Τρίτη
28 Μαρτίου 2017
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 2382RSS FEED
Η απελευθέρωση της Αθήνας (12 Οκτωβρίου 1944 )
15/10/2013

Στις 12 Οκτωβρίου 1944 ο αθηναϊκός λαός γιόρταζε την ελευθερία του που αρχικά η δικτατορία Μεταξά και στη συνέχεια η ξενική κατοχή τού είχαν στερήσει

Ο Μανώλης Γλέζος, ο Αναστάσης Πεπονής, ο Σπύρος Κωτσάκης, αφηγούνται το πως έζησαν την απελευθέρωση εκείνη την ημέρα.  

Μ. ΓΛΕΖΟΣ «Πώς να καταλάβεις την εξουσία που ήδη έχεις;»
Σ.ΚΩΤΣΑΚΗΣ «Σε μία ώρα θα καταλαμβάναμε την Αθήνα»
Α.ΠΕΠΟΝΗΣ "Λίγες οι στιγμές εθνικής ενότητας".

Η Αθήνα που μύριζε... επανάσταση

Εκείνη η όμορφη μέρα της 12ης Οκτωβρίου 1944 έδωσε την ευκαιρία στον αθηναϊκό λαό να γιορτάσει τη λευτεριά του. Από τον 1936 η δικτατορία Μεταξά πρώτα και στη συνέχεια η ξενική κατοχή είχαν στερήσει από αυτό το λαό την ελευθερία. Αρκετοί παρατηρητές των λαϊκών εκδηλώσεων της Απελευθέρωσης άρχισαν να διακρίνουν κάτι που έμοιαζε με επανάσταση.

Στις 12 Οκτωβρίου, για πρώτη φορά έπειτα από πολύ καιρό, έρχονταν στο φως της μέρας οι διαθέσεις πλατιών λαϊκών στρωμάτων για μεγάλες κοινωνικές αλλαγές.

Ένας Γερμανός αξιωματούχος που εγκατέλειψε την Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου θυμόταν ότι «βρήκαμε τους δρόμους γεμάτους από ανθρώπους σε τόσο πυκνή διάταξη που το αμάξι μας προχωρούσε σπρώχνοντας με δυσκολία».

«Τώρα νιώθουμε ένα μεγάλο και ασυγκράτητο λαϊκό κύμα που μας σηκώνει και μας παίρνει» έγραψε ο συγγραφέας Γιώργος Θεοτοκάς και συνέχισε: «Τι ακριβώς θέλει αυτή η μάζα βέβαια κανείς δεν το ξέρει, ούτε τα πιο συνειδητά μέλη της. Δεν είναι το βιομηχανικό προλεταριάτο των μεγάλων ευρωπαϊκών κέντρων με τις συγκεκριμένες οικονομικοκοινωνικές επιδιώξεις του επιστημονικού σοσιαλισμού. Εδώ έχουμε να κάμουμε με δυνάμεις αλόγιστες. Στον αέρα υπάρχει Ρωσική Επανάσταση, μα και Γαλλική Επανάσταση και Κομμούνα του Παρισιού και απελευθερωτικός εθνικός πόλεμος και ποιος ξέρει τι άλλα θολά στοιχεία που δεν τα ξεχωρίζουμε ακόμα». Μια φάλαγγα από παπάδες παρήλαυνε στους δρόμους φωνάζοντας το σύνθημα του ΕΑΜ: «Λαοκρατία».

Νέα παιδιά από τις παραγκουπόλεις του Πειραιά κουβαλούσαν έναν παλουκωμένο χαρτονένιο Χίτλερ. Οι εικόνες για κάποιον θεατή-παρατηρητή ήταν πολλές, καθώς από τις λαϊκές συνοικίες της Αθήνας η φτωχολογιά, καταπιεσμένη χρόνια από την πείνα, τη βία και την τρομοκρατία, ανηφόριζε προς το κέντρο της πόλης με πλακάτ αλλά κάποιες φορές ακόμα και με όπλα, εκείνη την Πέμπτη της 12ης Οκτωβρίου 1944.

Ακόμα πιο εντυπωσιακή από τις ομάδες των γενειοφόρων ανταρτών που τριγύριζαν στην απελευθερωμένη Αθήνα ήταν μια νέα γυναίκα που γυρνούσε στους δρόμους καβάλα στο άλογό της με πρόσωπο μαυρισμένο από τον ήλιο έχοντας τυλιγμένο το κεφάλι και τους ώμους της μ' ένα κόκκινο σάλι και κρατώντας μια ελληνική σημαία.

Ανάμεσα σ' εκείνους που ξεχύθηκαν στους δρόμους της απελευθερωμένης Αθήνας ήταν και ο Γάλλος καθηγητής του Γαλλικού Ινστιτούτου Ροζέ Μιλιέξ που είχε συνεργαστεί με το ΕΑΜ στην περίοδο της Κατοχής. Ο Μιλιέξ κρατούσε τον τετράχρονο γιο του από το ένα χέρι και τη γαλλική σημαία από το άλλο.

Κάποια στιγμή ο Μιλιέξ ενώθηκε με μια ομάδα του ΕΑΜ και άρχισαν να φωνάζουν αριστερά συνθήματα στο Κολωνάκι «για να τρομάξουν τους αστούς». Ο μικρός του γιος τους εμιμείτο φωνάζοντας δυνατά: «Λαοκρατία και όχι βασιλιά».

Ο Μιλιέξ συνέδεε συνειρμικά τις λαϊκές εκδηλώσεις της 12ης Οκτωβρίου 1944 στην Αθήνα με τις αντίστοιχες εκδηλώσεις του 1936 στο Παρίσι, μετά την άνοδο του Λαϊκού Μετώπου στην εξουσία. Αλλά ο συγγραφέας Μ. Mazower αμφισβητεί αυτόν τον συσχετισμό του Γάλλου καθηγητή «γιατί η Αθήνα του 1944 έκρυβε πολύ μεγαλύτερες εντάσεις απ' ό,τι το Παρίσι οχτώ χρόνια πριν».

