Δευτέρα
24 Ιουλίου 2017
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 2500RSS FEED
Τρεις συγκλονιστικές μαρτυρίες της πρώτης προσφυγικής γενιάς των Ποντίων
26/05/2015

To e-pontos.gr παρουσιάζει τρεις συγκλονιστικές ιστορίες:

Στο παπόρ’ απάνω, πεθαίνανε και τους ρίχναμε στο νερό…*

 

 

 

Δέσποινα Τσαουσίδου

Γεννήθηκε το 1913 στο Μιστί Καππαδοκίας

Κατοικεί στο Νέο Αγιονέρι Κιλκίς

 

Μια από τις αναμφίβολα κορυφαίες στιγμές του οδοιπορικού στον κόσμο των προσφύγων είναι η συνάντηση με τους Έλληνες που ζούσαν στα βάθη της Ανατολής. Η Δέσποινα Τσαουσίδου ή «κάκα (=γιαγιά) Δέσποινα» όπως τη φωνάζουν με σεβασμό οι νεότεροι στο χωριό της, το Νέο Αγιονέρι Κιλκίς, είδε το πρώτο φως στην Καππαδοκία πριν 98 χρόνια.. Δεν είναι όμως και σίγουρη για την ηλικία της επειδή «δε μας τα λέγαν, δεν τα ξέραμε γιάβρουμ…». Πατρίδα της το Μιστί Καππαδοκίας, το σημερινό Κονακλί, συνδεδεμένο οδικά με σημαντικούς οικισμούς της περιοχής, όπως η Νίγδη, η Καισάρεια και το Νέβσεχιρ. Στις αρχές του 20ου αιώνα εκτιμάτο ότι ζούσαν στο Μιστί περίπου 800 οικογένειες, περίπου 4.500 άτομα, που ήρθαν στην Ελλάδα τελευταίοι, το 1924.

 

* Συνέντευξη στον Ιάσονα Χανδρινό, Νέο Αγιονέρι Κιλκίς, 8 Ιουλίου 2010 

Η κάκα Δέσποινα μας ρωτάει αν θέλουμε να μας μιλήσει Ελληνικά ή «Μιστιώτικα» και αφού τη διαβεβαιώσαμε ότι θέλουμε να μας μιλήσει στη γλώσσα της ξεκίνησε μια ιστορία σύντομη αλλά από αυτές που σπάνια έχει την τύχη να ακούσει κανείς.

«Στο Μιστί πρώτα λίγοι [Χριστιανοί] ήταν. Και εποίκανε εκκλησίες σε καταφύγια….Σε σπηλιές. Μετά σιγά-σιγά είπαν να κάνουν και εκκλησία. Κάμαν την εκκλησία, έγινε η Ανταλλαγή, όλα τα αφήσαμε…». Η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν στην καθημερινότητα τους ήταν τα τουρκικά και τα «μιστιώτικα», η ελληνική διάλεκτος της Καππαδοκίας. Τα ευαγγέλια ήταν γραμμένα στα τουρκικά με ελληνικούς όμως χαρακτήρες: «Τουρκικά διαβάζαμε. Ελληνικά τα μάθαμε τσαούδ (=εδώ). Πού να τα μάθουμε στην Τουρκία; Δε μας πηγαίνανε σε σχολείο…».

Στο Μιστί της Καππαδοκίας, οι Έλληνες ασχολούνταν με τη γεωργία και ήταν ειδικευμένοι παπλωματάδες: «Οι γονείς μας είχαν χαψάρα (=ρόκα, ερχόντανε μέχρι το Χαλέπι και κάναν εμπόριο. Μόνο σιτάρι σπέρναμε εκεί και σίκαλη…Τότες ερχόντανε οι άντρες, θέριζαν τα χωράφια. Πήραν και μένα για να βοσκίσω τα βόδια εκεί. Ήρθε μεσημέρι, το βόδι θέλει νερό. Έκατσα στο γαϊδούρι απάνω, τα βόδια μπροστά να πάμε στο χωριό. Έχασα το δρόμο…Που να πάω, που; Κρούγω (=χτυπάω) το γαϊδούρι, τίποτα! Όταν πήγα πλατεία, βλέπω έρχονται καλά. Α, τα βόδια έξυπνα, λέω, έρχονται [μόνα τους] στο σπίτι…».

