Τρίτη
18 Δεκεμβρίου 2018
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 3012RSS FEED
Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, ο Ναυτικός Αγώνας και ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης
Γράφει ο
Γιάννης Παλούμπης
Αποτελεί μεγάλη τιμή για μένα, όπως θα αποτελούσε για οποιονδήποτε Αξιωματικό του Πολεμικού Ναυτικού,  να μου δίδεται η ευκαιρία να αναφερθώ στον Ναυτικό αγώνα των Βαλκανικών Πολέμων και στην προσωπικότητα του μεγάλου Ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη. Ο χώρος που γίνεται αυτή η ομιλία, η θρυλική ναυαρχίδα του τότε ελληνικού στόλου, ο Αβέρωφ″ και ο χρόνος, η επέτειος της πρώτης ναυμαχίας που έλαβε χώρα κάτω απ’ το ακρωτήριο της Έλλης, συνιστούν πρόσθετους συμβολισμούς και βαραίνουν την ευθύνη.

Οι εκλεκτοί ομιλητές που προηγήθηκαν περιέγραψαν το πλαίσιο των ιστορικών εξελίξεων και των διπλωματικών ενεργειών που αναπτύχθηκαν την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα οι οποίες κατέληξαν στη δημιουργία των προϋποθέσεων, που ευνόησαν τη σύναψη συμμαχίας μεταξύ των τεσσάρων Χριστιανικών κρατών της Βαλκανικής.

Ο μόνος στρατηγικός παράγοντας που έλειπε από τους συμμάχους και για τον οποίον έγινε δεκτή η Ελλάδα στη συμμαχία ήταν το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό.

Ήταν η μόνη συμμαχική δύναμη που μπορούσε να αποκόψει τις οθωμανικές στρατηγικές εφεδρείες και να τις ακινητοποιήσει στα λιμάνια της Μικράς Ασίας. Εάν οι περίπου 250.000 οθωμανοί έφεδροι κατόρθωναν να διαπεραιωθούν στη Μακεδονία και να αντιπαρατεθούν στα μέτωπα των μαχών είναι πολύ πιθανόν ότι θα ήταν διαφορετική η εξέλιξη του πολέμου. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα υποτυπώδη έως ανύπαρκτα οδικά και σιδηροδρομικά δίκτυα της εποχής δεν επέτρεπαν την έγκαιρη μετακίνηση μεγάλων στρατιωτικών μονάδων και ρεύματος εφοδίων δια ξηράς. Έτσι λοιπόν οι Σλαύοι της Βαλκανικής υποχρεώθηκαν να κάνουν δεκτή την Ελλάδα στη συμμαχία παρά τις αντικρουόμενες επιδιώξεις που είχε καθένας για τα εδάφη της Μακεδονίας που θα απελευθερώνονταν από την οθωμανική αυτοκρατορία.

Η αποστολή της αδρανοποιήσεως των οθωμανικών εφεδρειών και της επίτευξης απόλυτης κυριαρχίας στο Αιγαίο αναλαμβανόταν με δισταγμό από το Πολεμικό Ναυτικό λόγω της αριθμητικής υπεροχής του τουρκικού ναυτικού.
Υπεροχής που επιβεβαιωνόταν με κάθε επιτελική συγκριση δυνάμεων και παρά την πρόσφατη ένταξη στον ελληνικό στόλο του νεότευκτου μοντέρνου και ισχυρού, θωρακισμένου καταδρομικού, Αβέρωφ.

Ο Πλοίαρχος, τότε, Παύλος Κουντουριώτης ήταν από τους λίγους, ίσως ο μόνος, που πίστευε πως ο ελληνικός στόλος θα έβγαινε νικητής σε απ’ ευθείας αντιπαράθεση με τον τουρκικό και τούτο διότι τα στελέχη του ελληνικού ναυτικού θα αγωνίζονταν με αυταπάρνηση και υψηλό ηθικό.

Σε πολεμικό συμβούλιο που συγκλήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1912 υπό την Προεδρία του Πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και στο οποίο ήταν παρόντες όλοι οι υψηλόβαθμοι αξιωματικοί του Ναυτικού και αξιωματούχοι της κυβέρνησης έγινε ανασκόπηση των δυνατοτήτων των ναυτικών μονάδων και παρατέθηκαν τα στοιχεία της σύγκρισης των δύο στόλων. Εκτοπίσματα, ταχύτητες, αριθμός και διαμέτρημα πυροβόλων, πάχη θωρακίσεων, πληρώματα, τα πάντα τέθηκαν κάτω από λεπτομερειακή εξέταση και διατυπώθηκαν γνώμες και απόψεις που συνέτειναν στο ό,τι ο στόλος λογικά  απαιτούσε ενίσχυση εν όψει της δύσκολης αποστολής του. Ο πρωθυπουργός επηρεασμένος από την παράθεση των δυσμενών στοιχείων δυσφορούσε. Όταν κλήθηκε ο Κουντουριώτης, που επίσης ήταν παρών, να σχολιάσει τη ροή και τα συμπεράσματα της συζήτησης, εξέφρασε την ανωτέρω αναφερθείσα εδραιωμένη πεποίθησή του.
 