«Έφτανε ένα σπίρτο για να πάρει η Αθήνα φωτιά σαν ένα δοχείο μπενζίνα» έγραφε ο Θεοτοκάς.(1)

Μιλώντας για εκείνη την ιστορική μέρα της απελευθέρωσης, δεν αναφερόμαστε σε μια τυπική χαζοχαρούμενη επέτειο, προσπαθούμε να καταδείξουμε μια πολύ μεγάλη κοινωνική φλέβα που ήρθε για πρώτη φορά στο φως της μέρας τόσο καθαρά, φλέβα που είχε σχηματισθεί στη διάρκεια της Κατοχής και που έδειξε διάρκεια και σημαντική αντοχή φτάνοντας μέχρι τις μέρες μας.

Πρόκειται για τη φλέβα του ΕΑΜικού κινήματος που επηρέασε έντονα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όλες τις μεταπολεμικές εξελίξεις, άμεσα ή έμμεσα, που αμφισβήτησε την ξενική επιρροή στην Ελλάδα για πρώτη φορά στη νεότερη ιστορία της με τέτοια ένταση, που συνέβαλε αποφασιστικά μετά την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας στην εκλογική νίκη εκείνων των πολιτικών δυνάμεων που επαγγέλλονταν «την αλλαγή» και την κατάργηση του παλιού κράτους της Δεξιάς, την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης.   Αυτή η κοινωνική φλέβα πρέπει επίσης να συνέβαλε (εμμέσως) στη μεταλλαγή της παλιάς Δεξιάς σε μια πιο μετριοπαθή κοινωνική δύναμη ώστε η ίδια να αυτοχαρακτηρίζεται, σήμερα, «Κέντρο ή Κεντροδεξιά».

Για το κλίμα που επικρατούσε την περίοδο της Απελευθέρωσης μας μιλούν δύο αυτόπτες μάρτυρες της εποχής που αντιπροσώπευαν τότε διαφορετικές πολιτικές παρατάξεις: ο Μανώλης Γλέζος και ο Αναστάσης Πεπονής.

Η μαρτυρία-ανάμνηση του Σπύρου Κωτσάκη που δεν ζει πια, έχει την ίδια επίσης σημασία. Καθώς στην ουσία παραμένει ζωντανή, αφού μας δίνει εικόνες από μια άλλη εποχή. (1) Γ. Θεοτοκάς, Τετράδια Ημερολογίου (1939-1953) - Ρ. Μιλιέξ, Ημερολόγιο και μαρτυρίες του πολέμου και της Κατοχής - Μ. Mazower, Στην Ελλάδα του Χίτλερ.

«Πώς να καταλάβεις την εξουσία που ήδη έχεις;»

«Η απελευθέρωση της Αθήνας στις 12 Οκτωβρίου 1944» ως τίτλος ενός άρθρου ή μιας ομιλίας δημιουργεί ίσως τη λαθεμένη εντύπωση ότι όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα της ξενικής κατοχής (1941-1944) η πρωτεύουσα της Ελλάδας ήταν μια σκλαβωμένη πόλη.

Αυτό ισχύει βέβαια τυπικά αλλά όχι ουσιαστικά, όπως μας εξιστορεί στο σπίτι του στο Νέο Ψυχικό ο αντιστασιακός Μανώλης Γλέζος που μαζί με τον Λάκη Σάντα είχαν κατεβάσει τη χιτλερική σβάστικα από την Ακρόπολη στις 31 Μαΐου του 1941.

«Στις 21 Σεπτεμβρίου 1944 -διηγείται ο Μανώλης- με τη βοήθεια του ΕΛΑΣ δραπέτευσα κατά τη μεταγωγή μου από τις φυλακές Συγγρού και ανέλαβα αμέσως γραμματέας της Κομματικής Οργάνωσης Βάσης του ΚΚΕ στην Καλλιθέα. Οι εφτάμισι μήνες που είχα κάνει στη φυλακή μού είχαν στερήσει τη χαρά ν' αντιληφθώ μια εντελώς καινούργια πραγματικότητα που είχε απλωθεί στην πρωτεύουσα.  

Ο ΕΛΑΣ είχε ουσιαστικά όλη την εξουσία στην Αθήνα. Γιατί η δύναμη του κατακτητή ήταν πια μονάχα οι στρατώνες του και όπου έφτανε η δύναμη της εμβέλειας των όπλων του σε μια περιστασιακή επιδρομή, για να επιστρέψει μετά στις βάσεις του. Παρ' όλο που και στις εξορμήσεις του τον χτυπούσαμε και του θέταμε προβλήματα.  

Ηταν ουσιαστικά απελευθερωμένες όλες οι περιοχές της Αθήνας πριν από την αποχώρηση των Γερμανών. Για παράδειγμα, για να πας από την Καλλιθέα στη Νέα Σμύρνη έπρεπε να περάσεις από το φυλάκιο του ΕΛΑΣ και αν δεν ήσουν κάτοικος της περιοχής σε ρωτούσε: "Ποιος είσαι; Πού πας; Τι θέλεις εδώ;".

Αν δεν είχες σημείωμα από τον ΕΛΑΣ Καλλιθέας δεν μπορούσες να περάσεις. Μερικοί θα πουν ότι αυτό ήταν στρατοκρατικό μέτρο κ.λπ., αλλά ήταν υποχρέωσή μας να διαφυλάξουμε τις δυνάμεις μας και τον λαό από τη διείσδυση πρακτόρων του εχθρού.

