Τρίτη
21 Σεπτεμβρίου 2021
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 4020RSS FEED
Σάμουελ Χάου: Ο φιλέλληνας φιλάνθρωπος γιατρός
Γράφει ο
Γιώργος Ν. Παπαθανασόπουλος

 

         Μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες φιλέλληνα είναι ο αμερικανός γιατρός Σάμουελ Χάου. Η προσφορά του δεν περιορίστηκε μόνο στους Έλληνες με τις ιατρικές και φιλανθρωπικές υπηρεσίες που προσέφερε. Ήταν μεγάλη και στην Πατρίδα του, τις ΗΠΑ, όπου αγωνίστηκε για την κατάργηση της δουλείας και για τα ανθρώπινα δικαιώματα των νέγρων. Στο πλαίσιο του αγώνα του επισκέφθηκε και συζήτησε με τον Πρόεδρο Λίνκολν. Επίσης ήταν ο δημιουργός στις ΗΠΑ του Ιδρύματος Πέρκινς για τυφλούς και κωφαλάλους, το οποίο σήμερα είναι από τα μεγαλύτερα και καλύτερα παγκοσμίως. Στο σχολείο του Ιδρύματος φοίτησε η περίφημη Έλεν Κέλερ και η δασκάλα της Άννα Σάλιβαν ήταν απόφοιτη αυτού του σχολείου. Ο Ντίκενς το 1842 επισκέφθηκε το Πέρκινς και εντυπωσιάστηκε από τη δουλειά που γινόταν σε αυτό. Τις άριστες εντυπώσεις του τις κατέγραψε στο βιβλίο – ημερολόγιο του «American Notes».

         Αυτός ο εξαίρετος άνθρωπος και επιστήμονας ήρθε στην Ελλάδα για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον αγώνα για την ανεξαρτησία της. Στις 28 Μαρτίου του 1825 έγραψε, στον επιστήθιο φίλο του William S. Sampson, στις ΗΠΑ: «Είμαι στην Ελλάδα. Συμβάλλω κατ’ ελάχιστον στην υπόθεση της Ελευθερίας και της Ανθρωπότητας. Είμαι ανεξάρτητος και, όσο είναι δυνατό για μένα, είμαι ευτυχισμένος». (Σάμουελ Χάου «Ημερολόγιο από τον Αγώνα1825-1829», Βιβλιοπωλείο Νότη Καραβία, Αθήνα, 1971, σελ. θ΄»).  Όσον αφορά στην αφοσίωσή του στην θεραπεία των αγωνιστών γράφει: «Είμαι τόσο απορροφημένος από τους τραυματίες, ώστε οι ημέρες πετούν σαν τον άνεμο και μόλις μου αφήνουν μια στιγμή να σκεφτώ...». (Αυτ. σελ. ιη΄).

         Όταν ήρθε ο Χάου στην Ελλάδα τον παρέλαβε η φράξια Μαυροκορδάτου   και είχε μονομερή και στρεβλή εικόνα των όσων συνέβαιναν και για τις προσωπικότητες του Αγώνα. Έτσι τον Μαυροκορδάτο τον θεωρεί ως  «τον ικανότερο υιό της Ελλάδας και το ισχυρότερο στήριγμά της...». (Αυτ. μα΄). Επίσης είχε αρίστη ιδέα για τον Μάσον, τον εμπαθή αλαζόνα και έως θανάτου διώκτη του Κολοκοτρώνη, για τον οποίο, φυσικά, ο Χάου  δεν είχε καλή ιδέα...

Τους φιλέλληνες ο Χάου τους χωρίζει σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη βάζει εκείνους που «πλάκωσαν στην Ελλάδα κοπαδιαστά με την προσδοκία να δρέψουν δάφνες και δολάρια, αλλά όταν παρουσιάστηκαν τα πρώτα αγκάθια.... σιχάθηκαν την Ελλάδα και μαζί και τους Έλληνες... Πήγαν σπίτια τους και έδωσαν διέξοδο στην κακεντρέχειά τους συκοφαντώντας την». Στη δεύτερη κατηγορία κατατάσσει όσους πλήρωσαν με το αίμα τους τη συμμετοχή τους στον Αγώνα των Ελλήνων. Μεταξύ αυτών ονομάζει τους Βύρωνα, λόρδο Μάρεϊ, στρατηγό Νόρμαν «και  άλλους γενναίους Γερμανούς και Πολωνούς». Ιδιαιτέρως μνημονεύει τον Ιταλό κόμη  Σανταρόζα, τη μεγάλη αυτή στρατιωτική προσωπικότητα, που ως απλός αγωνιστής σκοτώθηκε στη μάχη της Σφακτηρίας.     