Ο  Πρωθυπουργός ανακουφίστηκε από την παρέμβαση του Κουντουριώτη και  μετά λίγες μέρες μερίμνησε για την προαγωγή και τοποθέτησή του στην αρχηγία του ελληνικού στόλου.

Για την επίδραση που είχε στον Πρωθυπουργό η στάση του Κουντουριώτη εκείνη την ημέρα, είναι χαρακτηριστική η επιστολή που του έστειλε ο Ελ. Βενιζέλος 21 χρόνια μετά, την επέτειο της ναυμαχίας της Έλλης, την 3η Δεκεμβρίου 1933.
Την διαβάζω : 

«Φίλτατε Ναύαρχε.
Είκοσι ένα χρόνια κλείουν σήμερα από την ημέρα, που με την ναυμαχία της Έλλης εξησφάλισες την κατά θάλασσαν υπεροπλίαν της Ελλάδος και των συμμάχων της και έτσι εξησφάλισες την τελικήν νίκην των. Όλοι οι Έλληνες σου είμεθα ευγνώμονες διά την νίκην σου αυτήν. Περισσότερον από όλους εκείνος, που γνωρίζει, ότι χωρίς την αδάμαστον αποφασιστικότητά σου και την πίστην σου εις την κατά θάλασσαν νίκην μας, δεν θα απεφασίζαμεν να λάβωμεν μέρος εις τον πρώτον Βαλκανικόν Πόλεμον, με αποτέλεσμα ότι, αν μεν νικούσαν οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι, τα όριά μας θα έμεναν οριστικώς εις την Μελούνα ή το πολύ θα έφθαναν στον Αλιάκμονα, αν δε νικούσαν οι Τούρκοι, η ζωή των ομογενών της Αυτοκρατορίας θα απέβαινεν ανυπόφορος.
Με εξαίρετον τιμήν και αγάπην
 Ελευθ.    Κ.    Βενιζέλος  »

Ο ελληνικός στόλος αποπλέοντας από το Φάληρο στις 5 Οκτωβρίου 1912 συναπεκόμιζε μαζί του βαρύ το φορτίο των ελπίδων του ελληνικού λαού. Αυτό επέβαλε να εξασφαλίσει μόνος του την απόλυτη θαλάσσια κυριαρχία στο Αιγαίο και στο Ιόνιο, γεγονός που θα σήμαινε την πλήρη απαγόρευση των θαλασσίων επικοινωνιών για τις οθωμανικές μεταφορές και την απρόσκοπτη και ασυνόδευτη εκτέλεση των μεταφορών μονάδων και εφοδίων που θα απαιτούσε η εξέλιξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων των τεσσάρων συμμάχων στρατών.                         

Τονίζοντας την ανωτέρω συμβολή του Πολεμικού Ναυτικού με κανένα τρόπο δεν επιχειρείται να υποβαθμισθεί η συμβολή του Στρατού. Κανένας δεν μπορεί να παραβλέψει τον ηρωισμό που επέδειξαν στα πεδία των μαχών ξηράς τα στρατευμένα παιδιά της Ελλάδας. Κανένας δεν μπορεί να αγνοήσει την ορμή που έμοιαζε περισσότερο με ξέσπασμα και που σάρωνε στο διάβα της τις τουρκικές φρουρές και τις εστίες αντιστάσεως. Δεν γεννάται καμία αμφιβολία για την τακτική αξία των μαχών, για τα περάσματα, τους λόφους, τα ποτάμια, τις οχυρές θέσεις.

Δεν παραγνωρίζεται καθόλου η ψυχολογική αλλά και η ουσιαστική αξία της απελευθέρωσης χωριών και πόλεων και η δικαιολογημένη προβολή του ενθουσιασμού και της συγκίνησης των τοπικών πληθυσμών που υποδέχονταν τα ελληνικά απελευθερωτικά στρατεύματα. Κανείς δεν ξεχνά τις μάχες του Σαρανταπόρου, των Γιαννιτσών, την απελευθέρωση της Πρέβεζας, την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, την πτώση του Μπιζανίου και την απελευθέρωση των Ιωαννίνων.