Όσον αφορά την Αστυνομία Πόλεων ας μην ξεχνάμε ότι ήμασταν η μόνη χώρα στην Ευρώπη όπου το ΕΑΜ είχε ισχυρή αντιστασιακή οργάνωση και εκεί.

Ο Γιώργης Τσαπόγας ήταν επικεφαλής του ΕΑΜ στην Αστυνομία».

Το φθινόπωρο του 1944 οι Σύμμαχοι κέρδιζαν έδαφος σε όλα τα μέτωπα απέναντι στη χιτλερική Γερμανία στο ευρωπαϊκό έδαφος. Στην Καζέρτα της νότιας Ιταλίας, που είχε πλέον απελευθερωθεί από τους Συμμάχους έγινε μια διάσκεψη όπου συμμετείχαν οι αντιστασιακές οργανώσεις του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, μαζί με την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση και αντιπροσώπους της βρετανικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας.

Στις 26 Σεπτεμβρίου 1944 υπογράφτηκε η συμφωνία της Καζέρτας από όλους τους συμμετέχοντες σε αυτήν, που όριζε ότι «όλαι αι ανταρτικαί ομάδαι αι δρώσαι εν Ελλάδι τίθενται υπό τας διαταγάς της ελληνικής κυβερνήσεως εθνικής ενότητος» στην οποία συμμετείχαν το ΕΑΜ και το ΚΚΕ. «Η ελληνική κυβέρνησις» θα έθετε τις ανταρτικές δυνάμεις «υπό τας διαταγάς του Βρετανού στρατηγού Σκόμπι» που ονομάστηκε από τον ανώτατο συμμαχικό διοικητή της Μεσογείου «ως στρατηγός διοικών τας δυνάμεις εν Ελλάδι». Οσον αφορά την Αθήνα «ουδεμία ενέργεια θ' αναληφθή εκτός υπό τας αμέσους διαταγάς του στρατηγού Σκόμπι».

Επειδή στην ελληνική πρωτεύουσα κυριαρχούσε το ΕΑΜ / ΕΛΑΣ οι Βρετανοί επιχειρούσαν να κατασιγάσουν τους φόβους τους. Την ίδια περίοδο οι σύμμαχοι Ρώσοι διαβεβαίωσαν εγγράφως τον Βρετανό πρεσβευτή στη Μόσχα ότι η ΕΣΣΔ δεν θα στείλει στρατιωτικές δυνάμεις στην Ελλάδα και δεν έχει αντιρρήσεις να σταλούν εκεί βρετανικά στρατεύματα. «Από την πλευρά της ελληνικής Αντίστασης συνολικά -λέει ο Μανώλης Γλέζος- αν σκεφτούμε ότι στην Καζέρτα αναγνωρίστηκε ως επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων της Ελλάδας, περίπου 15 μέρες πριν από την απελευθέρωση, ένας Άγγλος στρατηγός η ανεξαρτησία της χώρας είχε προσωρινά καταργηθεί.

Πολλοί κατηγορούν ότι το ΕΑΜ / ΕΛΑΣ επεδίωκε να καταλάβει την εξουσία μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Μα την εξουσία την είχε και την παρέδωσε.

Το ΚΚΕ πρόσφερε την εξουσία, πώς λοιπόν πήγε να την καταλάβει; Αυτό μοιάζει σχήμα οξύμωρο».

Παρ' όλα τα συμπεφωνημένα της Καζέρτας, οι Βρετανοί φοβούνταν μήπως το ΕΑΜ / ΕΛΑΣ καταλάβει επίσημα την εξουσία.

Ο Βρετανός υπουργός και αργότερα πρωθυπουργός της Βρετανίας Χάρολντ Μακμίλαν, που έφτασε στην Αθήνα λίγες μέρες μετά την «Απελευθέρωση», έγραψε σχετικά: «Αν οι κομμουνιστές είχαν κινηθεί εκείνες τις μέρες θα είχαν πιθανώς καταλάβει την εξουσία. Ευτυχώς για μας περίμεναν έξι εβδομάδες μέχρι ν' αποπειραθούν».

Και ο Βρετανός μυστικός απεσταλμένος στην Ελλάδα, στη διάρκεια της Κατοχής, Κρις Γουντχάους θα τονίσει: «Δεν υπάρχει ικανοποιητική απάντηση λόγου χάρη για τα δύο βασικά αινίγματα του 1944: Αν το ΚΚΕ σκόπευε να καταλάβει δυναμικά την εξουσία, γιατί δεν το αποφάσισε την πιο κατάλληλη στιγμή, όταν αποχωρούσαν οι Γερμανοί; Και αν δεν ήταν αυτός ο αρχικός του σκοπός, τι το έκαμε ν' αλλάξει γνώμη και να το αποφασίσει στην πιο ακατάλληλη στιγμή, τον Δεκέμβρη του 1944;». Οπως δείχνουν τα μηνύματα και οι προκηρύξεις του ΕΑΜ και του ΚΚΕ αρκετές μέρες πριν από την απελευθέρωση εκαλλιεργείτο στα μέλη και τους οπαδούς τους η φιλική και ειρηνική υποδοχή της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου -στην οποία άλλωστε συμμετείχαν- όπως και των Αγγλων.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο ΕΛΑΣ και το ΚΚΕ δεν θα ήθελαν να καταλάβουν και επίσημα την εξουσία, αλλά τουλάχιστον εκείνη την περίοδο συμβάδιζαν με τη γενική ενωτική κατεύθυνση της Αντιχιτλερικής Συμμαχίας.