         Για τους Έλληνες έγραψε διάφορα, πολλές φορές αλληλοσυγκρουόμενα. Όμως το καταστάλαγμά του είναι ένας ύμνος για τους Έλληνες και μια καταγγελία σε βάρος εκείνων – Ελλήνων και ξένων – οι οποίοι «έζησαν στην Ευρώπη και απέκτησαν και τα ευρωπαϊκά ελαττώματα». Γράφει ότι οι συκοφαντούντες τους Έλληνες, «δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν τους ότι η Ελλάς επί τετρακόσια έτη διετέλει υπό το βάρος του φρικτοτέρου δεσποτισμού, απανθρωποτέρου της δουλεμπορίας ακόμη και των Ινδιάνων. Εγώ τολμώ να είπω άνευ φόβου διαψεύσεως, ότι ο νεώτερος Έλλην, παρ’ όλην την καταθλιπτικήν δουλείαν του, είναι πλέον εναρέτου και ευχαρίστου χαρακτήρος ή ο Σικελός, ο Ιταλός, ο Ισπανός και ο Ρώσος. Είναι εξυπνότερος, δραστηριώτερος, με μεγαλυτέραν ιδιοφυίαν, ως ο κάτοικος πάσης ευρωπαϊκής χώρας». (Αυτ. σελ. 119).

         Ο Χάου ήταν γόνος πολύ πλούσιας οικογένειας των ΗΠΑ. Ο πατέρας του ήταν πλοικτήτης και βιομήχανος. Όμως φόρεσε τη φουστανέλα και συμμετέχοντας στις εκστρατείες και στις μάχες ως γιατρός προσαρμόστηκε στις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, τις οποίες και περιγράφει στο Ημερολόγιό του: «Ο Έλλην στρατιώτης είναι νοήμων, δραστήριος, σκληραγωγημένος και λιτοδίαιτος. Οδεύει ή μάλλον σκιστά επί των βράχων, αρκούμενος εις μίαν γαλέταν, εις ολίγας ελαίας ή ωμόν κρεμμύδι. Τη νύκτα κατακλίνεται ευχαριστημένος επί του εδάφους, ως προσκεφάλαιον έχων ομαλόν τινα λίθον και ως κάλυμμα την καπόταν, που φέρει μαζί του χειμώνα καλοκαίρι...Οι Έλληνες στρατιώται δεν είχον σκευάς και ήσαν απηλλαγμένοι αποσκευών...Η φουστανέλα του είναι το μανδήλιό του, το τραπεζομάντηλό του και η πετσέτα του..» (Αυτ. σελ. 11-12).

Απευθυνόμενος στους καλοζωισμένους αμερικανούς φίλους του ο Χάου γράφει για την προσωπική του εμπειρία: « Είμαι βέβαιος ότι ποτέ δεν εδοκιμάσατε το πραγματικόν συναίσθημα της διαβρωτικής πείνης. Σεις γνωρίζετε μόνον τι θα πη καλή όρεξις. Επέρασα ολόκληρους μήνας με σαλιγκάρια του βουνού μόνον και με ψημένα έντομα, εβδομάδας χωρίς ψωμί και ημέρας χωρίς μπουκιά εις το στόμα...» (Αυτ. σελ. 12).

Πέρα από το επιστημονικό και φιλελληνικό του έργο ο Χάου προσέφερε και κοινωνικό έργο στην Ελλάδα. Ελληνόπουλα προσφυγόπουλα και ορφανά, περίπου σαράντα, που τα περισσότερα  ζούσαν στο ορφανοτροφείο της Αίγινας και όλα είχαν έφεση να σπουδάσουν ο Χάου  τα πήρε μαζί του στις ΗΠΑ. Τα περισσότερα  αποκαταστάθηκαν καλά, παντρεύτηκαν αμερικανίδες, αλλά χάθηκαν για τον Ελληνισμό.

