότητα στη δημογραφική της εκδοχή υπογραμμίζει τη χρονική περίοδο της αναπαραγωγικής ικανότητας της γυναίκας, που είναι  15-49 ετών, αυτή καθορίζεται από κοινωνικούς παράγοντες, δηλαδή υπόκειται σε κοινωνικούς ελέγχους και ρυθμίσεις, καθώς οι γενετήσιες σχέσεις δεν είναι ελεύθερες σε καμία κοινωνία. Ο άνθρωπος ως «ον λογικόν», σε αντίθεση με τα άλλα έμβια όντα, δεν αναπαράγεται ανεξέλεγκτα, αλλά βρίσκεται διαρκώς υπό την επίδραση των κοινωνικά αποδεκτών κανόνων, η ισχύς των οποίων στο χρόνο καθιστά προμελετημένη τη διαδικασία της ανθρώπινης αναπαραγωγής.

Όμως όσο η κοινωνία εξελίσσεται, ο ατομικισμός μεγαλώνει και οι σχέσεις των δύο φύλων αλλάζουν, τόσο οι συνερχόμενοι σε γενετήσια ένωση άνθρωποι προσπαθούν να ελέγξουν τη συχνότητα και τον αριθμό των γεννήσεων. Η συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντι στο ζήτημα της αναπαραγωγής διαφέρει από πολιτισμό σε πολιτισμό, από κοινωνία σε κοινωνία , από εποχή σε εποχή. Ειδικότερα, έχει σχέση εν πολλοίς με το μορφωτικό επίπεδο, το εισόδημα, το θρήσκευμα, τη γεωγραφική προέλευση (αγροτικός – αστικός χώρος), την ταξική καταγωγή και άλλους παράγοντες, οι οποίοι συναθροιζόμενοι ασκούν επίδραση στην απόφαση τους να αποκτήσουν πέραν το ενός παιδιά, ασχέτως αν οι γεννήσεις λαμβάνουν χώρα εντός ή εκτός γάμου.

Ένας άλλος παράγοντας που επιδρά, άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά, στην αναπαραγωγή του πληθυσμού είναι η ηλικία εισόδου της γυναίκας στον γάμο, στο μέτρο που ακόμα στην κοινωνία μας οι περισσότερες γεννήσεις πραγματοποιούνται εντός  γάμου και μόνο ένα ποσοστό 9% είναι εκτός γάμου. Όσο νεότερη είναι η νύφη, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να συλλάβει και να γεννήσει περισσότερα του ενός παιδιά, -στη δεκαετία του 1960 κατά μέσο όρο η γυναίκα γεννούσε στα 28,7 έτη και το 2015 στα 31,3 έτη.- ενώ όσο μεγαλύτερης ηλικίας είναι τόσο στενεύουν τα περιθώρια, μειώνονται οι πιθανότητες.

 Η ολοένα και πιο συχνή προσφυγή ενός τμήματος του γυναικείου πληθυσμού, συνήθως μεγαλύτερης ηλικίας στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή μπορεί εν μέρει να εξηγηθεί από το ότι η σύγχρονη γυναίκα έχει χειραφετηθεί και ως εκ τούτου αντιλαμβάνεται και ιεραρχεί με διαφορετικό τρόπο τις προτεραιότητες της ζωής της από ότι οι περασμένες γενιές. Η αποδέσμευση της σεξουαλικότητας από την αναπαραγωγή με τη συνδρομή των σύγχρονων αντισυλληπτικών μεθόδων έχει, μεταξύ άλλων, ως αποτέλεσμα τον έλεγχο της γονιμότητας και την ανάσχεση της γεννητικότητας. Η χώρα μας έχει ανάμεσα στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναν από τους χαμηλότερους δείκτες γεννήσεων, σύμφωνα μάλιστα, με τις προβλέψεις της Eurostat και άλλων έγκυρων συναφών οργανισμών, η εξέλιξη του πληθυσμού μας από 11 εκατομμύρια που ήταν το 2013 υπολογίζεται ότι θα πέσει το 2050 στα 8,3-10 εκατομμύρια.