Διαδηλωτές με ελληνικές και αγγλικές σημαίες πλημμύρισαν τους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας ψάλλοντας τον Εθνικό Ύμνο και το «Χριστός Ανέστη»

Σε άρθρο του παράνομου «Ριζοσπάστη» της 3ης Οκτωβρίου 1944 με τίτλο «Ο ΕΛΑΣ στην υπηρεσία των Συμμάχων» τονιζόταν: «Ο εθνικός στρατός του ΕΛΑΣ αναλαμβάνει επίσημα απέναντι στην εθνική κυβέρνηση και τους Συμμάχους το υπέροχο καθήκον της απελευθέρωσης της χώρας και της εξασφάλισης μιας αληθινής τάξης...».

Στις 29 Σεπτεμβρίου ο Μανώλης επισκέφθηκε τη μητέρα του που έμενε στον Βοτανικό στο πατρικό σπίτι. Κοιμήθηκε εκεί και το πρωί ο τοπικός ΕΛΑΣ τον κάλεσε να πάρει μέρος σε μια μάχη με τους Γερμανούς ως «Μεταξουργιώτης» που ήταν. Πήρε μέρος στη μάχη που έγινε κοντά στη Γεωπονική Σχολή.

Εκεί έπεσε άρρωστος «με παράτυφο». Ο Γλέζος μεταφέρθηκε μέσα στην Αθήνα, στην οδό Κολοκυνθούς, κοντά στην πλατεία Κουμουνδούρου σε φιλικό σπίτι. Εμεινε εκεί μέχρι τις παραμονές της απελευθέρωσης, οπότε και μεταφέρθηκε στο σπίτι του.

Εκεί άρρωστος, παρακολούθησε από ένα ραδιόφωνο την αναγγελία της απελευθέρωσης της Αθήνας από τον εκφωνητή του κρατικού ραδιοσταθμού. Οι καμπάνες χτυπούσαν σαν να ήταν Ανάσταση. Ο κόσμος έβγαινε στους δρόμους στην «Αθήνα της Αντίστασης, της πείνας και των αγώνων», όπως λέει ο Μανώλης.

Δεν ήταν βέβαια μια πραγματική απελευθέρωση. Ηταν μια κατάσταση πολύ καλύτερη από τη γερμανική κατοχή, όμως τα βρετανικά στρατεύματα που άρχισαν να φτάνουν στο ελληνικό έδαφος, εκείνο το φθινόπωρο του 1944, δεν σκόπευαν μόνο στη διασφάλιση του νόμου και της τάξης αλλά παράλληλα ήθελαν να επιβάλουν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, το πολιτικό καθεστώς που προτιμούσε η βρετανική ηγεσία για την Ελλάδα. Ηταν μια «Απελευθέρωση».

«Σε μία ώρα θα καταλαμβάναμε την Αθήνα»

Με τον Σπύρο Α. Κωτσάκη (Νέστορα), καπετάνιο του Α' Σώματος Στρατού του ΕΛΑΣ στην Αθήνα, ανταμώσαμε στο σπίτι του -τότε που ζούσε ακόμα- προς τα τέλη της δεκαετίας του '80, για μια εκπομπή που παρουσιάστηκε στην τηλεόραση σχετική με την απελευθέρωση της πρωτεύουσας από τη γερμανική Κατοχή. Είχαμε μια ενδιαφέρουσα συνομιλία. Στις αναμνήσεις του «στριφογύριζαν» συνεχώς εικόνες από την Κατοχή και την αντίσταση του ελληνικού λαού κατά των ξένων κατακτητών.

Η αναχώρηση των Γερμανών και η απελευθέρωση της χώρας γιορτάστηκε από τον ελληνικό λαό όσο κανένα άλλο γεγονός της νεότερης ιστορίας Αναθυμούμενος το παρελθόν, ο Κωτσάκης άρχισε ν' αφηγείται:

«Πέμπτη 12 Οκτώβρη. Από νωρίς βρισκόμαστε στα γραφεία του Σώματος Στρατού του ΕΛΑΣ στην Αθήνα και παίρνουμε αναφορές από τις μονάδες μας. Οι Γερμανοί όλη τη νύχτα έφευγαν μαζικά τώρα. Και από την αρτηρία της Ιεράς Οδού κι από τα βόρεια προάστια. Ολη τη νύχτα άδειαζαν καταυλισμούς αποθήκες, ιδρύματα, υπηρεσίες, γραφεία. Καίνε χαρτιά. Φεύγουν. Οι συνοικίες κι οι συνοικισμοί - μαχόμενες μονάδες το έχουν πάρει χαμπάρι και βρίσκονται στο πόδι από τα χαράματα. Τμήματά μας έχουν ακροβολιστεί μέχρι τους πλαϊνούς δρόμους του κέντρου. Σύνταγμα - Ομόνοια. Γύρω στις 10 το πρωί αγγελιοφόρος φέρνει την είδηση ότι οι Γερμανοί κατέβασαν τη σημαία τους από την Ακρόπολη. Και σε λίγο άλλοι: οι Γερμανοί κατέθεσαν στεφάνι στον Άγνωστο Στρατιώτη. "Είμαστε στρατός ιπποτικός", θέλουν να πουν μ' αυτή τη χειρονομία τους. Όμως οι "Ιππότες" καθώς έφευγαν πυροβόλησαν και σκότωσαν άοπλους ανθρώπους στην Ομόνοια και στο τέρμα Ιπποκράτους.