Ο καλπασμός των στρατηλατών στα δύο μέτωπα του ελληνοτουρκικού πολέμου, το Θεσσαλικό – Μακεδονικό και το Ηπειρωτικό, δημιουργούσε ρίγη υπερηφάνειας στον ελληνισμό απ’ άκρου σ’ άκρο της οικουμένης που τον βίωνε σαν προανάκρουσμα υλοποίησης της ″Μεγάλης Ιδέας″. Ανάλογες, οπωσδήποτε, στρατιωτικές επιτυχίες είχαν και τα στρατεύματα των άλλων συμμάχων Χριστιανικών εθνών στα βαλκανικά μέτωπα. Συγκεκριμένα η Σερβία και το Μαυροβούνιο στο Σαντζάκ,  στο Κοσσυφοπέδιο, στη βόρεια Μακεδονία και στη σημερινή βόρεια Αλβανία, ενώ η Βουλγαρία στην κεντρική και την ανατολική Μακεδονία και στην Θράκη δυτική και ανατολική.    

Ο πρωταγωνιστής, όμως, που έκρινε την έκβαση του πολέμου και που ουσιαστικά εκδίωξε του Οθωμανούς από τα Βαλκάνια ύστερα από απόλυτη κυριαρχία τους σ’ αυτά μεγαλύτερη από πέντε αιώνες, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ήταν ο Ναυτικός αγώνας του Αιγαίου. Ο ελληνικός στόλος ήταν εκείνος που κράτησε αδρανείς και αχρησιμοποίητες τις τουρκικές εφεδρείες στα λιμάνια της Μικράς Ασίας, τόσο απαραίτητες για τους Οθωμανούς στις κρίσιμες περιόδους του πρώτου Βαλκανικού Πολέμου.

Η μεγάλη, η στρατηγική νίκη του πολέμου, κερδήθηκε στη θάλασσα. Ήταν αυτή που εάν χανόταν, μοιραία θα είχε άλλη εξέλιξη η ροή του πολέμου και η ιστορία θα ήταν διαφορετική.

Στην παρούσα ομιλία λόγω χρονικών περιορισμών θα αναφέρω μόνο σε μορφή τίλων τις ναυτικές επιχειρήσεις εκείνες που συνέτειναν περισσότερο στην επίτευξη ναυτικής κυριαρχίας και βοήθησαν τις επιχειρήσεις του Στρατού. Ως τέτοιες είναι γνωστές οι συγκρούσεις των δύο στόλων στο ακρωτήριο της Έλλης και τη Λήμνο, στις 3 Δεκεμβρίου 1912 και 5 Ιανουαρίου 1913 αντιστοίχως, ενώ είναι σχετικά άγνωστες οι επιχειρήσεις αποκλεισμού των παραλίων της Ηπείρου και της Αλβανίας από ιταλικά και αυστροουγγρικά πλοία τα οποία συντηρούσαν το ρεύμα ανεφοδιασμού του οθωμανικού στρατού που υπερασπιζόταν τα Ιωάννινα. Γνωστές είναι επίσης οι επιχειρήσεις απελευθέρωσης όλων των νησιών του Βορ. Αιγαίου από ναυτικά αποβατικά αγήματα και σε κάποιες περιπτώσεις, σε συνδυασμό με στρατιωτικές δυνάμεις. Άξιος μνείας και πολύ σημαντικός ήταν ο αγώνας δρόμου μεταξύ των βουλγαρικών στρατιωτικών δυνάμεων και του ελληνικού στόλου για την κατάληψη της χερσονήσου του Αγίου Όρους.

Δύο επιχειρήσεις που φανέρωναν το πνεύμα ηρωισμού με το οποίο το ναυτικό πολεμούσε τον προαιώνιο εχθρό ήσαν :
 
  • Στις 18 Οκτωβρίου 1912 η διείσδυση στη Θεσσαλονίκη του τορπιλοβόλου 11 με Κυβερνήτη τον Υποπλοίαρχο Ν. Βότση, που κατέληξε στον τορπιλισμό και βύθιση του τουρκικού Θωρηκτού «Φετχί Μπουλέντ».
  • Στις 9 Νοεμβρίου 1912 η διείσδυση στο Αϊβαλή του τορπιλοβόλου 14 με Κυβερνήτη τον Υποπλοίαρχο Περ. Αργυρόπουλο, ο τορπιλισμός και βύθιση τουρκικής Κανονιοφόρου που ναυλοχούσε εκεί.
Τέλος θα ήθελα να αναφέρω δύο δευτερεύουσες επιχειρήσεις ως προς τα αποτελέσματά τους, οι οποίες όμως καταγράφηκαν ως παγκόσμιες πρωτιές και διατηρούν τη σημασία τους για το ελληνικό ναυτικό :
  • Στις 9 Δεκεμβρίου 1912 εκτελέσθηκε η πρώτη παγκοσμίως βολή τορπίλης από το Υ/Β Δελφίν σε κατάδυση εναντίον του τουρκικού Ευδρόμου Μετζητιέ. Κυβερνήτης ήταν ο Πλωτάρχης Στέφανος Παπαρρηγόπουλος.
  • Στις 24 Ιανουαρίου 1913 εκτελέσθηκε η πρώτη παγκοσμίως πτήση υδροπλάνου ναυτικής αεροπορίας επ’ ωφελεία ναυτικής δυνάμεως. Πιλότος ήταν ο Λοχαγός Μιχ. Μουτούσης και παρατηρητής ο Σημ/ρος Αριστ. Μωραϊτίνης.
Είναι πολύ απλό να προσπαθήσεις να σκιαγραφήσεις την προσωπικότητα του αρχιτέκτονα της νίκης των Βαλκανικών Πολέμων, του Ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη. Κι είναι απλό, γιατί κι ο ίδιος ήταν απλός.