Η μείωση του πληθυσμού της Ελλάδας είναι αποτέλεσμα τριών αλληλοεπενεργούντων παραγόντων, τόσο της υπογεννητικότητας, όσο και της αύξησης του δείκτη γήρανσης του πληθυσμού –(τα άτομα άνω των 65 ετών αντιπροσωπεύουν σήμερα το 21,3% του πληθυσμού, ενώ το  2030 θα είναι περίπου το 30% και το 2050 θα αποτελούν το 1/3 του πληθυσμού), καθώς και της εξωτερικής μετανάστευσης, του φαινομένου της αποδημίας.

Η μη αντικατάσταση των γενεών για μια χώρα μικρή, γλωσσικά ανάδελφη, γεωγραφικά γειτνιάζουσα με μη φιλικά κράτη, αλλά και χώρα- μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η δική μας, έχει αρνητική επίδραση και στις άλλες μορφές ζωής,  (στο εκπαιδευτικό σύστημα,  στο σύστημα υγείας, στο συνταξιοδοτικό, στο τομέας της οικονομίας και της εθνικής άμυνας}-, ισοδυναμεί με αφαίμαξη της ζωτικότητας της και με αργό θάνατο. Η μη ανατροπή της φθίνουσας αυτής πορείας οδηγεί αναπόδραστα στην αποσάθρωση των κοινωνικών θεμελίων, στην αδυναμία της Ελλάδας να προσαρμοσθεί στα νέα δεδομένα. Δυσκολεύει τη σύγκλιση της χώρας μας με το επίκοινο σημείο αναφοράς μας, την Ευρωπαϊκή Ένωση, στην οποία η συμμετοχή μας απαιτεί την ενεργό και εμπρόθετη παρουσία μας στα δρώμενα.

Θα ήταν παράλειψη εκ μέρους μας, όχι για να ανευθυνοποιήσουμε τα άτομα, αν δεν τοποθετούσαμε το δημογραφικό πάνω σε ένα ευρύτερο ερμηνευτικό πλαίσιο, πέραν του ατομικού- ψυχολογικού (επιθυμία για επαγγελματική ανέλιξη και κοινωνική καταξίωση, σταθερή εργασία, επιδίωξη απόκτησης ιδιόκτητης στέγης, υιοθέτηση ξενόφερτων προτύπων και τρόπων ζωής κ.α.) σε αυτό του κράτους.

Πρέπει να εξηγήσουμε ότι το κράτος ως εκπρόσωπος και εκφραστής του συλλογικού υποκειμένου – λαός, ο οποίος ως πηγή εξουσίας έχει συνάψει μια συμβασιακή σχέση με το πολιτικό μόρφωμα κράτος, με σκοπό την εξυπηρέτηση των αναγκών του και την προαγωγή και υπεράσπιση των ατομικών και συλλογικών συμφερόντων οφείλει ως εκ του ρόλου του σύμφωνα με το Σύνταγμα του 1975 να μεριμνά ανάμεσα στα άλλα για τον κοινωνικό θεσμό «οικογένεια».Το άρθρο 21 παρ.1 αναγνωρίζει ότι: «Η οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του κράτους», ενώ με το άρθρο 25 παρ. 1 και 2 κατοχυρώνονται και διασφαλίζονται «τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου […] (με σκοπό) την πραγμάτωση της κοινωνικής προόδου». Η εμπραγμάτωση της συνταγματικής επιταγής και αξιολογίας απαιτεί  την χάραξη μιας συνεπούς και μακράς πνοής κοινωνικής πολιτικής, μιας δημογραφικής στρατηγικής ενθάρρυνσης και στήριξης της οικογένειας, δηλαδή τη πλαισίωση της από επιμέρους πολιτικές όπως είναι π.χ. η προστασία της μητρότητας, της γονεϊκότητας και η μέριμνα για το παιδί κ.α., πολιτικές οι οποίες προυποθέτουν την ύπαρξη ή δημιουργία αντίστοιχων υποδομών φροντίδας, μη εξαιρούμενης ακόμη και της φορολογικής πολιτικής. Όπως συνάγεται από τις διατάξεις του Συντάγματος, ένα σύγχρονο και κοινωνικά ευαισθητοποιημένο κράτος είναι υποχρεωμένο να λειτουργεί υπέρ της κοινωνίας και των πολιτών του, αναλαμβάνοντας θετικές ενέργειας παρέχοντας αγαθά και υπηρεσίες, ευκαιρίες εργασίας και δημιουργώντας κίνητρα.