Για τους Χριστιανούς της Καππαδοκίας, ο διωγμός δεν ήταν συνέπεια εχθροπραξιών. Πόλεμος δεν έφτασε ποτέ εκεί: «Δε μας πείραζαν οι Τούρκοι, όλοι ήτανε γνωστοί. Τα Χριστούγεννα έρχουνταν, χορεύανε, τραγουδούσανε μαζί…Τι άλλο να ξέρω γιάβρουμ;…».

Ο δρόμος από τα βάθη της Μικράς Ασίας ήταν μακρύς και δύσκολος: «Όλα ανοιχτά ήταν [όταν φύγαμε]. Τέτοιον καιρόν [είχε]. Αφήκαμε τα χωράφια μας σπαρμένα και σηκωθήκαμε. Ύστερα πήγαμε στην πόλη μας, το κάστρο, είχε ντούτια (=μούρα) και φρούτα. Σηκωνόμαστε το πρωί, έπεφταν τα φρούτα, τρωγίσκαμε…Πώς ήρθαμε; Περπατήσαμε 6 ώρες δρόμο. Κοιμηθήκαμε εκεί, στους Τούρκους. Ήταν γνωστοί Τούρκοι, κοιμηθήκαμε σ’ αυτούς 2-3 βραδιές. Ήρθε διαταγή να φύγουμε. Το πρωί σηκωθήκαμε. Με τα κάρα. Πέντε άτομα, τι να φορτώσεις που έχασες το γομάρι; Απ’ εκεί κατεβήκαμε στο Μερσίν (Μερσίνα). Όταν ανεβήκαμε στο παπούρ (=καράβι), κοιμηθήκαμε όλοι πάνω…Πολύ τραβήξαμε. Δεκαπέντε μέρες κλεισμένοι μέσα. Διότι σε ένα παπούρ ολόκληρο με ανθρώπους μέσα, άλλος πέθαινε και τον ρίχνανε στο νερό…».

Η πρώτη εικόνα από τον Πειραιά ήταν οι σκελετοί των πλοίων: «Είχα ένα θείο που έδειχνε δύο πλοία που βούλιαξαν. Ήταν πολεμικά, λέει, νίκησαν και τώρα τα βούλιαξαν (=παροπλισμένα). Φαίνονταν μόνο τα φουγάρα τους. Στον Πειραιά, κατέβασαν μας στα τέλια (=σύρματα). Πόσα άτομα; Ένα χωριό γιομάτο…χωρίς χτένισμα, χωρίς λούσιμο…Δό κορίτσια μικρά πέθαναν εκεί στον Πειραιά. Ο μπαμπάς της να ολούει (=ουρλιάζει): “ Μαρίναααα μ΄!” Έξι χρονών ήταν μόνο και αρρώστησε. Κάτω εμείς δεν κατεβήκαμε απ’ την αρχή. Να καταβούμε εμείς, που να μας βάλουνε? Δεν είχε ανθρώπους. Πήρανε αλογούδα μηχανία (=τη μηχανή που κουρεύουν τα άλογα) και πήραν τα κεφάλια μας όλα. Όλα! Μικρά, μεγάλα…Τα ρούχα μας ένα δέμα, τα πήρανε. Τα βάλανε στο νερό (=στον κλίβανο) και μετά μας τα φέρανε, έβαλάν τα. Ένα κορίτσι δεν ήρθαν τα ρούχα του. Όλοι φόρεσαν, ντύθηκαν, εκείνο τίποτα. Τι να κάνει η καημένη, πήγε σε μια γωνιά και κάθισε. Ύστερα ανέβα στο παπούρ. Πού να πάμε; Να πάμε στην  Ήπειρος. Κατέβηκάν μας στην Πάργα. Θάλασσα είχε, βγήκαμε. Η μάνα μου είχε ακόμα ένα παιδί, εκεί πέθανε. Επήγε σ’ ένα δέντρο και άρχισε να αγριά. Με κάρα και άλογα μας πήγαν στη Μαζαρακιά (ανάμεσα Ηγουμενίτσα-Πάργα), ύστερα πήγαμε στο χωριό. Δε μας πήραν μέσα. Εκεί ζούσε κι ένας Τούρκος, δεν έφυγε. Ήτανε πλούσιος πολύ. Είχεν 80 μελίσσια. Ένα καιρό εκάτσαμε εκεί, δύο χρόνια. Μετά στείλανε τους άντρες στη Θεσσαλονίκη, βρήκαν αυτό το χωριό και το παλιό (σ.σ. το Παλιό και το Νέο Αγιονέρι Κιλκίς), έρθαμε εδώ, μας έκοψαν την κληρωσιά (σ.σ. χωράφια)». 