Λιτός και απέριττος, σχεδόν ασκητικός, έδειχνε βαθιά αποστροφή προς τις επιδείξεις και τις κοσμικές εκδηλώσεις. Διατηρούσε ακλόνητη πίστη στον Θεό και πίστευε πως κάθε ενέργεια πρέπει να ξεκινά πάντοτε από την επίκληση της Θείας βοήθειας.

Αντιφατικός στη συμπεριφορά, συνειδητοποιημένος αριστοκράτης ως απόγονος υψηλής γενιάς αρχόντων της Ύδρας, ήξερε να προσεγγίζει και να μιλεί καλύτερα απ’ τον καθένα τη γλώσσα του λαού, των αγαθών νησιωτών που συγκροτούσαν τα πληρώματά του, τα οποία διοίκησε στη ζωή του.  

Μιλούσε αρβανίτικα απ’ ευθείας στην ψυχή των ανδρών του και παρά το γεγονός ό,τι επέβαλε σκληρή πειθαρχία σε όλους τους υπ’ αυτόν Αξιωματικούς και ναύτες, ήταν αγαπητός, γιατί πρώτος αυτός έδινε το παράδειγμα της προσήλωσης στο καθήκον και της αγάπης, μέχρι θυσίας, προς την πατρίδα.

Ο χαρακτήρας κάθε ανθρώπου εκτός από τα κληρονομικά του χαρακτηριστικά  διαμορφώνεται και από το περιβάλλον στο οποίο γεννιέται και τις συνθήκες μέσα στις οποίες μεγαλώνει και αντιλαμβάνεται τα πρώτα του ερεθίσματα από τον κόσμο.
Ο Κουντουριώτης γεννήθηκε το 1855 στην Ύδρα, μόλις 30 χρόνια μετά την κορύφωση της ελληνικής επανάστασης. Στην Ύδρα, τότε, ζούσαν ακόμη πολλοί ναυτικοί του ’21 και το λιμάνι της έσφυζε από ιστιοφόρα, πολλά από τα οποία ανήκαν και είχαν κυβερνηθεί από τους θρυλικούς ναυμάχους της επανάστασης.  

Ο πατέρας του Θεόδωρος, ήταν γιος του Γεωργίου Κουντουριώτη που είχε διατελέσει Πρόεδρος του Εκτελεστικού για μεγάλο χρονικό διάστημα τα ταραγμένα χρόνια της δεκαετίας του ’20. Εκεί, στο αρχοντικό του παππού του, που δεσπόζει ψηλά στη δυτική πλευρά της Ύδρας ταυτίστηκε με το Υδραίικο περιβάλλον κι έγινε η προσωποποίηση της παράδοσης των ηρωικών χρόνων, συνεχιστής των μπουρλοτιέρηδων, κληρονομώντας όλες τις αρετές και τις αδυναμίες της μεγάλης εκείνης γενιάς που συνδύαζε τα ασυμβίβαστα. Τη φρόνηση, με τη γενναιότητα που άγγιζε τα όρια του παράλογου, το μυαλό με την καρδιά.

Η καταγωγή και η οικογενειακή παράδοση τον οδήγησαν φυσιολογικά στις τάξεις του Πολεμικού Ναυτικού.

Το 1873 κατατάσσεται στο Ναυτικό Σχολείο, πρόδρομο της μετέπειτα Σχολής Ναυτικών Δοκίμων και το 1877 ονομάζεται Σημαιοφόρος.

Τον Μάιο του 1886 παίρνει το πρώτο βάπτισμα πυρός. Όντας Υποπλοίαρχος και έχοντας υπό τις διαταγές του δύο κανονιοφόρους, τις Α και Β, εισπλέει κατόπιν διαταγής στον Αμβρακικό για να κάμει αισθητή την παρουσία του ελληνικού Ναυτικού σ’ αυτή την κλειστή σαν λίμνη θάλασσα, τα παράλια της οποίας μοιράζονταν Ελλάδα και Τουρκία. Κατά τον είσπλου βάλλεται από τα πυροβολεία του φρουρίου της Πρέβεζας, από τουρκικά στρατεύματα που ήταν εκεί στρατοπεδευμένα και από μια τουρκική Φρεγάτα που ναυλοχούσε στην περιοχή. Ανταποδίδει τα πυρά. Μετά το πέρας της στρατιωτικής πολεμικής  περιπέτειας, που στοίχισε πολύ στη χώρα σε κόστος και διεθνές κύρος, διατάσσεται να επαναπλεύσει στον Ναύσταθμο. 