Χαρακτηριστική η περίπτωση του Ιωάννη Σελιβέργου Ζάχου (1820-1898). Αναδείχθηκε στις ΗΠΑ πολύπλευρη και αξιόλογη προσωπικότητα. Καταγράφεται ως «ιατρός, λόγιος, πανεπιστημιακός, εφευρέτης, θρησκευτικός ρήτορας...». Αγωνίστηκε για τα δικαιώματα των νέγρων και των γυναικών. Όμως ξέχασε την Ελλάδα. Εγκατέλειψε την Ορθοδοξία, έγινε «πάστορας» της Σέχτας του Αντιτριαδιτισμού (Unitarianism). Πιθανόν επειδή όταν ήταν 4 ετών ο Κωνσταντινουπολίτης πατέρας  του σκοτώθηκε σε μάχη κατά την Επανάσταση του 1821 και η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε, τον άφησε να φύγει στις ΗΠΑ με τον Χάου και κάποια στιγμή, όταν ήταν μόλις 13 ετών, σταμάτησε να τον ενισχύει οικονομικά...  

Κάπως διαφορετική η περίπτωση του Χριστόφορου Καστάνη (1814-1866), που και αυτόν πήρε ο Χάου στις ΗΠΑ για να σπουδάσει. Ήταν από τη Χίο και κατά την καταστροφή της έχασε και τους δύο γονείς του. Ο ίδιος γλύτωσε και έφτασε στο Ναύπλιο κατά θαυματουργικό τρόπο. Ευρισκόμενος στην Αμερική έγινε πανεπιστημιακός και συγγραφέας. Περιέγραψε τις περιπέτειές του σε δύο βιβλία, που κυκλοφορήθηκαν το 1851 και έγιναν μπεστ σέλερς. Σε αυτά αναφέρει ευφήμως τους Χάου και Ζάχο. Παντρεύτηκε αμερικανίδα και απεβίωσε στα 52 του χρόνια, χωρίς να προσφέρει κάτι στον Ελληνισμό των ΗΠΑ. Μια τρίτη περίπτωση είναι του Μιχαήλ Ανάγνου (Αναγνωστόπουλου,1837-1906). Σπούδασε στην Ελλάδα και έμαθε καλά ξένες γλώσσες. Γνωρίστηκε με τον Χάου, που τον προσέλαβε γραμματέα του και τον πήρε μαζί του στις ΗΠΑ. Τον έκανε αναπληρωτή του στο Ίδρυμα Πέρκινς για τους τυφλούς, παντρεύτηκε την κόρη του και ανέλαβε το Ίδρυμα μετά τον θάνατό του.

 

Ο αμερικανός φιλάνθρωπος γιατρός Σάμουελ Χάου και το Λεωνίδιο

Απόσπασμα από το Ημερολόγιό του για την Επανάσταση του 1821

Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

 

         Πρόκειται για μια πρωτότυπη περιγραφή του Λεωνιδίου και χωριών της  Κυνουρίας, την οποία έγραψε ο Σάμουελ Χάου στο ημερολόγιό του. Η περιγραφή, κατά την άποψή μας, είναι από τις πιο γλαφυρές που έχουν γραφτεί από ξένους περιηγητές για ελληνικές περιοχές. Σημειώνεται ότι ο Χάου διηγείται  τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις από την για φιλανθρωπικό σκοπό περιοδεία του στην περιοχή του Λεωνιδίου, σε ένα διάλειμμα των υποχρεώσεων του ως ιατρού των αγωνιστών του 1821  .

 

         Λεωνίδιον, 25 Ιουλίου 1827

         Αφίχθημεν ενταύθα περί την μεσημβρίαν, ελλείψει δε καταλλήλου αγκυροβολίου, όπως συμβαίνει εις τους πλείστους λιμένας της Ελλάδος, ηναγκάσθημεν να προσδέσωμεν σχοινία επί των βράχων προς εξασφάλισιν του πλοίου. Επί της παραλίας υπάρχει είδος τελωνείου καί τινα καταστήματα. Ιππεύσαντες επί ημιόνων κατηυθύνθημεν εις την πεδιάδα, αποτελούσαν περιεργοτάτην σκηνογραφίαν. Από του ενός μέρους περιβάλλεται υπό αποτόμου οροσειράς, από του ετέρου δε υπό βραχώδους κρημνού πολλών εκατοντάδων ποδών ύψους και τόσον κανονικού, ώστε να σχηματίζη τέλειον τείχος εντελώς απροσπέλαστον. Η πεδιάς εκτείνεται εις απόστασιν πέντε μιλίων.