Οι συνθήκες ζωής ήταν οριακά ανεκτές: «Λάσπη και γαλγάνια (=γαϊδουράγκαθα), τίποτα άλλο…Ο πατέρας μου είχε ένα πανταλόνι, το φόρεσε, άρχισε να σκιστεί. Πήγε στην Πόλη, αγόρασε ένα πανταλόνι. Το έβαλε μια Κυριακή, ύστερα το δίπλωσε και το έβαλε στην ντουλάπα. Μέχρι Κυριακή τ’ άφησε, πάει να το ξαναβγάλει, ήταν όλο κουρέλια. Ποντικός!»

Οι μεγαλύτερες δυσκολίες ήρθαν αργότερα, στον «ελασίτικον καιρόν» όταν το χωριό θρήνησε πάνω από 180 θύματα την περίοδο 1943-1944.

Στην καραντίνα είχαμε κάθε μέρα 15 θανάτους. Κάθε μέρα!

 

Στην καραντίνα είχαμε κάθε μέρα 15 θανάτους. Κάθε μέρα!

 

Κώστας Κηρυκόπουλος (Βαΐζογλης)

 

Γεννήθηκε το 1909 στο Καπίκιοϊ επαρχίας Ματσούκας Πόντου.

 

Ο Τετράλοφος Κοζάνης φιλοξένησε και φιλοξενεί ακόμη πρόσφυγες από την ορεινή επαρχία της Ματσούκας, μια περιοχή στην καρδιά του Πόντου, ανάμεσα στην Αργυρούπολη και την Τραπεζούντα, κοντά στο ιστορικό μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά. Ο Κώστας Κηρυκόπουλος είναι ο μεγαλύτερος σε ηλικία πρόσφυγας του χωριού και διαθέτει εξαιρετική μνήμη. Έφυγε από τον Πόντο σε ηλικία αρκετά μεγάλη για να θυμάται το χωριό του, το Καπίκιοϊ του Πόντου, λίγα χιλιόμετρα μακριά από το Τσεβιζλούκ, την πρωτεύουσα της επαρχίας Ματσούκας. Το Καπίκιοϊ απάρτιζαν οι έξι μαχαλάδες (συνοικίες): Έντυμα, Κοσμά, Καρά, Κοντού, Κιζερά, Τιάχα και Ζερφυρή.