Έφταναν συνεχώς και καινούργιοι αγγελιοφόροι. Οι συνοικισμοί και οι γειτονιές ξεχύθηκαν στο κέντρο. Συγκεντρώνονται πάνδημα στις δικές τους κεντρικές πλατείες κι από κει ποτάμια κατεβαίνουν μ' ένα πρωτόφαντο ξέσπασμα χαράς. Αγκαλιάζονται, φιλιούνται, τραγουδάνε, χορεύουν, φωνάζουν συνθήματα. Ανεμίζουν κόκκινες κι ελληνικές σημαίες. Σηκώνουν πλακάτ. Ξεπετάγονται φλογεροί ρήτορες. Η Πανεπιστημίου, η Σταδίου, το Σύνταγμα και η Ομόνοια, μια λαοθάλασσα. Σύνδεσμοί μας αξιωματικοί με τα σήματα του ΕΛΑΣ που ξεκίνησαν να πάνε στις μονάδες των ανατολικών και νότιων συνοικιών, χάθηκαν μέσα σ' αυτή τη λαοθάλασσα. Τους άρπαξε ο κόσμος, τους σήκωνε ψηλά στα χέρια και τους έπαιρνε μαζί του στη διαδήλωση. Αναγκαστήκαμε να τους στέλνουμε από την άλλη πλευρά του Λυκαβηττού.

Η Αθήνα λευτερώνονταν με πολύ λίγες ζημιές. Η σοβαρότερη, το κάψιμο του Πυριτιδοποιείου. Πολλά εργοστάσια ελαφράς βιομηχανίας, εγκαταστάσεις και αποθήκες, τα γλιτώσαμε με παρεμβάσεις μας. Του Λαναρά, γεμάτο άσπρα και μπλε τόπια, μάλλινα στρατιωτικά υφάσματα και κουβέρτες. Τ' άσπρα τα έστελναν στο Ανατολικό Μέτωπο για να μην ξεχωρίζουν στο χιόνι. Το εργοστάσιο του Μαλτσινιώτη το πήραμε δυο φορές μ' επιχείρηση, και βρήκαμε άφθονο υλικό. Ντύθηκαν και ποδέθηκαν πολλοί ΕΛΑΣίτες.

Η μεγάλη έγνοια μας όμως είναι ο Πειραιάς. Το λιμάνι, τα μεγάλα εργοστάσια, η Ηλεκτρική, κύρια, έχουμε μιλήσει πολλές φορές με τη διοίκηση του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ Πειραιά, Ν. Κεπέση και Σ. Κύβελο. Και οι προσπάθειές τους σημείωσαν εξαιρετική επιτυχία. Κατάφεραν να επισημάνουν το δίκτυο υπονόμευσης του λιμανιού με φρεάτια, μ' εκρηκτικά και κεντρική ηλεκτρική πυροδότηση».

«Σήμερα 13 Οκτώβρη -συνεχίζει στο ημερολόγιό του ο Σπύρος Κωτσάκης- ήτανε να γίνει δοξολογία στη Μητρόπολη και πανηγυρική εκδήλωση για την απελευθέρωση στο κέντρο της Αθήνας. Αναβλήθηκε για αύριο για να κρατηθεί πένθος για τους νεκρούς της μάχης της Ηλεκτρικής. Στις γειτονιές οι καμπάνες χτυπάνε πένθιμα. Με διαταγή μας κανονίσαμε τη συμμετοχή του ΕΛΑΣ στην εκδήλωση.

Σαν λαϊκός στρατός πειθαρχημένος και δοκιμασμένος, έχει μεγάλη οργανωτική πείρα, κύρος και αίγλη. Αυτές τις ημέρες και ώρες αναμφισβήτητα κυριαρχεί στην Αθήνα. Εχει δύναμη 23.150 άνδρες, από τους οποίους 6.000 περίπου ελαφρά οπλισμένοι με πολεμικά όπλα κι άλλες 3.000 με πιστόλια και περίστροφα. Μπορούσε, αν έπαιρνε εντολή, να καταλάβει σε μία ώρα το κέντρο και όλη την Αθήνα.

Η παναθηναϊκή λαϊκή εκδήλωση στο κέντρο της Αθήνας στις 14 Οκτώβρη είναι η μεγαλύτερη που γνώρισε μέχρι σήμερα. Η φάλαγγα των βόρειων συνοικιών έπιανε από την πλατεία Αγάμων μέχρι το Σύνταγμα και των νότιων από τον Άγιο Σώστη μέχρι τον Εθνικό Κήπο.

Μαζί με την ΕΑΜική αδούλωτη Αθήνα σήμερα διαδηλώνουν και οι εθνικιστικές οργανώσεις. Στο απέραντο δάσος των σημαιών και των ΕΑΜικών πλακάτ και συνθημάτων, τόπους τόπους ξεχωρίζει και κανένα "Ζήτω η Μεγάλη Ελλάδα", ΕΔΕΣ, ΠΕΑΝ "Ιερή Ταξιαρχία".  Καθώς τ' αυτοκίνητο του Σώματος προχωράει δύσκολα προς τη Μητρόπολη για τη δοξολογία, κοντά στην εκκλησία τέτοιες ομάδες Χιτών και εθνικοφρόνων που έχουν πιάσει από νωρίς το χώρο, το αναγνώρισαν από τη σημαιούλα του Σώματος που είχε μπροστά και προκλητικά μας φωνάζουν ρυθμικά κινώντας απειλητικά τα χέρια:

-Σόφια, Σόφια, Σόφια Κατοχή

- Σόφια - Μόσχα Κατοχή

Η Μητρόπολη γεμάτη κόσμο. Μαύρα επίσημα ρούχα και μεγάλες στρατιωτικές στολές. Πού ήταν όλος αυτός ο μπιχλιμπιδωτός κόσμος στην Κατοχή; Τώρα πόζαρε κι έπαιρνε επίσημα τη θέση του σαν ηγεσία του έθνους εδώ μέσα. Και να μας κοιτάνε τους ΕΛΑΣίτες όλοι εχθρικά αλλά και σαν απορημένοι. Στο στιλ: Τι θέλουν αυτοί εδώ;

Ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός πελώριος στην Ωραία Πύλη ψέλνει βροντερά τον ειδικό δοξαστικό ύμνο που έχουν συνθέσει για την περίσταση στη γλώσσα του: Μερίς του λαού περιεβλήθη σχοινίον - Ημείς δε αυτοί περιυβρίσθημεν...