Ακολουθήσαντες την κοίτην του ποταμού εφθάσαμεν εις Λεωνίδιον, κείμενον επί κλιτύος λόφου και εις απόστασιν ημίσεος περίπου μιλίου εκ του άνω άκρου της περιέργου πεδιάδος. Ουδεμία άλλη φυσική έξοδος υπάρχει πλην της κοίτης του ποταμού διερχομένης μεταξύ τεραστίων βράχων και κρημνών. Ωδηγήθημεν ευθύς ως εφθάσαμεν εις το Λεωνίδιον εις την οικίαν του προεστώτος υποδεχθέντος ημάς φιλοφρόνως και προσκαλέσαντος ημάς εις γεύμα. Κατόπιν μας ετοποθέτησεν εις κατάλληλον κατοικίαν όπου αναπαυθείς ολίγον ήρχισα την σύνταξιν καταλόγου των πτωχών της πόλεως και των πέριξ. Εις το χωρίον δεν υπήρχον πολλοί πτωχοί καθόσον δεν είχε λαφυραγωγηθή υπό των Τούρκων. Αι οικίαι του είναι θαυμάσιαι, η δε πλουσία και καλώς καλλιεργημένη πεδιάς συντείνει τα μέγιστα εις την ευημερίαν των κατοίκων. Πράγματι εις όλον τον Μωρέαν δεν υπάρχει άλλο χωρίον τόσο ακμάζον, καθόσον όλα τα άλλα ελεηλατήθησαν και επυρπολήθησαν υπό των Αράβων. Επλησίασαν και ενταύθα οι Άραβες, αλλ’ ότε ητένισαν εκ των κρημνών εις την πεδιάδα δεν ετόλμησαν να εισέλθωσιν εις την παγίδα, εντός της οποίας πεντήκοντα μόνον Έλληνες θα ηδύναντο να τους αποκλείσωσι και να τους καταστρέψωσι.

         26 Ιουλίου 1827.

         Σήμερον την πρωίαν απήλθον εκ Λεωνιδίου συνοδευόμενος υπό του ιατρού Δυμόν, των τριών υπηρετών μας και τριών ημιονηγών ωπλισμένων μέχρις οδόντων, καθόσον οι κάτοικοι μας είχον ειδοποιήσει ότι, αν μεταβαίνομεν προς εκτέλεσιν φιλανθρωπικού έργου ηδυνάμεθα να συναντήσωμεν τους προσκόπους από των οποίων κακώς θα απηλλασσόμεθα. Ούτως εξεκινήσαμεν επί ημιόνων, των πεισματωδεστέρων δαιμόνων, διαρκώς λακτιζουσών, καθόσον εις την Ελλάδα δια τας καλάς ημιόνους το λάκτισμα θεωρείται προτέρημα. Η ιδική μου επί παραδείγματι μετά πολλάς προσπαθείας όπως με κυλίση κάτω, λακτίζουσα, οπισθοχωρούσα και ανορθουμένη, επωφελήθη της ευκαιρίας, ότε είχον αφιππεύσει χριστιανικώτατα όπως την ανακουφίσω κατά την αναρρίχησιν του όρους, όπως αποδώση αντιχριστιανικώτατα κακόν αντί καλού, και με ελάκτισεν εις τον δεξιόν μηρόν, θα με εφόνευε δε αναμφιβόλως αν δεν προσέκρουε ο πους της επί του γιαταγανίου και των άλλων όπλων τα οποία έφερον....

Αλλά ας εξακολουθήσω. Ανηρχόμεθα λοιπόν τον απότομον κρημνόν τον σχηματίζοντα το σύνορον της πεδιάδος δι’ ανωμάλου ελικοειδούς ατραπού τόσον στενής είς τινα μέρη, ώστε μόλις η ημίονος να πατή. Με τον κρημνόν εγειρόμενον προς το εν μέρος και με την χαίνουσαν προς το άλλο άβυσσον, εντός της οποίας θα εξηφανιζόμην εις το ελάχιστον παραπάτημα της ημιόνου, επροχωρούσαμεν βραδέως έως ότου εφθάσαμεν ασφαλώς επί της κορυφής. Αφού εποτίσαμεν τα ζώα εις έν λιμνάριον, εξηκολουθήσαμεν τον δρόμον μας μέχρις ότου εφθάσαμεν εις την κορυφήν του λόφου, εκ της οποίας θαυμασίως εξειλίσσετο προ ημών το θέαμα της ωραίας πεδιάδος της Ολυμπίας (Σημ. γρ. Πιθανόν παραφθορά της Αρχαίας Γλυππίας, που βρισκόταν στη θέση του χωρίου της Κυνουρίας Άγιος Βασίλειος). Προ ημών υπήρχεν έν μοναστήριον δεξιά του χωρίου Ολυμπία, αποτέρω δε το χωρίον Πλατανίκα (Σημ. γρ. Εννοεί το Πλατανάκι), αι οροφαί των οικιών του οποίου διεκρίνοντο δια μέσου των κλάδων των μορεοδένδρων.