 

* Συνέντευξη στον Ιάσονα Χανδρινό, Τετράλοφος Κοζάνης, 17 Ιουλίου 2010

 

Για τον ηλικίας 101 χρονών, Κώστα Κηρυκόπουλο ή «Βαϊζόγλη» όπως του αρέσει να τον αποκαλούν με το πραγματικό του επίθετο που στα Τουρκικά σημαίνει «ρήτορας», η σκέψη της Πατρίδας του προκαλεί συγκίνηση:

«Είχαμε το καλύτερο χωριό στην περιοχή, το πιο πλούσιο. Το πιο παραγωγικό. Φουντούκια ολόκληρα χωράφια. Και καννάβι. Αυτό που έβγαινε χασίσια αλλά δεν το ξέρανε. Πήγαιναν οι γυναίκες να κόψουν τα φύλλα και λιποθυμούσανε μέσα στα χωράφια. Και δε ξέρανε ότι από το καννάβι το παθαίνουν…Σπέρναμε καλαμπόκια, κριθάρια, σιτάρια, από όλα…Είχαμε και μπαχτσέδες, πράσα να’βλεπες, λάχανα να’βλεπες…Είχαμε πατώματα-πατώματα τα χωράφια μας. Έλατα και δένδρα να έβλεπες. Είχαμε και τρία λιβάδια». 

Τα «λιβάδια» ήταν τα παρχάρια, τα θερινά βοσκοτόπια όσων ασχολούνταν με την κτηνοτροφία στα βουνά. «Τα σπίτια έμορφα είχαμε, ξύλινα και διώροφα. Από πάνω η σκεπή ήταν από χαρτώματα που τα λέγαμε. Μικρά σανιδάκια. Ειδικό πεύκο κόβανε και φτιάχνανε τη σκεπή. Άντεχε για χρόνια, δεν πάθαινε τίποτα. Και ούτε σταγόνα νερό όταν έβρεχε…».

Αν και το χωριό ήταν πλούσιο και μεγάλο, ούτε το μέγεθος ούτε ο πλούτος ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά του: «Το χωριό μας ήταν οπλισμένο σαν αστακός. Άμα έβλεπες τη διπλανάσταση το Πάσχα, ερχόντανε οι δυο ενορίες, η μία από τη μία πλευρά και η άλλη από την άλλη και παρατασσόντουσαν από εδώ και από εκεί σε διμοιρίες. Κι άμαν έδινε το σύνθημα ο ένας με μια σφαίρα, άναβεν ο τόπος. Όλοι μάουζερ! Άρματα, άστραφτε ο ουρανός. Σωρός οι κάλυκες στα πόδια τους…Κι έλεγα εγώ, μικρός ήμουνα, πώς πυροβολούνε αυτοί οι άνθρωποι με τα τουρκοχώρια απέναντι. Ακούνε πως πυροβολούμε. Ένα ποτάμι μόνο μας χώριζε…». 

Αυτό το ποτάμι, ο Δαφνοπόταμος ή Πυξίτης, συνδέθηκε σύντομα με τον θάνατο για τον μικρό Έλληνα: «Το ποτάμι αυτό είχε βαφτεί με το αίμα των Αρμενίων. Εκεί σφάζαν τους Αρμεναίους. Και το ποτάμι έγινε αίμα. Μεγάλο ποτάμι, μέχρι την Τραπεζούντα κατέβαινε. Είχαμε μια οικογένεια Αρμένηδων μέσα στο χωριό εμείς αλλά την κρύβαμε. Είχανε ένα αγόρι και ένα κορίτσι…». 

Σφαγή τέτοιων διαστάσεων σαν και αυτήν που είδαν να συμβαίνει στους Αρμένιους, δεν έφτασε ποτέ στο χωριό: «Πριν την Ανταλλαγή δεν είχε γίνει τίποτα στο χωριό. Εμείς στο χωριό είχαμε και πεξήν (=χωροφύλακα) Τούρκον. Και στα ακρινά κάτω, στον κάτω μαχαλά του χωριού μας, ερχόντουσαν κάποτε Τούρκοι να ληστέψουν. Πεινασμένοι ήταν και θέλαν να αρπάξουν κάτι να φάνε. Και από πάνω απ’ το χωριό φώναζαν. Και ήταν αυτός ο  αστυνομικός που φύλαγε το χωριό μας, μαζί με τον πρόεδρο…Και προχωρούσαν μέσα απ’ τα χωράφια και πυροβολούσανε και οι κλέφτες αυτοί φεύγανε». 