Τελειώνοντας η λειτουργία, συνθήματα: "Ζήτω η Μεγάλη Ελλάδα", φώναζαν μερικοί και κάποιος "Ζήτω ο βασιλεύς". Δεξιά μας βρίσκονταν ο Γιάννης Ιωαννίδης, ο Φάνης, ο Β. Μαρκεζίνης, κι αρχίζουν να φωνάζουν μαζί ρυθμικά «Ζήτω το ΕΑΜ - ΚΚΕ - Λαοκρατία».

Τα συνθήματα αυτά τα πήραν κι οι όξω και κυριάρχησαν στην Πλατεία. Σίγουρα αλλιώτικα τη φανταζόμασταν στη διάρκεια της Κατοχής τη δοξολογία της Απελευθέρωσης».

Από τη Μητρόπολη ο κόσμος προχώρησε και ενώθηκε με τη συγκέντρωση που οργανώθηκε στην Πλατεία Συντάγματος, όπου μίλησαν τρεις υπουργοί της ελληνικής κυβέρνησης εθνικής ενότητας, ο Ζεύγος που εκπροσωπούσε το ΚΚΕ και δύο στενοί συνεργάτες του πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου, ο Τσάτσος και ο Μανουηλίδης.

«Ο Ζεύγος -αναφέρει ο Κωτσάκης- μίλησε για τη μεγάλη νίκη και τη λευτεριά. Για τη συμβολή του ελληνικού λαού. Πουθενά, ούτε στο Ανατολικό Μέτωπο ο Κόκκινος Στρατός ούτε σε άλλα μέτωπα οι Σύμμαχοι, δεν συνάντησαν Ελληνες να πολεμάνε στο πλευρό του Αξονα. Κατάγγειλε τους κρυπτοφασίστες που προσπαθούν να διασπάσουν την ενότητα και την αδελφοσύνη μας και να ρίξουν το λαό στην παλιά σκλαβιά. Χαιρέτισε τα πρώτα τμήματα της συμμάχου Αγγλίας που ξανάρθαν στην Ελλάδα.

Μετά το τέλος των ομιλιών άρχισε η μεγάλη παρέλαση του λαού και των οργανώσεών του μπροστά στον Αγνωστο Στρατιώτη. Ολη την τεράστια παρέλαση πλαισίωναν τμήματα του ΕΛΑΣ με ένοπλους αλλά και άοπλους μαχητές

Η εμφάνισή τους προκαλεί τον παλλαϊκό ενθουσιασμό, θερμά χειροκροτήματα και συντονισμένα συνθήματα ΕΑΜ-ΕΠΟΝ-ΕΛΑΣ.

Το πρωί αποβιβάστηκαν στο Πασαλιμάνι τα πρώτα αγγλικά τμήματα, μαζί τους και ελληνικά, του "Ιερού Λόχου". Τη νύχτα έφτασαν στην Αθήνα και τα υπόλοιπα του βρετανικού αποσπάσματος Τζέλικο.

Ο κόσμος τους υποδέχεται εγκάρδια σαν συμμάχους. Οι εφημερίδες τους ονομάζουν "ελευθερωτές". Οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης και ο στρατιωτικός διοικητής της Αθήνας Π. Σπηλιωτόπουλος ζητούν από το λαό να τους προσφέρει κρεβάτια και κουβέρτες. Οι εθνικόφρονες έξαλλοι. Ευνοϊκότερες τώρα οι συνθήκες γι' αυτούς...».(1)

Η Απελευθέρωση της Αθήνας φέρνει στην επιφάνεια και τις έντονες εσωτερικές αντιθέσεις. Η μια πλευρά στηρίζει τις ελπίδες για την επικράτησή της στους Βρετανούς, η άλλη πλευρά, η ΕΑΜική, προσπαθεί να προσελκύσει το ενδιαφέρον των Σοβιετικών, που τους θαυμάζει για τον αγώνα τους εναντίον της Γερμανίας και που βρίσκονται δίπλα στα ελληνικά σύνορα.

Αντιπροσωπείες του ΕΑΜ επισκέπτονται τον στρατάρχη Τολμπούχιν στη Βουλγαρία αλλά εκείνος έχει αυστηρές εντολές να μην προχωρήσουν τα σοβιετικά στρατεύματα στο ελληνικό έδαφος.

Οι ενδοελληνικές αντιθέσεις θ' ακολουθήσουν τη γνωστή τους πορεία.

1. Παλαιότερη συνομιλία με Σπ. Κωτσάκη, βλ. και Σπ. Α. Κωτσάκης «Εισφορά στο χρονικό της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης στην Αθήνα» (1986)

«Λίγες οι στιγμές εθνικής ενότητας»

Ο Αναστάσης Πεπονής έζησε ως φοιτητής την απελευθέρωση της Αθήνας από την ξενική κατοχή τον Οκτώβρη του 1944.

Είχε ενεργό συμμετοχή στον παράνομο αντιστασιακό Τύπο και σε άλλες εκδηλώσεις. Εχει μεγάλο ενδιαφέρον η προσωπική μαρτυρία του πρώην υπουργού Πεπονή γιατί δεν ανήκε τότε στην αριστερή ΕΠΟΝ (Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων) που κατά γενική ομολογία ήταν η ισχυρότερη οργάνωση νεολαίας της περιόδου της Κατοχής. Ο Πεπονής εξέφραζε τη δημοκρατική πτέρυγα στον Εθνικό Σύνδεσμο Ανωτάτων Σχολών (ΕΣΑΣ) που συναποτέλεσαν τα σπουδαστικά τμήματα διάφορων μικρών «μπλε οργανώσεων» που είχαν έναν αντίπαλο χαρακτήρα προς το ΕΑΜ και την ΕΠΟΝ.