 

Με βάση τα παραπάνω, το ερώτημα που γεννάται είναι: Το κράτος έχει ανταποκριθεί μέχρι τώρα στις επιταγές του Συντάγματος, θέτοντας στην κορυφή των προτεραιοτήτων του αυτό που αποτελεί το υπ’ αριθμό ένα πρόβλημα της χώρας, το δημογραφικό; Η απάντηση έρχεται αβίαστα από τα στατιστικά στοιχεία, τα οποία δείχνουν ότι η υπογεννητικότητα συνιστά χρόνιο πρόβλημα. Ο δείκτης γονιμότητας βρίσκεται σήμερα στο 1,3 παιδιά, όταν στη δεκαετία του 1960 ήταν στα 2,3 παιδιά πάνω από το όριο αντικατάστασης των γενεών που είναι 2,1 παιδιά. Στη συνέχεια το ρητορικό ή ιντριγκαδόρικο ερώτημα που προκύπτει, είναι: αλήθεια έχουμε πραγματικά αντιληφθεί τι διακινδυνεύεται τόσο από τη φυσική όσο και από την τεχνητή φθορά του πληθυσμού, από την ιστορικά διαμορφωμένη τάση μας με την πρώτη δυσκολία να συμπεριφερόμαστε ως αποδημητικό σμήνος;  Η απάντηση στο καίριο αυτό ερώτημα είναι ότι, εκείνο που τίθεται σε διακινδύνευση είναι ο πολιτισμός, τόσο με την ευρεία όσο και με τη στενή του όρου έννοια. Ο πολιτισμός με την ευρεία του όρου σημασία  περιλαμβάνει το σύνολο των αξιών, ιδεών, αρχών, νοημάτων, αντιλήψεων, πεποιθήσεων, πίστεων, προτιμήσεων, συμπεριφορών, στάσεων και συλλογικών στόχων, δηλαδή τις αποκρυσταλλωμένες από το χρόνο πρακτικές, οι οποίες φανερώνουν τον τρόπο σκέψης, αντίληψης και δράσης, ενώ ο πολιτισμός με τη στενή έννοια του όρου θεωρείται η πνευματική καλλιέργεια, η καλλιτεχνική δημιουργία, η προαγωγή των επιστημών.