Παρά το ειδυλλιακό της περιγραφής, η γενική εικόνα είναι λίγο διαφορετική, καθώς γνωρίζουμε πως το 1/3 περίπου του χριστιανικού ανδρικού πληθυσμού της επαρχίας Ματσούκας χάθηκε στα καταναγκαστικά έργα και την εξορία την περίοδο 1916-1922.

Όταν έγινε η Ανταλλαγή, ο κύριος Κώστας ήταν στη Γ’ τάξη του δημοτικού σχολείου στο χωριό. «Βρεθήκαμε όλο το καράβι σε ένα προάστιο, έξω από την Κωνσταντινούπολη. Κάθε μέρα είχαμε 10-15 θανάτους…Κάθε μέρα! Εκεί μέσα έβραζε η ασθένεια. Η αδερφή μου η Παλάσα (Βαλασία) πέθανε στο δρόμο, στο Μπογάτσκιοϊ, εκεί που πεθαίνανε κάθε μέρα δέκα άνθρωποι…εγώ είχα του πατέρα μου τον αδερφό στην Κωνσταντινούπολη. Ο πατέρας μου είχε πεθάνει νέος από εξανθηματικό τύφο. Γερό παλικάρι. Από 18 μέχρι 30 χρονών έκοβεν η ασθένεια. Από κει και πάνω ο άνθρωπος κι (=δεν) πέθανεν, ένα περίεργο πράμα…μόνο τη νεολαία θέριζε…».

«Στην Κωνσταντινούπολη που λες που μας έβγαλε ο θείος μου, πλήρωσε έναν αστυνομικό να με φέρει στην πόλη. Και με έβαλε σε ένα σιδεράδικο να μάθω τέχνη. Ήταν χαμηλά το μαγαζί μας. Και από πάνω ήταν ζαχαροπλαστείο, που το είχε μάλιστα ένας Παλιολλαδίτης και τροφοδοτούσε όλη την Κωνσταντινούπολη. Προχώρησα αρκετά στη δουλεία μου. Ήμουνα 11 χρονών και βαρούσα βαριό (βαριοπούλα) και μου’λεγε ο μάστορής ο Σπύρος - ήταν Σέρβος υπήκοος, Μιχαήλοβιτς το έλεγαν – «βάρα ρε σκατολαζέ!» και μου κοβόταν η αναπνοή μου από την κούραση. Δε μπορούσα, μικρός ήμουνα. Και το βαριό ήταν αρκετά βαρύ. Εγώ στην Κωνσταντινούπολη έμαθα Ελληνικά. Να χαίρεσαι να ακούς την ομιλίαν τους…Πόσα είδα, πόσα πέρασα…».

«Τον πρώτο καιρό δυσκολευτήκαμε αρκετά, μέχρι να συνέλθουμε. Στην αρχή μας δώσανε ένα γαϊδουράκι και ένα βόδι. Εγώ και η μάνα μου ήμασταν. Ένα γαϊδουράκι μισοψόφιο και ένα βόδι άχρηστο και εκείνο. Στη αρχή υποφέραμε πολύ. Μετά αφού μεγάλωσα εγώ, δούλεψα σκληρά και απόκτησα οικογένεια και μεγάλωσα τα παιδιά, φουκαράς εγώ. Με οχτώ δεκάρες την οκά τις πατάτες πουλούσαμε».