Τον Ιανουάριο του 1897 ως Πλωτάρχης Κυβερνήτης του ατμομυοδρόμωνα ″Αλφειός″ αποστέλλεται μαζί με άλλα πλοία στην Κρήτη προς υποστήριξη του Χριστιανικού πληθυσμού του νησιού μαζί με το εκστρατευτικό σώμα του Συνταγματάρχη Τιμολέοντα Βάσσου.

Τον Απρίλιο του ίδιου χρόνου αποστέλλεται στα παράλια της τουρκοκρατούμενης Πιερίας. Μαζί με τα τορπιλοβόλα 14 και 16 ενεργεί καταδρομική επιχείρηση με ναυτικό αποβατικό άγημα στη Σκάλα Λεπτοκαρυάς και πυρπολεί αποθήκες εφοδίων του οθωμανικού στρατού. Κατά την επιχείρηση φονεύεται ο Κυβερνήτης του τορπιλοβόλου 16, Ανθυποπλοίαρχος Εμμανουήλ Αντωνιάδης και γίνεται ο πρώτος νεκρός απόφοιτος της νεοσύστατης Σχολής Ναυτικών Δοκίμων που λειτουργεί από το 1884. Στους νεκρούς προστίθενται επίσης δύο ναύτες και ένας πολίτης κάτοικος της περιοχής. Από την καταδρομική αυτή ενέργεια στις 12 Απριλίου 1897 έχουν διασωθεί έξι τουρκικές σημαίες που πάρθηκαν σαν λάφυρο και βρίσκονται στο Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος.

Το 1900 Αντιπλοίαρχος πλέον Κυβερνήτης του Ευδρόμου ″Ναύαρχος Μιαούλης″ εκτελεί το εκπαιδευτικό ταξίδι των Ναυτικών Δοκίμων με το πλοίο του στην Αμερική. Το ταξίδι πραγματοποιείται από 3 Ιουλίου έως 22 Νοεμβρίου. Ο Κουντουριώτης επιδεικνύει σπάνια ναυτικά προσόντα διαπλέοντας τον Ατλαντικό δύο φορές σχεδόν αποκλειστικά με πανιά για εξοικονόμηση καυσίμων. Στην Αμερική γίνεται ενθουσιωδώς δεκτός από την ελληνική ομογένεια της Βοστώνης.

Το 1908 ως Πλοίαρχος τοποθετείται υπασπιστής του Βασιλέως Γεωργίου Α. Γι’ αυτή του την τοποθέτηση εκτιμώνται η σοβαρότητα του χαρακτήρα του, η αφοσίωσή του στους θεσμούς, η σύνεση και σωφροσύνη που επιδεικνύει σε μια ταραγμένη εποχή που η ψύχραιμη αποτίμηση της θέσης της χώρας και ο προσδιορισμός των εθνικών στόχων αποτελεί εναγώνια ζητούμενο στο πολιτικό και το στρατιωτικό περιβάλλον.

Το 1910 ως Πλοίαρχος τίθεται επικεφαλής της Μοίρας γυμνασίων του στόλου, θέση στην οποία παραμένει μέχρι το 1912.

Τον Σεπτέμβρη του 1912 ο Παύλος Κουντουριώτης έφθασε μπροστά στην ιστορία όταν ακριβώς η πατρίδα τον είχε μεγάλη ανάγκη. Βρέθηκε εκεί κι έγινε ο Σωτήρας της.

Αξίζει τον κόπο να παρατεθεί ένα τηλεγράφημα που απέστειλε ο Τούρκος Υπουργός των Ναυτικών στον Ναύαρχο Αρχηγό του τουρκικού στόλου, για να γίνει αντιληπτό ποια ιδέα είχαν οι αντίπαλοι για τον έλληνα Αρχηγό του Στόλου. Το διαβάζω :

 «Επί του Αβέρωφ θα επιβαίνει, όπως πληροφορούμαι, ως γενικός αρχηγός του ελληνικού στόλου, ο Κουντουριώτης, άριστος αξιωματικός, με πείρα, με θάρρος, με πατριωτισμό και πλείστες άλλες ναυτικές αρετές. Ο Κουντουριώτης είναι εκ των αρίστων αξιωματικών.