«Προτάσσαμε», αναφέρει ο Πεπονής, «το σύνθημα της "Μεγάλης Ελλάδας", όχι τόσο με τη μεταξική έννοια, όσο "με την αγνότητα της νεανικής ψυχής", στο οποίο η ΕΠΟΝ ανταπαντούσε με το σύνθημα "Λαοκρατία"».

Ο ΕΣΑΣ, μια αρκετά μικρή οργάνωση, σε σύγκριση με τις δυνάμεις της ΕΠΟΝ, δεν είχε μεγάλο διάστημα ζωής, αφού λίγο μετά την απελευθέρωση διασπάστηκε ανάμεσα στους αντιμοναρχικούς-δημοκράτες όπως ήταν ο Πεπονής και τους φιλο-μοναρχικούς. Βέβαια, όλα αυτά συνέβαιναν σε μια άλλη Αθήνα διαφορετική από τη σημερινή, τόσο από πολεοδομική όσο και από την άποψη της ψυχοσύνθεσης των ανθρώπων. Όπως θυμάται ο Πεπονής, η Αθήνα ήταν γεμάτη μονοκατοικίες, διπλοκατοικίες ή τριπλοκατοικίες που κάθε όροφος είχε τη δική του είσοδο. Οι τσιμεντένιες πολυκατοικίες ήταν ελάχιστες, κυρίως στο Κολωνάκι. Τα μικρά σπίτια είχαν αυλές που επέτρεπαν με τη σειρά τους τη λειτουργία της γειτονιάς. Οι σχέσεις με τους γείτονες ήταν στενές, γεγονός που δημιουργούσε ένα κλίμα κοινωνικής αλληλεγγύης, κάτι που δεν συμβαίνει σήμερα καθώς τώρα οι άνθρωποι, όπως λέει και ο Ευγένιος Ιονέσκο, συναντώνται τυχαία σ' ένα πάρκο. Εκεί στην πλατεία Θάσου, στην Κυψέλη, ο Πεπονής μαζί με γείτονες, φίλους και φίλες, είχαν φτιάξει και τη δική τους μικρή οργάνωση, περιμένοντας με αγωνία και προσμονή το τέλος της ξενικής κατοχής.

«Τη νύχτα της 11ης Οκτωβρίου 1944», αφηγείται ο Πεπονής, «κοιμήθηκα στο σπίτι μου. Κάτι είχε ακουστεί ότι οι Γερμανοί θα εκκένωναν την πόλη την επομένη, αλλά τα ίδια είχανε πει και την προηγούμενη, τα ίδια και την πιο πριν. Για μέρες περιμέναμε την κάθε αυριανή, να κόψει τον χρόνο στα δύο. Ξύπνησα το πρωί της άλλης και πήρα με τα πόδια τον δρόμο για το Πολυτεχνείο ανύποπτος. Η χαρμόσυνη είδηση έφτασε στ' αυτιά μου από διαβάτες, μπαλκόνια και παράθυρα, καθώς προχωρούσα: "Φεύγουνε - Φεύγουνε!". Ναι φεύγανε. Καθώς βγήκα στην Πατησίων αντίκρισα τις πρώτες σημαίες να ξεπροβάλλουν σε σπίτια και μαγαζιά -σημαιοστολισμός μεγάλης χαράς, χωρίς διαταγή. Στάθηκα για λίγο ακίνητος, σκέφτηκα τον φίλο μου Τάκη Καπράλο που είχε σκοτωθεί σε μάχη με τους Γερμανούς. Ύστερα προχώρησα προς το Πολυτεχνείο τρέχοντας. Μέσα σε λίγη ώρα καμάρωναν στο εσωτερικό προαύλιο του Πολυτεχνείου οι σχηματισμοί του ΕΣΑΣ. Η στρατιωτική εκπαίδευση του Κώστα Λιάσκα μάς είχε προετοιμάσει, χωρίς να το έχουμε σκεφτεί, για τις λαϊκές παρελάσεις της απελευθέρωσης. Περάσαμε περιβραχιόνια με τα αρχικά του Συνδέσμου: μερικοί στις ζώνες τους είχαν πιστόλια έτσι που να φαίνονται. Η οπλοφορία, δικαίωμα.

»Θυμάμαι ν' ανεβαίνουν απ' την Ομόνοια προς τη Σταδίου τα τελευταία γερμανικά αυτοκίνητα• ο κόσμος τα συνόδευε με αποδοκιμασίες.

Ένας Γερμανός πυροβόλησε στον αέρα. Άρχισαν να εμφανίζονται στους δρόμους τα πρώτα πανό οργανώσεων. Πιο πολύ ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΕΠΟΝ. Από κοντά του ΚΚΕ. Μα και οι πρώτες περίπολοι από αστυφύλακες με αυτόματο κρεμασμένο απ' τον ώμο. Ο κόσμος τους χειροκροτούσε όλους -και τους αστυφύλακες.

Ο λαός ξαναζούσε φωναχτά, με νικητήριες κραυγές και τραγούδια, την ενότητα, τη βουβή των πρώτων ημερών της Κατοχής. Στο πανεπιστήμιο τι γίνεται; Πηγαίνομε στο κεντρικό κτίριο, φτάνομε στα Προπύλαια.