Πρώτη εστία τους προσέφεραν τα «παλιόσπιτα» των Τούρκων: «Φευγάτοι ήταν οι Τούρκοι, δεν ανταμώσαμε. Τα σκυλιά τους μόνο βρήκαμε στο Σόροβιτς (Αμύνταιο)…Εγώ με τη μάνα μου αργά ήρθαμε εδώ. Κάναμε ένα χρόνο να έρθουμε. Από την Κωνσταντινούπολη ήρθαμε στην Καλαμαριά και από εκεί με το τραίνο μέχρι το Σόροβιτς. Με ένα αυτοκίνητο με αλυσίδα γυρνούσα τα τροχούλια. Τελοσπάντων, καθίσαμε κανά δυο βραδιές στην Κοζάνη και μετά ήρθαμε εδώ. Ήταν της μάνας μου η αδερφή, είχανε έρθει νωρίτερα».

Το αρχικό όνομα του χωριού ήτανε Τόρταλη, δηλαδή Τέσσερις Αλήδες, στοιχείο που καθόρισε το νέο του Ελληνικό όνομα: Τετράλοφος. «Χωράφια δουλέψαμε στην αρχή, κάτι που μας δώσανε και μετά έγινε διανομή. Ο καθένας πήρε όσα στρέμματα δικαιούντανε και δούλευε τα δικά του χωράφια μετά. Εγώ είχα τον πρώτο κλήρο 36 στρέμματα. Μετά ήταν και 45, ήταν και 54, ήταν και 18 στρέμματα για τις χήρες που δεν είχανε παιδιά».

Στη ζωή του κύριου Κώστα υπάρχει μόνο ένα βάρος: δε μπόρεσε να εκπληρώσει την επιθυμία του να επισκεφτεί τον τόπο που γεννήθηκε: «Α ρε Πατρίδα, δεν αξιώθηκα να έρθω μια φορά…». Η συζήτηση γι’ αυτήν είναι ευχάριστη, αν και προκαλεί πάντα συγκίνηση. Μια συγκίνηση γνήσια και πολύ μεταδοτική…

 

Μαρτυρίες Πόντου - Μνήμες Γενοκτονίας: Ούτε πατρίδα γνώρισα, ούτε πατέρα…

 

Μαρτυρίες Πόντου - Μνήμες Γενοκτονίας: Ούτε πατρίδα γνώρισα, ούτε πατέρα…

 

Τερψιθέα Σχίζα - Κυριακίδου

 

Γεννήθηκε το 1913 στη Σινώπη του Πόντου

 

Κατοικεί στην Καισαριανή

Αν και έχει ζήσει περισσότερα από 80 χρόνια στην Καισαριανή, η 97χρονη Τερψιθεά Σχιζά νιώθει Μικρασιάτισσα και δη Πόντια. Ο πατέρας της διατηρούσε κατάστημα με γλυκά από λουκούμια μέχρι γλυκίσματα γάμων και βαφτίσεων, ενώ η μητέρα της ήταν μοδίστρα. Πολύγλωσση και περήφανη για την καταγωγή της: «Πατρίδα μου είναι η Σινώπη του Ευξείνου Πόντου. Είμαι Πόντια και είναι τιμή μου και καμάρι μου», μας μιλά για την ταύτιση των Καισαριανωτών, Ποντίων και Μικρασιατών με την Αριστερά, αναφέροντάς μας το παράδειγμα ενός ξαδέρφου της που εκτελέστηκε από τους Γερμανούς.

 

* Συνέντευξη στη Μαρία Ψαρά, Καισαριανή 5 Ιουλίου 2010

«Φύγαμε από τη Σινώπη με τις σφαγές. Εγώ ήμουν μωρό. Μας διώξανε με βοϊδάμαξες. Μοιραστήκαμε σε διάφορα χωριά. Τότε πήρανε και τον πατέρα μου αιχμάλωτο. Τον πήγανε στα καταναγκαστικά έργα, για να φτιάχνει δρόμους. Η μαμά μου έδινε χρυσαφικά σε ντόπιους για να μπορέσει να τον φέρει πίσω, μα δεν τα κατάφερε… Κάποτε έμαθε πως μπορούσαμε να πάμε στην Πόλη. Πήρε εμένα και την αδερφή μου, που ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερη και φύγαμε…», διηγείται.