Ο Υπουργός των Ναυτικών
Μαχμούτ Μουκτάρ»


Από τη διεξαγωγή των ναυτικών επιχειρήσεων των Βαλκανικών Πολέμων θα ήθελα να συγκρατήσω και να σχολιάσω τρία μόνο σημεία που χαρακτηρίζουν την ιδιοσυγκρασία του Ναυάρχου και περιγράφουν μόνα τους, πολύ εύγλωττα τον χαρακτήρα και την προσωπικότητά του.

Σημείο 1ο. Η επιλογή του ορμητηρίου του στόλου. Το 1897 ο στόλος του Αιγαίου ναυλοχούσε στο ορμητήριο των Ωρεών της Μαγνησίας με στόχο να βρίσκεται πλησιέστερα στο θέατρο των επιχειρήσεων που δικαιολογημένα θεωρείτο το κεντρικό βόρειο Αιγαίο. Το 1912 τα επίσημα σχέδια του Επιτελείου προέβλεπαν και πάλι τους Ωρεούς, ενώ μεγάλη συζήτηση γινόταν για τον όρμο της Αγίας Μαρίνας στον νότιο Ευβοϊκό ώστε να συντομευθούν οι οδοί επικοινωνίας με τον Ναύσταθμο. Κανείς δεν περίμενε την αποφασιστική επιλογή του αρχηγού. Θέτοντας πάνω απ’ όλα την εκπλήρωση της αποστολής του, που την έβλεπε αποκλειστικά σε μια αποφασιστική σύγκρουση με τον τουρκικό στόλο, παραβλέποντας το πλήθος των αντιθέτων επιχειρημάτων και παραμερίζοντας τα πολλά μειονεκτήματα που συνεπαγόταν η επιλογή του, πλέει αποφασιστικά, καταλαμβάνει τη Λήμνο και εγκαθίσταται στον ασφαλέστατο από καιρικές συνθήκες όρμο του Μούδρου, πενήντα μόλις μίλια από την έξοδο των στενών των Δαρδανελίων. Με την κίνηση αυτή επιδεικνύει ένα άκρως επιθετικό πνεύμα.

Η μεγαλοφυής και ορμητική επιλογή του Ναυάρχου πιθανόν να ενήργησε εκφοβιστικά για τις τουρκικές ναυτικές δυνάμεις οι οποίες βράδυναν  αδικαιολόγητα κατά δύο περίπου μήνες να ανταποκριθούν και να επιχειρήσουν την έξοδό τους από την Προποντίδα και τα Δαρδανέλια.

Πολύ αργότερα στις δεκαετίες του ’20 και του ’30 έγινε πολύς λόγος και χύθηκε πολύ μελάνι για τη διεκδίκηση της πατρότητας της ιδέας χρησιμοποιήσεως του Μούδρου ως ορμητηρίου του στόλου. Ο ίδιος ο Κουντουριώτης, ολύμπιος κι απόμακρος, δεν έλαβε ποτέ μέρος σ’ αυτή τη διελκυστίνδα τοποθετήσεων και αντεγκλήσεων. Ακόμη σήμερα αποτελεί αντικείμενο απορίας αν έχει μεγαλύτερη σημασία ποιος εισηγείται μια ιδέα, αν υποθέσουμε πως την εισηγήθηκε κάποιος άλλος, από την αποφασιστικότητα εκείνου που αναλαμβάνει την ιστορική ευθύνη να την υιοθετήσει.    

Σημείο 2ο. Η διεξαγωγή των δύο αποφασιστικών ναυμαχιών της Έλλης και της Λήμνου. Ο χειρισμός του ελληνικού στόλου, ουσιαστικά δηλαδή της ναυαρχίδας Αβέρωφ και της Μοίρας των Θωρηκτών Ύδρα, Σπέτσαι και Ψαρά απέδειξε μιαν ακατάσχετη ορμητικότητα και επιθετικό πνεύμα συνοδευόμενο από περιφρόνηση προς τον θάνατο που σπάνια συναντάται και λίγο απέχει από το να επικρίνεται από τις Επιτελικές Σχολές Πολέμου. Ιδιαίτερα στην πρώτη ναυμαχία, κατά τη φάση της καταδίωξης του τουρκικού στόλου, όταν λόγω υπερθέρμανσης των πυροβόλων του Αβέρωφ ελαττώθηκε η ταχυβολία του, ο Ναύαρχος πήρε τη μεγάλη απόφαση.