Η ΕΠΟΝ κυριαρχεί. Έχουν καταλάβει την αίθουσα τελετών, εκφωνούν λόγους. Μας προτείνουνε να μπούμε να μιλήσουμε με τη σειρά μας, κάπως σαν φιλοξενούμενοι που μας κάνουν παραχώρηση. Αρνιόμαστε και φεύγουμε. Η νύχτα της μέρας εκείνης βρήκε τον κόσμο των σπουδαστών να κρατάει τις αποστάσεις του. Εμείς στο Πολυτεχνείο. Εκείνοι στο πανεπιστήμιο. Δεν αισθανόμασταν εχθρικοί, αλλά μέναμε χωρισμένοι.

»Τα ξενοδοχεία όλα στη Σταδίου και στην Πανεπιστημίου είχαν καταληφθεί από οργανώσεις. Την άλλη μέρα ή τη μεθεπόμενη της απελευθέρωσης έπιασε και ο ΕΣΑΣ ένα ξενοδοχείο στην κάτω γωνιά Σταδίου και Χαυτείων.

Το Πολυτεχνείο έμενε δικό μας με παράρτημά του την Casa d' Italia, μα οι πανεπιστημιακοί προτιμούσαμε τώρα το ξενοδοχείο. Τα κεντρικότερα και πιο κατάλληλα κτίρια τα είχε καταλάβει το συγκρότημα του ΕΑΜ. Στην πλατεία Συντάγματος, στην οδό Όθωνος, είχαν εγκατασταθεί τα γραφεία του ΚΚΕ.

Το ΕΑΜ και η ΕΠΟΝ στο κτίριο της Ηλεκτρικής, στην οδό Κοραή.

Οι διαδηλώσεις συνεχίζονταν καθημερινά. Κυριαρχούσαν τα συνθήματα τα ΕΑΜικά. Το Κάπα Κάπα Εψιλον, τα σφυροδρέπανα, το κόκκινο χρώμα και τα άλλα σχετικά πυκνώνανε. Μια πρώτη δοξολογία έγινε στη μητρόπολη Σάββατο ή Κυριακή. Χοροστατεί ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός.

Ήταν εκεί το πρώτο κλιμάκιο υπουργών της κυβέρνησης εθνικής ενότητας που είχε φτάσει μέρες πριν, ο Ζεύγος του ΚΚΕ και ο Θεμιστοκλής Τσάτσος μαζί με τον Φίλιππο Μανουηλίδη. Ήμασταν εκεί όλοι, εκπρόσωποι οργανώσεων μεγάλων και μικρών. Είναι οι μεγάλες ώρες που διαρκέσανε λίγο.

Ύστερα προχωρήσαμε προς τον Άγνωστο Στρατιώτη.

Με τον Κώστα Φάκα, εκείνον ως εκπρόσωπο του Πολυτεχνείου, καταθέτουμε το στεφάνι του ΕΣΑΣ. Το επόμενο σημαντικό γεγονός που περιμέναμε ήταν η άφιξη του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου που θα ύψωνε τη σημαία στην Ακρόπολη και θα μιλούσε προς τον λαό στην πλατεία Συντάγματος. Αντιμετωπίστηκε η συντονισμένη παρουσία του όγκου των οργανώσεων και του ΕΣΑΣ στην πλατεία, η έγκαιρη κατάληψη κάποιων θέσεων για να μην εκπροσωπείται ο λαός της Αθήνας αποκλειστικά και μόνο από την επιδέξια οργανωμένη πλημμυρίδα του ΕΑΜ.

Στις 18 Οκτωβρίου ο Γ. Παπανδρέου αποβιβάσθηκε απ' το θωρηκτό «Αβέρωφ», ανέβηκε στην Ακρόπολη, ύψωσε τη σημαία και από εκεί κατευθύνθηκε στο Σύνταγμα. Τον υποδέχθηκε μια απέραντη ανθρωποθάλασσα κυριαρχημένη απ' τα συνθήματα, τα πανό και τις σημαίες του ΕΑΜ, που ανεμίζανε πυκνά πυκνά. Για την ομιλία εκείνη του Γεωργίου Παπανδρέου είχαν λεχθεί πολλά επειδή είχε πει, απαντώντας στην επίμονη πρόκληση του ΕΑΜικού πλήθους, εκείνο το"...Πιστεύομεν εις την Λαοκρατίαν, αλλά Λαοκρατία σημαίνει...".

Ο διάλογος ανάμεσα στον πρωθυπουργό και στο τμήμα του λαού που είχε οργανωμένα κατακλύσει τον μείζονα χώρο δεν ήταν φιλικός.

Το πλήθος εκείνο είχε καθοδηγηθεί να μην είναι ακροατήριο αλλά να επιβάλει τα συνθήματα της παράταξής του. Και ο Παπανδρέου τα έβγαλε πέρα. Μαγνητόφωνα εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν. Και είχε γίνει μια εγγραφή σε μαλακό δίσκο. Όταν το 1964 ως υπεύθυνος του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (Ε.Ι.Ρ.) μετά τη νίκη της Ένωσης Κέντρου, καταπιάστηκα με την εκπόνηση των πρώτων προγραμμάτων για να γιορταστεί και να τιμηθεί η Αντίσταση, έμαθα πως ο δίσκος είχε εξαφανισθεί.

Χάθηκε έτσι ένα πολύτιμο ιστορικό ντοκουμέντο, η ηχητική συντήρηση της μέρας εκείνης και η πλήρης απόδειξη του τι ακριβώς αλλά και πώς είχε ειπωθεί εκείνη τη σημαδιακή μέρα του 1944 από τον Γ. Παπανδρέου στο Σύνταγμα».(1)

(ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 11/10/2008)

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Ενιαίος Ευρωπαϊκός Αριθμός Έκτακτης Ανάγκης