Η μητέρα της είχε σπουδάσει κοπτική. «Στην πατρίδα μου, ο παππούς μου είχε 4-5 κόρες και δεν τις άφηνε να βγουν να δουλέψουν. Κάποια στιγμή, ήρθε στη Σινώπη μια κυρία από τη Γαλλία, μοδίστρα. Η μαμά μου τον παρακάλεσε να πάει να μάθει.

Αυτό μας έσωσε. Έγινε τόσο καλή που δίδασκε σε γκρουπ», μας λέει. «Όταν πρωτοπήγαμε στην Πόλη, η μαμά πήγε σε ένα μεγάλο ατελιέ και έμαθε και ραπτική.

Εμάς μας έβαλε στα καλύτερα σχολεία. Μέναμε σε ένα ωραίο σπίτι στο Γενίτσαρσί, κοντά στην Ιταλική πρεσβεία. Αλλά υπήρχε φόβος… Μετά και τον μεγάλο διωγμό του 1922, δε μας σήκωνε το κλίμα. Αποφάσισε το 1924 και ήρθαμε στην Ελλάδα με πλοίο…».

Η οικογένεια της Τέρψης Σχίζα βρήκε κατάλυμα στον προσφυγικό καταυλισμό της Καισαριανής. Είχαν έρθει ήδη οι θείες μου και γι’ αυτό ήρθαμε και εμείς. Μείναμε σε αντίσκηνα για δυο χρόνια. Μετά πήγαμε σε παράγκες κι ύστερα χτίστηκε ο καταυλισμός όπου πήραμε δικαίωμα σπιτιού και μείναμε», θυμάται. «Η Καισαριανή ήταν χωράφια. Οι ντόπιοι κοιμόντουσαν με τα γελάδια τους. Φορούσαν κάτι παπούτσια σαν τσαρούχια. Και η τουαλέτα ήταν στη μέση της αυλής πολλών σπιτιών… Εμάς μας λέγανε τουρκόσπορους όταν βγαίναμε. Είχαμε πολλά τέτοια στην αρχή…».

Στην Αθήνα, η μητέρα της δούλευε ως μοδίστρα, στην αρχή σε γνωστό οίκο, αργότερα στα σπίτια της ευρύτερης περιοχής. «Ποτέ η μάνα μου δε μας μιλούσε για την Πατρίδα, τον Πόντο, ιστορίες για το πώς ζούσαν. Δεν ήθελε. Είχε το νου της να δουλέψει. Να ζήσουμε, να μεγαλώσουμε καλά…», σημειώνει. «Σχολείο δε μας παίρνανε στην Καισαριανή. Γι’ αυτό γράφτηκα στο Αρσάκειο. Έκανα καλές σπουδές. 

Μιλούσα Τουρκικά, Γαλλικά, Ελληνικά. Με βοήθησε αυτό στη ζωή μου». 

Για τις πολιτικές πεποιθήσεις των Μικρασιατών, είναι γνωστό πως στην πλειοψηφία τους ήταν Βενιζελικοί. «Το βασιλιά κανείς δεν τον ήθελε. Αλλά και αργότερα, πολλοί γίνανε Αριστεροί. Είχα εγώ έναν ξάδερφο, τον Χρήστο Χρηστίδη, από τους λίγους άνδρες που κατάφεραν να φύγουν από τον Πόντο – σε μπαούλο τον κρύψανε – και ήταν ένας από τους 200 που εκτελέστηκαν στην Καισαριανή. Ήταν εξόριστος στην Ακροναυτιλία, ήταν αρχειoμαρξιστής…».

Πηγή: www.e-pontos.gr 

http://epontos.blogspot.gr/2015/05/Pontos_19.html 

http://epontos.blogspot.gr/2015/05/Pontos-Martyries.html

http://epontos.blogspot.gr/2015/05/Pontos-Martiries.html

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Ενιαίος Ευρωπαϊκός Αριθμός Έκτακτης Ανάγκης