Και οι δύο έννοιες του πολιτισμού εξυπονοούν την ύπαρξη ενός κοινωνικά δρώντος και έμφορτου νοήματος συλλογικού υποκειμένου, δημιουργού και δημιουργήματος του πολιτισμού και ότι ο πολιτισμός ως βάση της ταυτότητας ενός λαού είναι το κέντρο αναφοράς του, θεσμεί και μορφοποιεί την πολιτισμική του ιδιοπροσωπεία και συνιστά παράγοντα συσπείρωσης του.  Ο πολιτισμός δεν είναι, όπως νομίζουν μερικοί, ταριχευμένο σώμα ή ένα αισθητικοποιημένο ερείπιο,  αλλά ανέσπερο πνεύμα και ζωντανή και δρώσα δύναμη, πράγμα που σημαίνει ότι ο πολιτισμός οφείλει να γίνει αντιληπτός με πραξιολογικούς όρους. Όπως είναι γνωστό, από τον Διαφωτισμό και μετά, οι λαοί στηριζόμενοι πάνω στα νοηματικά και πολιτισμικά τους συμφραζόμενα σχηματίστηκαν σε έθνη-κράτη. Το έθνος τόσο στη γαλλική του εκδοχή (nation), όσο και στη γερμανική του (volk) ενσαρκώνεται και εμψυχώνεται από το λαό. Πολιτική οργάνωση του έθνους-λαού είναι το κράτος, το οποίο ασκεί κυριαρχία πάνω σε μια σαφώς οριοθετημένη και αδιαπραγμάτευτη εδαφική περιοχή, την εθνική του επικράτεια.  Όταν, όμως, ένας λαός δεν αναπαράγεται βιολογικά, δεν αυξάνεται πληθυσμιακά και δεν ανατροφοδοτείται πολιτισμικά, τότε όχι μόνο χάνει τη φυσική του αλκή, την πνευματική του ευρωστία και την ιστορική του μνήμη, αλλά αργά και σταθερά χάνει και την ισχύ του ως εθνοκρατικά οργανωμένη οντότητα και βεβαίως τη διαπραγματευτική του ικανότητα στο διεθνές περιβάλλον, το συγκροτημένο από έναν γαλαξία εθνών-κρατών. Αυτοϋπονομευόμενος παύει να συμμετέχει στη διαδικασία του πολιτισμού, στη διαδικασία της εξέλιξης που ονομάζεται ιστορία. Και επειδή η ιστορία και η κοινωνία απεχθάνονται το κενό και τις πολιτισμικές βραδυπορίες, το δημογραφικό κενό έρχεται να το καλύψει και τις "ουλές" που παρατηρούνται στην πυραμίδα του πληθυσμού έρχεται να τις επουλώσει η γεννητικότητα άλλων λαών, τα μεταναστευτικά κύματα τα οποία ανανεώνουν τεχνητά τον πληθυσμό μιας χώρας. 

Φοβάμαι ότι όσοι λαοί διαπλέουν χωρίς πυξίδα και πλοηγό τον τρικυμιώδη ωκεανό της ιστορίας κινδυνεύουν με προσωπική τους ευθύνη να καταβυθιστούν, να εξαφανιστούν. Η ευθύνη μας για τη δημογραφική μας συμπεριφορά είναι μια ευθύνη που δεν μεταβιβάζεται, δεν υποκαθίσταται,  αναλαμβάνεται. Είναι η ευθύνη μας ως ιστορικού λαού απέναντι στη παράδοση μας ,  απέναντι στον όρκο που έδιναν οι Αθηναίοι έφηβοι: « […]την πατριδα ουκ ελασσω παραδωσω, πλειω δε και αρειω οσης αν παραδεξωμαι.» Για ένα λαό το τοπίο της ψυχής του, τα έγκατα του παρελθόντος του, το ορμητήριο των ελπίδων του, η αρχή και το τέλος ενός δρόμου που ξαναβρίσκει πάντα επιστρέφοντας στα χώματα του, για να θυμηθούμε τον Hoelderlin στο ποιήμα του Heimkunft, ονομάζεται πατρίδα. Θέλοντας να αποφορτίσουμε, τη λέξη «πατρίδα» - (από το «πατέρας»)-, από έμφυλα σημαινόμενα θα την πούμε μητέρα-πατρίδα ή σύμφωνα με έναν νεολογισμό «μητρίδα», για να αποκτήσουν όνομα και ορατότητα οι μητέρες, . Να φανεί ο ιστορικά παραγνωρισμένος ρόλος τους στην εξύφανση του πολιτισμικού και κοινωνικού ιστού που συνέχει τον συλλογικό μας βίο, για να διασωθεί η αξεδιάλυτη φυσική και μυστική ενότητα που καλείται Μάνα-Ζωή, ως μόνη ικανή να μετατρέψει την επιθυμία θανάτου ενός λαού σε θέληση για ζωή, όπως έλεγε ο Nietsche.

*Εισήγηση στην ημερίδα με θέμα ‘’Η Ελλάδα μπροστά στις προκλήσεις του δημογραφικού’’.