Με την ταχύτητα του Αβέρωφ στο ψηλότερο σημείο, τα 22 καζάνια του πλοίου να αποδίδουν τη μεγίστη ισχύ τους, στόχευε την τουρκική ναυαρχίδα και έπλεε ″πάση δυνάμει″ να την εμβολίσει, να την κόψει στα δύο. Έφθασε μέχρις αποστάσεως 2.600 μέτρων. Οι τούρκοι έφευγαν και δεν πίστευαν. Χώθηκαν τρομαγμένοι στα στενά απ’ όπου δεν ξαναβγήκαν για ένα μήνα. Μετά από χρόνια ο Ναύαρχος διηγόταν σε κάποιους φίλους του για εκείνη τη στιγμή:
«Είδα εκείνη την ώρα σαν όραμα πάνω στους δύο κάβους των Στενών τον παππού μου και τον Μιαούλη, να μου κάνουν νόημα και να με καλούν. Και όρμησα πάνω τους»   

Σημείο 3ο. Εφαρμογή των αρχών του πολέμου. Τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς του 1913 μέσα σε πολύ δυσμενείς καιρικές συνθήκες θύελλας με καταιγίδες, ο τουρκικός στόλος έκαμε μια παραπλανητική επιχείρηση και επέφερε σύγχυση στα ελαφρά ελληνικά αντιτορπιλικά που περιπολούσαν έξω από την έξοδο των Στενών. Μέσα στη σύγχυση το θωρακισμένο καταδρομικό Χαμηδιέ διέλαθε απαρατήρητο και ανεντόπιστο κινήθηκε στο Αιγαίο, ως Επιδρομικό.

Στις 2 Ιανουαρίου ξημερώθηκε έξω απ’ το λιμάνι της Σύρου, όπου βομβάρδισε το εξοπλισμένο εμπορικό ″Μακεδονία″ το οποίο βρισκόταν εκεί λόγω βλάβης πηδαλίου. 

Ήταν μια καλά προσχεδιασμένη παραπλανητική κίνηση εκ μέρους του τουρκικού ναυαρχείου που απέβλεπε να παρασύρει κάποιο τμήμα του ελληνικού στόλου να αποσπασθεί από τον Μούδρο και να κυνηγήσει το επιδρομικό. Εν προκειμένω μόνο ο Αβέρωφ είχε αυτή τη δυνατότητα λόγω ταχύτητας. Πράγματι η ελληνική κυβέρνηση θορυβήθηκε και διέταξε τον αρχηγό του στόλου να επιληφθεί αποσπώντας Μοίρα του στόλου υπό τον Αβέρωφ. Ο Κουντουριώτης έχοντας αντιληφθεί το τουρκικό τέχνασμα και εφαρμόζοντας με σταθερότητα την αρχή του πολέμου ″εμμονή στον σκοπό″ αρνήθηκε να υπακούσει, πείθοντας την κυβέρνηση να αναστείλει την πρόθεσή της.

Σε τρεις μέρες, την 5η Ιανουαρίου, ο τουρκικός στόλος βέβαιος ότι θα έλειπε ο Αβέρωφ, εξέπλευσε των Στενών και κινήθηκε προς τον Μούδρο για να συναντήσει τον ελληνικό. Η ναυμαχία της Λήμνου επέφερε το τελειωτικό πλήγμα στον τουρκικό στόλο και κρίθηκε από την ευστοχία των ελληνικών πυρών αυτή τη φορά. Διήρκεσε μόνο 20 λεπτά και στη συνέχεια εξελίχθηκε σε μια άτακτη φυγή των τουρκικών πλοίων προς τα Στενά, με τα θωρηκτά μόλις επιπλέοντα και έχοντας σε εξέλιξη πυρκαγιές, σημαντικές ζημιές και πολλούς νεκρούς και τραυματίες.     

Έχοντας ήδη αναφέρει τις δύο ναυμαχίες δεν αντέχω στον πειρασμό, παρά τα στενά χρονικά περιθώρια, να παρουσιάσω το συνοπτικό σχεδιάγραμμα των δύο αυτών αποφασιστικών συγκρούσεων των Βαλκανικών Πολέμων. Πρόκειται για μια έκδοση του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού που μέσα σε μια σελίδα έχει συμπεριλάβει όλες τις σχετικές με τις ναυμαχίες πληροφορίες όπως π.χ συμμετασχόντα πλοία, απώλειες αντιπάλων στόλων, σημεία στα οποία επλήγησαν τα τουρκικά πλοία κλπ.
Κυρίες και Κύριοι.

Από την μετέπειτα ζωή του Παύλου Κουντουριώτη θα επιλέξω ένα μόνο σημείο που νομίζω πως επίσης σκιαγραφεί καθαρά την ψυχοσύνθεση και την προσωπικότητα του Ναυάρχου.

Ο Κουντουριώτης ήταν φιλοβασιλικός, όσο κι αν αυτό ακούγεται παράδοξο κι αντιφατικό. Αγαπούσε τον θεσμό σαν μια εγγύηση της ενότητας και της συνέχειας του κράτους και η προσκόλλησή του στον θρόνο ήταν αποτέλεσμα της φλογερής φιλοπατρίας του χωρίς κανένα ίχνος προσωπολατρείας.
Είναι γεγονός πως ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος έτρεφε μεγάλη συμπάθεια προς το πρόσωπό του, λόγω της προϋπηρεσίας του Ναυάρχου ως υπασπιστού του πατέρα του, Γεωργίου. Παρά ταύτα όταν ο Ναύαρχος θεώρησε το 1916 ότι το καθήκον προς την πατρίδα τον καλούσε να λάβει θέση στο πλευρό του μεγάλου πολιτικού Ελευθερίου Βενιζέλου δεν δίστασε στιγμή και τάχθηκε ολόψυχα, ως μέλος της τριανδρίας της Δημοκρατικής Άμυνας, στην επαναστατική κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης.