 Κατελθόντες του λόφου εφθάσαμεν εις το χωρίον, αι ογδοήκοντα οικίαι του οποίου καίτοι λεηλατηθείσαι κατοικούνται εισέτι. Εισήλθομεν εντός της οικίας γέροντος και επεδόθημεν κατόπιν εις ανεύρεσιν των πτωχών πασχόντων. Εύρομεν εν εσχάτη ενδεία είκοσι περίπου οικογενείας εντοπίων και δύο Ρουμελιωτών, έδωκα δε διαταγήν να διανεμηθή προς αυτούς άλευρον. Όλαι αι ογδοήκοντα κατοικίαι επυρπολήθησαν και ελεηλατήθησαν πέρυσι υπό των Τούρκων, των κατοίκων σωθέντων δια της φυγής εις τα όρη.

         Μετά μιας και ημισείας περίπου ώρας πορείαν εξ Ολυμπίας εφθάσαμεν εις έτερον χωρίον, κείμενον εις την αρχήν της πεδιάδος και περιέχον εκατόν πεντήκοντα περίπου οικίας. Εγενόμεθα φιλοφρόνως δεκτοί υπό του προεστώτος, τον οποίον ανεγνώρισα ως παλαιόν ασθενή μου και τον οποίον είχα θεραπεύσει το παρελθόν έτος από συριγγίου. Ο γέρων ευχαριστήθη πολύ διότι μ’ επανέβλεπε, πράγματι δε έπραξε παν ό,τι ηδύνατο δια να μου εκδηλώση την ευγνωμοσύνην του, σφάξας τον καλλίτερον μόσχον και προετοιμάσας θαυμάσιον γεύμα. Το χωρίον εν μέρει είχε διαφύγει την καταστροφήν των Τούρκων, οι οποίοι μετά την πυρπόλησιν οικιών τινών πτοηθέντες απήλθον εγκαταλείψαντες ημιτελές το καταστρεπτικόν των έργον.

27 Ιουλίου 1827

         Εγκαταλείποντες τον καλόν μας φίλον και το ωραίον Παλαιοχώριον περί την αυγήν με την ημίονόν μου κατάφορτον με φρέσκο τυρί και με άλλα πράγματα τα οποία μοι εφιλοδώρησεν ο γέρων εφθάσαμεν μετά τρίωρον επίπονον πορείαν εις το χωρίον Κοσμά και διηυθύνθημεν εις την οικίαν του επισκόπου της περιφερείας του Λεωνιδίου δια να συντάξωμεν τον κατάλογον των πτωχών και ενδεών οικογενειών δια την διανομήν των βοηθημάτων. Εύρομεν εκατόν περίπου ενδεείς οικογενείας, μετά δε την διανομήν των σχετικών βοηθειών απήλθομεν του χωρίου υπό τας ευλογίας των πτωχών οι οποίοι με ανυψωμένας τας χείρας ικέτευον τον Θεόν να ευλογήση τους Αμερικανούς δια το φιλανθρωπικόν των έργον.

29 Ιουλίου 1827

         Επεστρέψαμεν εις Λεωνίδιον και περί την 1ην μ.μ. απήλθομεν εκ Λεωνιδίου, περί δε την 2αν μ.μ. ηγκυροβολήσαμεν έξωθεν των Μύλων και αντίκρυ της Λίμνης της Λέρνης....

( Από το βιβλίο του Σάμουελ Χάου «Ημερολόγιο από τον Αγώνα, 1825-1829», Βιβλ. Νότη Καραβία, Αθήνα, 1971, σελ. 157-160)