Έγινε έτσι συμπαραστάτης του δημιουργού της μεγάλης Ελλάδας καθ’ όλη τη μέχρι το 1920 επική περίοδο των ελληνικών θριάμβων.

Τη χρονιά εκείνη καταλαμβάνεται από το όριο ηλικίας και αποχωρεί από την ενεργό υπηρεσία του Ναυτικού με την ήρεμη γαλήνη του ανδρός που πρόταξε πάντα το καθήκον προς την πατρίδα έναντι όποιας προσωπικής επιδίωξης.

Στα πολυκύμαντα χρόνια που ακολούθησαν, η κοινή εμπιστοσύνη και σεβασμός φέρουν δύο φορές τον Ναύαρχο στο αξίωμα της Αντιβασιλείας και τον καθιστούν, επί έξι σχεδόν χρόνια, πρώτο Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας. Τον Νοέμβριο του 1929, παρά τις γενικές παρακλήσεις περί του αντιθέτου, παραιτείται και αποσύρεται οριστικά από τα κοινά περιοριζόμενος σε απλή ζωή μεταξύ του σπιτιού του στο Παλαιό Φάληρο και της αγαπημένης του Ύδρας.

Στις 22 Αυγούστου 1935 έδυσε ήσυχα και ήρεμα και κατά την επιθυμία του η σορός του μεταφέρθηκε στον πέτρινο τάφο που είχε ο ίδιος ετοιμάσει κάτω από το αρχοντικό του στην Ύδρα, να αγναντεύει το πέλαγος που τόσο αγάπησε και μέσα στο οποίο μεγαλούργησε.

Οι Αξιωματικοί του Ναυτικού θυμούνται πάντα με σεβασμό τον μεγάλο Ναύαρχο που σφράγισε με τη δική του αξιοπρεπή και ωφέλιμη παρουσία την ελληνική ιστορία του 20ού αιώνα. Όπως δε συνηθίζαμε εμείς οι παλαιότεροι, όταν τα καράβια του Ναυτικού παρέπλεαν την πόλη της Ύδρας απένεμαν τιμητικό χαιρετισμό με σήμανση ″Γενικής Ακινησίας″ προς τον πέτρινο σταυρό του λιτού τάφου του Ναυάρχου. Σ’ αυτές τις στιγμές, με το πλήρωμα παρατεταγμένο σε στάση προσοχής, λες και βλέπαμε τον Ναύαρχο αλλοπαρμένο στη γέφυρα του Αβέρωφ, που άφριζε σκίζοντας τα κύματα, μέσα σε λάμψεις κανονιοβολισμών και βροχή οβίδων, να αντικρίζει τους προγόνους του να σκιαγραφούνται στα βουνά και στους κάβους της Μικράς Ασίας και να τον καλούν κοντά τους, προς τον θάνατο και τη δόξα.

Στ’ αυτιά μας ηχούσαν τα ίδια τα λόγια του Ναυάρχου, να υπαγορεύουν το θρυλικό του σήμα, προς τα πλοία του στόλου:  

«Με την δύμαμιν του Θεού και τας ευχάς του Βασιλέως μας και εν ονόματι του Δικαίου, πλέω μεθ’ ορμής ακαθέκτου, με την πεποίθησιν της νίκης, εναντίον του εχθρού του γένους.
Κουντουριώτης»



(Επετειακή ομιλία)    
 
Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης (1855-1935).Αρχηγός του Ελληνικού Στόλου κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Στη φωτογραφία υπάρχει ιδιόχειρη αφιέρωση του Ναυάρχου προς τον Aρχιμανδρίτη του Στόλου Δ. Δάφνο σε ανάμνηση των ναυμαχιών της Έλλης και της Λήμνου. Φωτογραφικό Αρχείο Ν.Μ.Ε.Χατζής Βασίλειος (Καστοριά 1870-Αθήνα 1915), Ναυμαχία της Έλλης. Ελαιογραφία 400x 165 εκ. Συλλογή Ν.Μ.Ε.. Το θωρηκτό "ΑΒΕΡΩΦ". Περίοδος Βαλκανικών Πολέμων. Φωτογραφία Α. Γαζιάδη. Φωτογραφικό Αρχείο Ν.Μ.Ε.
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Ενιαίος Ευρωπαϊκός Αριθμός Έκτακτης Ανάγκης